Ο Philip Vakos, από τη Μελβούρνη, στους 10 κορυφαίους του MasterChef Ελλάδας

Ο σεφ και εστιάτορας της Μελβούρνης, Philip Vakos, εξασφάλισε μία θέση στην τελική δεκάδα του MasterChef Ελλάδας, γράφοντας ιστορία ως ο πρώτος Ελληνοαυστραλός που συμμετέχει στον δημοφιλή τηλεοπτικό διαγωνισμό μαγειρικής.

Η διάκριση αυτή αποτελεί ακόμη έναν σημαντικό σταθμό στη μαγειρική του πορεία, η οποία ξεκίνησε πριν από 15 χρόνια στην αυστραλιανή τηλεόραση, όταν έγινε ο πρώτος διαγωνιζόμενος από την Τασμανία στο MasterChef Australia το 2010.

Σήμερα, εκπροσωπώντας την ελληνική παροικία της Αυστραλίας στη 10η σεζόν του MasterChef Ελλάδας, ο Vakos έχει ξεχωρίσει ως ένας από τους πιο δυνατούς παίκτες του διαγωνισμού, κερδίζοντας θετικά σχόλια για τη δημιουργικότητά του στην κουζίνα και ιδιαίτερα για τις δεξιότητές του στα επιδόρπια.

Αντιμετωπίζει διαγωνιζόμενους ελληνικής καταγωγής που προέρχονται από διάφορες χώρες, όπως η Αυστραλία, η Γερμανία, η Ελβετία, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι οποίοι ταξίδεψαν στην πατρίδα των προγόνων τους για να συμμετάσχουν στην επετειακή αυτή διοργάνωση.

Για τον ίδιο, η συμμετοχή στο MasterChef Ελλάδας ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μία ακόμη τηλεοπτική εμφάνιση.

«Είναι πραγματικά ξεχωριστό να επιστρέφω σε έναν τέτοιο διαγωνισμό έπειτα από 15 χρόνια, να μαγειρεύω και να παρουσιάζω τη μαγειρική μου εμπειρία στην Ελλάδα», δήλωσε.

«Ύστερα από σχεδόν 12 χρόνια λειτουργίας του εστιατορίου μας Bahari στη Μελβούρνη, πιστεύω πως είναι σημαντικό να προκαλείς τον εαυτό σου και να βγαίνεις από τη ζώνη άνεσής σου για να εξελίσσεσαι».

Σε αντίθεση με την αυστραλιανή εκδοχή του διαγωνισμού, το MasterChef Ελλάδας χωρίζει τους παίκτες σε δύο αντίπαλες ομάδες, την Κόκκινη και τη Μπλε, οι οποίες αναμετρώνται σε ομαδικές δοκιμασίες. Ο Vakos έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επιτυχίες της Κόκκινης Ομάδας, συμβάλλοντας στην πρόκρισή της στις τελικές φάσεις του διαγωνισμού.

Παρότι τα ελληνικά είναι η δεύτερη γλώσσα του, έχει εντυπωσιάσει τόσο τους κριτές όσο και το τηλεοπτικό κοινό με την τεχνική του κατάρτιση και την ψύχραιμη παρουσία του υπό πίεση.

Πέρα από την εστίαση, ο Vakos παραμένει γνωστό πρόσωπο στην αυστραλιανή τηλεόραση, έχοντας εμφανιστεί σε εκπομπές όπως τα SBS Food, Everyday Gourmet και Farm to Fork. Είναι επίσης ιδιαίτερα δραστήριος στην ελληνική παροικία, συμμετέχοντας σε πολιτιστικές εκδηλώσεις και φεστιβάλ σε ολόκληρη την Αυστραλία.

Όπως ανέφερε, αρχικά δεν είχε σχεδιάσει να επιστρέψει στην κουζίνα του MasterChef, ωστόσο η πρόσκληση να διαγωνιστεί στην Ελλάδα ήταν μια ευκαιρία που δεν μπορούσε να αφήσει να περάσει.

«Καμιά φορά η ζωή σου παρουσιάζει μια ευκαιρία και είτε την αρνείσαι είτε την αρπάζεις με τα δύο χέρια», είπε.

«Είμαι πραγματικά ευγνώμων για την αγάπη και τη στήριξη της συζύγου μου, αλλά και της οικογένειάς μου, που μου επέτρεψαν να συμμετάσχω σε αυτή τη σεζόν και να εκπροσωπήσω τους Έλληνες της Αυστραλίας».

Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Χόμπαρτ της Τασμανίας, ο Vakos μεγάλωσε μέσα στις γεύσεις και τις παραδόσεις της ελληνικής κουζίνας. Με δύο γιαγιάδες από την Κρήτη και παππούδες που μετανάστευσαν από την Ελλάδα στην Τασμανία τη δεκαετία του 1940, το φαγητό αποτέλεσε από νωρίς αναπόσπαστο κομμάτι της οικογενειακής του ζωής.

Αν και αρχικά σπούδασε και εργάστηκε ως λογιστής, η αγάπη του για τη μαγειρική τον οδήγησε τελικά στον χώρο της εστίασης και στη μετεγκατάστασή του στη Μελβούρνη μετά τη συμμετοχή του στο MasterChef Australia.

Στα επόμενα στάδια του διαγωνισμού, ο Vakos και οι υπόλοιποι διαγωνιζόμενοι θα κληθούν να ανεβάσουν ακόμη περισσότερο τον βαθμό δυσκολίας και πρωτοτυπίας των δημιουργιών τους, διεκδικώντας μία θέση στον μεγάλο τελικό του MasterChef Ελλάδας.

The post Ο Philip Vakos, από τη Μελβούρνη, στους 10 κορυφαίους του MasterChef Ελλάδας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.