Περί αναστήλωσης και αποκατάστασης του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα

Οι πρόσφατες εικόνες του αναστηλωμένου δυτικού αετώματος του Παρθενώνα προκαλούν σε αρκετούς ένα αίσθημα αμηχανίας. Ομολογουμένως, η ποιότητα της εργασίας είναι εντυπωσιακή, η επιστημονική τεκμηρίωση υποδειγματική και η τεχνική εκτέλεση αξιοθαύμαστη. Όμως, η ανησυχία πηγάζει από ένα βαθύτερο ερώτημα: μήπως στην προσπάθεια να διατηρηθεί ένα μνημείο αλλοιώνεται ταυτόχρονα ο τρόπος με τον οποίο αυτό έχει εγγραφεί στη συλλογική μνήμη;

Το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο τον Παρθενώνα. Κάθε αποκατάσταση συνεπάγεται επιλογές. Και κάθε επιλογή προβάλλει μια συγκεκριμένη εκδοχή του παρελθόντος εις βάρος κάποιας άλλης. Κάθε επέμβαση, όσο προσεκτική και αν είναι, αποκαλύπτει εξίσου πολλά για την εποχή που την πραγματοποιεί όσο και για το ίδιο το μνημείο.

Ο Παρθενώνας αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του διλήμματος. Η εικόνα που αναγνωρίζεται παγκοσμίως δεν είναι ο πολύχρωμος ναός του πέμπτου αιώνα π.Χ., αλλά το ερείπιο. Τα σπασμένα αετώματα, οι ελλείπουσες μορφές και οι τραυματισμένοι κίονες έχουν καταστεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς του. Για γενιές επισκεπτών, ο Παρθενώνας υπήρξε ένας διάλογος ανάμεσα στη δημιουργία και την καταστροφή, ανάμεσα στη διάρκεια και την απώλεια.

Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν αφορά το κατά πόσον η αναστήλωση πέτυχε, αλλά ποιος ακριβώς Παρθενώνας αποκαθίσταται. Πρόκειται για τον ναό του Περικλή; Για την πυριτιδαποθήκη που καταστράφηκε κατά τον βομβαρδισμό του Μοροζίνι το 1687; Για το ρομαντικό ερείπιο που ενέπνευσε τους φιλέλληνες του δέκατου ένατου αιώνα; Ή για την ήδη αναστηλωμένη εκδοχή που γνωρίζουμε εδώ και έναν αιώνα, με σύγχρονες προσθήκες και επεμβάσεις; Το ερώτημα μπορεί να φαίνεται θεωρητικό, βρίσκεται όμως στον πυρήνα κάθε συζήτησης για το μέλλον του μνημείου.

Η δυσκολία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επειδή ο Παρθενώνας δεν υπήρξε ποτέ ένα μνημείο με μία και μοναδική ταυτότητα. Κάθε εποχή τον επαναπροσδιόρισε σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες. Οι Αθηναίοι του Περικλή τον αντιλαμβάνονταν ως σύμβολο της δύναμης της πόλης τους. Ωστόσο ακόμη και αυτή η αφήγηση γίνεται πιο σύνθετη όταν εξεταστεί προσεκτικά.

Συχνά παρουσιάζεται ως το κατεξοχήν σύμβολο της δημοκρατίας. Ωστόσο, η ανέγερσή του συνδέεται άμεσα με την αθηναϊκή ηγεμονία και την αυτοκρατορική πολιτική της Αθήνας. Οι πόροι της Δηλιακής Συμμαχίας, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί για την κοινή άμυνα των ελληνικών πόλεων απέναντι στην περσική απειλή, εκτράπηκαν από τον πρωταρχικό τους σκοπό και χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση ενός μεγαλεπήβολου οικοδομικού προγράμματος που αποσκοπούσε στην προβολή της ισχύος και του κύρους της Αθήνας. Ο Πλούταρχος διασώζει τις αντιδράσεις που προκάλεσε η επιλογή αυτή, καθώς και την υπεράσπιση που πρόβαλε ο Περικλής. Όποια κι αν είναι η αξιολόγηση του ζητήματος, πρόκειται για μια πτυχή της ιστορίας του μνημείου που σπανίως προβάλλεται στις σύγχρονες αφηγήσεις. Ο Παρθενώνας εξυμνείται ως σύμβολο δημοκρατικών ιδανικών, ενώ οι αυτοκρατορικές συνθήκες που κατέστησαν δυνατή την ανέγερσή του συνήθως παραμένουν στο περιθώριο. Η επιλεκτική μνήμη, επομένως, δεν αρχίζει αιώνες μετά την κατασκευή του μνημείου, αλλά σχεδόν από τη στιγμή της γέννησής του.

Ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση για την κυρίαρχη εικόνα του Παρθενώνα αποτελεί η βυζαντινή του ιστορία. Κατά τον έκτο αιώνα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο στην Παναγία. Για σχεδόν μία χιλιετία υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους τόπους προσκυνήματος της αυτοκρατορίας. Αυτοκράτορες, ανάμεσά τους ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, μοναχοί και προσκυνητές επισκέπτονταν με ευλάβεια τον ναό. Ως Παναγία Αθηνιώτισσα ήταν γνωστή σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο της Ανατολής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παρθενώνας λειτούργησε ως χριστιανικός ναός για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο λειτούργησε ως αρχαιοελληνικός ναός. Για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του, όσοι τον πλησίαζαν το έκαναν ως πιστοί και όχι ως θαυμαστές της κλασικής αρχαιότητας.

Η πραγματικότητα αυτή αναμφίβολα δημιούργησε αμηχανία στους αρχιτέκτονες του νεοελληνικού κράτους. Η επιθυμία να προβληθεί μια άμεση σύνδεση μεταξύ της σύγχρονης Ελλάδας και της κλασικής αρχαιότητας δεν συμβάδιζε εύκολα με ένα μνημείο που υπήρξε κορυφαίος ναός του βυζαντινού κόσμου. Έτσι, κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, βυζαντινά, φραγκικά και οθωμανικά στοιχεία αφαιρέθηκαν συστηματικά. Ο μεγάλος φραγκικός πύργος κατεδαφίστηκε. Το οθωμανικό τέμενος εξαφανίστηκε και ο μιναρές του αποσυναρμολογήθηκε. Τοιχογραφίες και μεταγενέστερες προσθήκες αφαιρέθηκαν και χάθηκαν.

Πίσω αυτή την πολιτική βρισκόταν η παραδοχή ότι η κλασική αρχαιότητα συνιστά τη σημαντικότερη και πλέον νομιμοποιημένη κληρονομιά της Ελλάδας και ότι οι μεταγενέστεροι αιώνες αποκτούν αξία κυρίως στον βαθμό που οδηγούν πίσω σε αυτήν. Μια τέτοια ανάγνωση υπήρξε εξαιρετικά ελκυστική για τον ευρωπαϊκό φιλελληνισμό, ο οποίος επιθυμούσε να αντικρίσει στην Ελλάδα πρωτίστως τους απογόνους του Περικλή και όχι τους κληρονόμους του Βυζαντίου ή της Οθωμανικής περιόδου. Ωστόσο, για να καταστεί δυνατή αυτή η εικόνα απαιτήθηκε μια αξιοσημείωτη πράξη ιστορικής αμνησίας.

Η διαδικασία αυτή προϋπέθετε μια εκτεταμένη ιστορική επιμέλεια. Ορισμένες περίοδοι αναγορεύθηκαν σε αυθεντική έκφραση της ελληνικότητας, ενώ άλλες αντιμετωπίστηκαν ως ανεπιθύμητες παρεκβάσεις που έπρεπε να αφαιρεθούν από το οπτικό πεδίο και το εθνικό αφήγημα, οδηγώντας όχι στη αποκάλυψη ενός ουδέτερου μνημείου, αλλά στην κατασκευή μιας συγκεκριμένης εκδοχής του Παρθενώνα, περισσότερο συμβατής με τις εθνικές και ευρωπαϊκές προσδοκίες της εποχής.

Δύο αιώνες μετά από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει οι κυρίαρχοι του εθνικού μας αφηγήματος, ότι ο Παρθενώνας δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά αρχαιοελληνικός, βυζαντινός, φραγκικός ή οθωμανικός. Υπήρξε όλα αυτά μαζί. Ναός της Αθηνάς, εκκλησία, καθολικός ναός και τζαμί. Σύμβολο δημοκρατίας, αυτοκρατορίας, πίστης και εξουσίας. Ακόμη και χώρος κοσμικών χρήσεων σε ορισμένες περιόδους της μακράς ιστορίας του. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι όταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ανέκτησε τον έλεγχο της Αθήνας το 304 π.Χ., εγκαταστάθηκε στον Οπισθόδομο του Παρθενώνα και έφερε εκεί τις εταίρες του. Ο κωμικός ποιητής Φιλιππίδης καυτηρίασε την πράξη αυτή γράφοντας ότι μετέτρεψε την Ακρόπολη σε πανδοχείο και οδήγησε εταίρες κοντά στην παρθένο θεά. Το επεισόδιο υπενθυμίζει ότι ο Παρθενώνας ουδέποτε υπήρξε ένα μνημείο με μία και αδιατάρακτη ταυτότητα που απλώς περιμένει να ανακαλυφθεί εκ νέου. Αντιθέτως, συσσώρευσε νοήματα, απορρόφησε αντιφάσεις και επέζησε όλων όσοι επιχείρησαν να τον ορίσουν οριστικά.

Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα είναι που του προσδίδει τη μοναδικότητά του. Ο Παρθενώνας δεν απέκτησε σημασία επειδή παρέμεινε αμετάβλητος, αλλά επειδή επέζησε των διαρκών μεταμορφώσεών του. Οι πληγές, οι απώλειες και οι αντιφάσεις του αποτελούν μέρος της ιστορίας του. Το ερείπιο δεν είναι απλώς η κατάσταση στην οποία κατέληξε το μνημείο. Έχει καταστεί πλέον στοιχείο της ίδιας του της ταυτότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόσφατη αναστήλωση δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τη μακρά ιστορία επανερμηνείας του μνημείου. Πολύ πριν τοποθετηθούν τα νέα κομμάτια πεντελικού μαρμάρου στο δυτικό αέτωμα, ο Παρθενώνας είχε ήδη υποστεί μια πολύ βαθύτερη μορφή ανακατασκευής. Οι επεμβάσεις του δέκατου ένατου αιώνα παρουσιάστηκαν ως πράξεις αποκατάστασης, στην πραγματικότητα όμως υπήρξαν και πράξεις επιλογής. Προέβαλαν μία συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του μνημείου και περιόρισαν όλες τις υπόλοιπες στο περιθώριο. Παρατηρώντας το αναστηλωμένο αέτωμα σήμερα, είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσει κανείς ότι οι ίδιες παραδοχές εξακολουθούν να ασκούν επιρροή.

Όσο περισσότερα τμήματα της αρχικής μορφής αποκαθίστανται, τόσο περισσότερο ανακύπτει ένα παράδοξο. Ο παρατηρητής αρχίζει να αισθάνεται ότι βρίσκεται μπροστά όχι στο ιστορικό μνημείο που γνωρίζει, αλλά σε μια ανακατασκευή του. Το βλέμμα μεταφέρεται σχεδόν ακούσια προς τα αντίγραφα του Παρθενώνα που έχουν ανεγερθεί σε μέρη όπως το Νάσβιλ των Ηνωμένων Πολιτειών ή ακόμη και η Λαντζόου της Κίνας. Η σύγκριση μπορεί να φαίνεται παράλογη, ωστόσο γίνεται όλο και δυσκολότερο να αποφευχθεί. Όσο περισσότερο ανακτάται η αρχική μορφή του μνημείου, τόσο περισσότερο αυτό αρχίζει παραδόξως να θυμίζει τα αντίγραφά του. Η επιδίωξη της πληρότητας μπορεί να οδηγήσει όχι στην οικειότητα αλλά στην αποξένωση.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι πόσο ακόμη μπορεί να αποκατασταθεί ο Παρθενώνας, αλλά ποια εκδοχή της Ελλάδας επιθυμεί να αντικρίσει κανείς μέσα από αυτόν. Μια Ελλάδα πολύπλοκη, αντιφατική και ιστορικά πολυεπίπεδη ή μια εξιδανικευμένη εικόνα της κλασικής αρχαιότητας, αποκομμένη από όσα ακολούθησαν. Διότι ο κίνδυνος δεν είναι να χαθεί το μνημείο. Ο κίνδυνος είναι να αποκοπεί ολοένα και περισσότερο από την ιστορική πραγματικότητα που το κατέστησε σημαντικό, αντικαθιστώντας ένα μνημείο που ενσαρκώνει την πολυπλοκότητα της ελληνικής εμπειρίας με μια εξιδανικευμένη εικόνα της Ελλάδας, καθησυχαστική για το δυτικό βλέμμα και χρήσιμη στις σύγχρονες πολιτισμικές αφηγήσεις.

The post Περί αναστήλωσης και αποκατάστασης του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.