
Μετά τη στροφή 180 μοιρών που έκανε η κυβέρνηση στο τέλος Ιανουαρίου 2025 (δηλαδή ταυτόχρονα με την ορκωμοσία Ντόναλντ Τραμπ) στην μέχρι τότε απόλυτα πράσινη πολιτική της, προτάσσοντας την ανάγκη για έρευνες υδρογονανθράκων στο πλαίσιο ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, άλλαξαν άρδην οι προτεραιότητες σε επίπεδο στρατηγικής στόχευσης.
Τόσο ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρος δεν χάνουν ευκαιρία να τονίζουν τη μεγάλη σημασία που έχει για την Ελλάδα η προσέλκυση επενδύσεων και η σύναψη συμφωνιών με επίκεντρο τις έρευνες υδρογονανθράκων, αλλά και την ανάγκη ενίσχυσης των υποδομών για τη μεταφορά φυσικού αερίου προς τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης παράλληλα με τις εισαγωγές LNG, κατά προτίμηση από τις ΗΠΑ.
Μια προοπτική που έχει, ως αναμενόταν, δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες στους επενδυτές αλλά και στον απλό καταναλωτή που αποβλέπει στη μείωση του υψηλού ενεργειακού κόστους που είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίζει καθημερινά. Γι’ αυτό όταν μία από τις δύο μεγάλες πετρελαϊκές που έχουν αναλάβει έρευνες στην Ελλάδα – συγκεκριμένα η ExxonMobil – αποφασίζει αίφνης να αποχωρήσει από μια μεγάλη ερευνητική περιοχή «Δυτικά της Κρήτης», στην οποία έχει δραστηριοποιηθεί από το 2019, και να επιστρέψει την παραχώρηση στο ελληνικό Δημόσιο, εύλογα δημιουργούνται ερωτήματα ως προς τη βιωσιμότητα των επενδύσεων σε έρευνες και την παραμονή των ξένων επενδυτών στην Ελλάδα. Με τις θεωρίες συνωμοσίας και αφηγήματα περί μαζικής αποχώρησης των επενδυτών να ευρίσκονται για μια ακόμη φορά στο επίκεντρο των συζητήσεων.
Η ExxonMobil επιστρέφει την παραχώρηση «Δυτικά της Κρήτης» και επανατοποθετείται γεωγραφικά: εάν δούμε τα πράγματα πιο νηφάλια και θελήσουμε να εξετάσουμε τους πραγματικούς λόγους που ώθησαν τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή του κόσμου να εγκαταλείψει μια μεγάλη σε έκταση περιοχή στην οποία είχε ήδη πραγματοποιήσει εκτενείς σεισμικές και γεωφυσικές έρευνές, θα διαπιστώσομε ότι πρόκειται περί συνήθους τακτικής των μεγάλων πετρελαϊκών που ανά πάσα στιγμή διαχειρίζονται εκατοντάδες κοιτάσματα ανά τον κόσμο. Αρκετά από αυτά είναι σε φάση παραγωγής και πολύ περισσότερα ευρίσκονται σε φάση ερευνών. Η θαλάσσια παραχώρηση που επέστρεψε η ExxonMobil στο ελληνικό Δημόσιο αποτελούσε καθαρά ερευνητική περιοχή.
ExxonMobil – HELLENiQ Energy
Πριν από λίγες εβδομάδες η ExxonMobil, μαζί με τη HELLENiQ Energy, που αποτελούν την κοινοπραξία που είχε την παραχώρηση στην περιοχή «Δυτικά της Κρήτης», αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή, σηματοδοτώντας τη λήξη της άδειας έρευνας και επιστρέφοντας την παραχώρηση στο ελληνικό Δημόσιο. Η απόφαση αυτή φαίνεται να συνδέεται άμεσα με τα αποτελέσματα των σεισμικών ερευνών, τα οποία δεν κατέδειξαν επαρκείς ενδείξεις για την ύπαρξη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων ποσοτήτων φυσικού αερίου. Παράλληλα, το ιδιαίτερα υψηλό κόστος γεωτρήσεων σε μεγάλα θαλάσσια βάθη (περίπου στα 3.000 μ.) σε συνδυασμό με τη χαμηλή πιθανότητα ανακάλυψης σημαντικού κοιτάσματος, επηρέασε καθοριστικά την επενδυτική αξιολόγηση της περιοχής.
Σύμφωνα με γεωλόγους πετρελαίων που είναι κοντά στην ερευνητική ομάδα της Exxon Mobil, η ανωτέρω εξέλιξη εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο αναδιάρθρωσης και βελτιστοποίησης του διεθνούς χαρτοφυλακίου της ExxonMobil, η οποία επιλέγει να επικεντρώσει τους διαθέσιμους πόρους και τις ερευνητικές της προσπάθειες σε περισσότερο υποσχόμενες ελληνικές παραχωρήσεις,και συγκεκριμένα στις περιοχές «Νοτιοδυτικά της Κρήτης» και Block 2 στο Ιόνιο Πέλαγος, όπου οι γεωλογικές ενδείξεις θεωρούνται περισσότερο ελπιδοφόρες για την ανακάλυψη σημαντικών αποθεμάτων υδρογονανθράκων.
Να σημειωθεί ότι η παραχωρησιούχος κοινοπραξία αποτελείται από τις ExxonMobil, την HELLENiQ Energy και την Energean, με την τελευταία να εκτελεί χρέη διαχειριστή (operator). Η επανατοποθέτηση της ExxonMobil πρoτεραιοποιεί το Block 2 όπου προγραμματίζεται η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στον ελλαδικό χώρο, έπειτα από 30 χρόνια, σε βάθος 800 μέτρων στις αρχές του 2027. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Εnergean το συγκεκριμένο κοίτασμα έχει δυναμικότητα που φθάνει τα 270 δισ. κυβικά μέτρα και εάν οι έρευνες έχουν θετικό αποτέλεσμα η παραγωγή του θα μπορεί όχι μόνο να καλύψει τις ανάγκες της χώρας (που ανέρχονται στα 7 δισ. κ.μ. τον χρόνο) αλλά και να εξάγει μεγάλο μέρος της παραγωγής του προς την Ιταλία και την Ευρώπη.
Η στρατηγική της Chevron
Εν τω μεταξύ νέο κεφάλαιο ανοίγει για τις έρευνες υδρογονανθράκων στην Ελλάδα, με την είσοδο της Chevron στην παραχώρηση «Περιοχή 10» (Block 10), στα ανοιχτά του Κυπαρισσιακού Κόλπου, στο Νότιο Ιόνιο, η οποία μέχρι τώρα ανήκε αποκλειστικά στη HELLENiQ Energy. Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ανακοίνωσε ότι η Chevron και η HELLENiQ Energy υπέβαλαν επίσημο αίτημα για τη συμμετοχή της αμερικανικής εταιρείας στην παραχώρηση, καθώς και αίτημα προς την ΕΔΕΥΕΠ για τη μεταβίβαση του ρόλου του εντολοδόχου (operator) από τη HELLENiQ Energy στη Chevron.
Η συμφωνία προβλέπει την απόκτηση ποσοστού 70% από τη Chevron, με τη HELLENiQ Energy να διατηρεί το υπόλοιπο 30%. Η κίνηση αυτή της Chevron ουσιαστικά αποσκοπεί στη δημιουργία μιας ενιαίας και μεγάλης έκτασης ερευνών στα Δυτικά και Νότια της Πελοποννήσου, κοντά στα 14.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, όπου αυξάνονται στατιστικά οι πιθανότητες να εντοπίσει εκμεταλλεύσιμους στόχους. Ο αμερικανικός κολοσσός ενώνει τα κομμάτια που είχε μέχρι σήμερα, δηλαδή το «Α2» (826 τ.χλμ.), με το Block 10 (2.736 τ.χλμ.) και το «Ν. Πελοπόννησος» (10.211 τ.χλμ) σε ένα ενιαίο, επιφάνειας 13.800 τ.χλμ., ανάλογο με εκείνο στα Νότια της Κρήτης. Σημειώνεται ότι η θαλάσσια έκταση γνωστή ως Βlock 10, στον Κυπαρισσιακό Κόλπο, αποτελεί την πέμπτη συμμετοχή της αμερικανικής εταιρείας στην Ελλάδα.
Τα άλλα τέσσερα είναι το «Α2», με το τελευταίο να αποτελεί μία από τις τέσσερις παραχωρήσεις που πέρασαν τελευταία στα χέρια της κοινοπραξίας Chevron – HELLENiQ Energy για έρευνα και ανάπτυξη, μαζί με τα οικόπεδα «Νότια της Πελοποννήσου», «Νότια της Κρήτης 1» και «Νότια της Κρήτης 2», αυξάνοντας έτσι τις συνολικές ενεργές παραχωρήσεις της χώρας στις εννέα και υπερδιπλασιάζοντας την έκταση των υπό διερεύνηση περιοχών στις ελληνικές θάλασσες.
Τα νέα δεδομένα
Οι ανωτέρω κινήσεις των μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών οδηγούν σε δύο βασικά συμπεράσματα. Πρώτον, ότι το ενδιαφέρον τους μετατοπίζεται από την Κρήτη στο Ιόνιο, όπου υπάρχουν μικρότερα βάθη, πλέον ολοκληρωμένα προγράμματα ερευνών και περισσότερο υποσχόμενα κοιτάσματα. Δεύτερον, ότι με συνολικές θαλάσσιες παραχωρήσεις στα 65.000 τετρ.χλμ., όση δηλαδή η μισή χερσαία έκταση της χώρας, όχι μόνο δεν εξετάζουν το ενδεχόμενο αποχώρησης από την Ελλάδα αλλά απεναντίας εντατικοποιούν τις έρευνες με ένα χρονοδιάγραμμα σεισμικών αλλά κει ερευνητικών γεωτρήσεων που εκτείνεται μέχρι το 2033.
Παράγοντες της διεθνούς αλλά και της ελληνικής αγοράς στον τομέα των υδρογονανθράκων υποστηρίζουν ότι σήμερα η Ελλάδα, έπειτα από πολιτικούς πειραματισμούς ετών στην ενεργειακή της πολιτική και πισωγυρίσματα στις έρευνες, έχει μια μοναδική ευκαιρία να προχωρήσει σε έρευνες επί του πεδίου, ιδιαίτερά με τη στήριξη δύο κολοσσών του πετρελαϊκού χώρου. Επιπλέον, θα πρέπει να επωφεληθεί από το θετικό κλίμα που υπάρχει παγκοσμίως στον χώρο των ερευνών και να μπορέσει με τη σύμπραξη της ΕΔΕΥΕΠ αλλά και του ΥΠΕΝ να διευρύνει γεωγραφικά τις περιοχές ερευνών προκηρύσσοντας νέες περιοχές (λ.χ. Βόρεια Ελλάδα, Θερμαϊκός, Κόλπος Ορφανού) και προωθώντας άμεσα την παραγωγική γεώτρηση στο Κατάκολο όπου ως γνωστόν υπάρχει βεβαιωμένο κοίτασμα πετρελαίου με παραχωρησιούχο την Energean.
Με άλλα λόγια θα πρέπει να προωθηθεί ένα ευρύτερο πρόγραμμα ερευνών και παραγωγής με στόχο η Ελλάδα να μπει επιτέλους δυναμικά στον τομέα έρευνας και παραγωγής αξιοποιώντας μικρά και μεγάλα κοιτάσματα, προσελκύοντας επενδύσεις και αποκτώντας τεχνογνωσία. Καθότι μόνο με την αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού στους υδρογονάνθρακες, σε συνδυασμό με τις ΑΠΕ, θα μπορέσει κάποτε η χώρα να καταστεί ενεργειακά αυτάρκης, όπερ και το ζητούμενο σε έναν γεωπολιτικά ασταθή κόσμο.
Ο Κωστής Σταμπολής είναι ενεργειακός αναλυτής και πρόεδρος του ΙΕΝΕ