Σπουδές και πτυχίο με τον… δίσκο στο χέρι

Για χιλιάδες νέους ανθρώπους σε όλη τη χώρα, τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών και η είσοδος σε ένα πανεπιστήμιο δεν ισοδυναμούν με την έναρξη των χρόνων της ανεμελιάς. Οσο για το τέλος της εξεταστικής, δεν σηματοδοτεί την αρχή των διακοπών. Δεν ακολουθούν η καθημερινότητα χωρίς πρόγραμμα και οι βραδιές χωρίς πρόγραμμα, ούτε τα εισιτήρια για νησιά, οι ξέγνοιαστες βουτιές.

Για όλες και όλους αυτούς, κυρίως δε για τα παιδιά που σπουδάζουν μακριά από το σπίτι των γονιών τους, υπάρχουν σφιχτά ωράρια και κούραση ή βαλίτσες γεμάτες ρούχα εργασίας, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, βάρδιες που ξεκινούν από το πρωί και τελειώνουν αργά τη νύχτα. Και μαζί με αυτά, η προσδοκία ότι θα τα βγάλουν λίγο πιο εύκολα πέρα, βοηθώντας και τις οικογένειές τους, ή ότι μέσα σε τρεις ή τέσσερις μήνες θα καταφέρουν να συγκεντρώσουν τα χρήματα που θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους τον χειμώνα.

Το φαινόμενο δεν είναι φυσικά καινούργιο. Είναι όμως πιο έντονο από ποτέ. Η Ελλάδα των ακριβών ενοικίων, των αυξημένων λογαριασμών, των πανάκριβων μετακινήσεων και του ολοένα υψηλότερου κόστους ζωής έχει αλλάξει ριζικά και τη φοιτητική καθημερινότητα. Ειδικά για τους νέους που σπουδάζουν μακριά από τον τόπο καταγωγής τους, η φοιτητική ζωή έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι συνώνυμη με τα αμφιθέατρα, τις παρέες και τη γνώση. Είναι συνδεδεμένη και με την εργασία.

Το αμείλικτο κόστος ζωής

Με τον δίσκο στο χέρι, πίσω από μια μπάρα, σε έναν μπουφέ ξενοδοχείου, στην υποδοχή ενός καταλύματος, σε μια κουζίνα ή σε ένα τουριστικό κατάστημα ως πωλητές ή ακόμη και σε ένα αγρόκτημα, χιλιάδες φοιτητές περνούν πλέον τους μήνες ή και τη χρονιά τους. Για πολλούς και πολλές, η εποχική εργασία αποτελεί τον μοναδικό τρόπο να εξασφαλίσουν ένα μέρος των χρημάτων που θα χρειαστούν για να αντεπεξέλθουν στα έξοδα που συνεπάγεται η κάλυψη των πιο βασικών καθημερινών τους αναγκών.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για παιδιά που προέρχονται από οικογένειες χωρίς εισόδημα. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις οι γονείς τους κάνουν ό,τι μπορούν για να τα στηρίξουν. Ωστόσο, οι ίδιοι οι φοιτητές γνωρίζουν καλά ότι το οικονομικό βάρος είναι μεγάλο. Βλέπουν τους γονείς τους να παλεύουν με τις ίδιες αυξήσεις, με τα ίδια έξοδα, με την ίδια αβεβαιότητα. Και επιλέγουν να συμβάλουν.

«Να μην τους επιβαρύνω», «να μπορώ να πληρώνω κάποια πράγματα μόνη μου», «να στηρίζομαι στις δικές μου δυνάμεις», «να μη ζητάω συνεχώς χρήματα». Οι φράσεις αυτές επαναλαμβάνονται σχεδόν αυτούσιες στις αφηγήσεις των νέων που εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους. Πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται μια γενιά που ενηλικιώνεται διαφορετικά από τις προηγούμενες. Μια γενιά που καλείται να αναλάβει οικονομικές ευθύνες από πολύ νωρίς. Που μαθαίνει τι σημαίνει ενοίκιο, λογαριασμός, βάρδια, ένσημα και αποταμίευση πριν ακόμη πάρει το πτυχίο της.

Η «σκοτεινή πλευρά»

Ασφαλώς, η πραγματικότητα αυτή έχει και τη σκοτεινή της πλευρά. Πολλοί φοιτητές αναγκάζονται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε απαιτητικά προγράμματα σπουδών και εξαντλητικά ωράρια εργασίας. Υπάρχουν ημέρες που η κούραση νικά το διάβασμα. Εβδομάδες που τα μαθήματα μένουν πίσω. Καλοκαίρια που χάνονται μέσα σε δωδεκάωρες βάρδιες και συνεχείς υποχρεώσεις.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη συνθήκη αναδεικνύεται και κάτι βαθιά αισιόδοξο: η επιμονή μιας γενιάς που δεν εγκαταλείπει τους στόχους της. Που δεν θεωρεί δεδομένο ότι όλα θα της προσφερθούν. Που αναζητεί τρόπους να σταθεί στα πόδια της και να διεκδικήσει το μέλλον της με τους δικούς της όρους. Γιατί πίσω από κάθε φοιτητή που σερβίρει καφέδες σε ένα νησί, πίσω από κάθε νέα που εργάζεται σε ένα ξενοδοχείο ή σε ένα κατάστημα τουριστικών ειδών, υπάρχει και ένας άνθρωπος που επιστρέφει το φθινόπωρο στα αμφιθέατρα με το βλέμμα στραμμένο στο πτυχίο του. Ενα πτυχίο που πολλές φορές κατακτιέται με κόπο διπλό: με βιβλία στο σακίδιο και δίσκο στο χέρι.

Σε αυτό το φόντο, μιλήσαμε με τρεις νέους ανθρώπους που φοιτούν για την απόφασή τους να εργαστούν παράλληλα με τις σπουδές τους. Για τις δυσκολίες που συνάντησαν αλλά και για το αίσθημα ανεξαρτησίας που τους προσφέρει η δυνατότητα να στηρίζονται, έστω και μερικώς, στις δικές τους πλάτες.

Οι ιστορίες τους μπορεί να έχουν διαφορετικές αφετηρίες, καταλήγουν όμως στο ίδιο συμπέρασμα: η εργασία κατά τη διάρκεια των σπουδών έχει μετατραπεί από επιλογή σε αναγκαιότητα. Οι νέοι σήμερα δεν αναζητούν χρήματα μόνο για τη διασκέδασή τους, αλλά για να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους χωρίς να αισθάνονται ότι αποτελούν διαρκές οικονομικό βάρος για τις οικογένειές τους.

«Οι περισσότεροι που γνωρίζω εργάζονται»

Η Πετρούλα Βλάσση είναι 22 ετών, φοιτήτρια Οικονομικών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και κάθε καλοκαίρι επιστρέφει στην Κέρκυρα για να εργαστεί σε ξενοδοχειακές μονάδες.

«Κατάγομαι από την Κέρκυρα, όπου και διαμένει η οικογένειά μου. Πέτυχα στη σχολή μου το 2022 και σήμερα βρίσκομαι στο τέταρτο έτος των σπουδών μου. Ηδη από το καλοκαίρι μετά τις πανελλήνιες εξετάσεις και πριν καν πάω φοιτήτρια, ξεκίνησα να εργάζομαι τους καλοκαιρινούς μήνες. Εκτοτε όλα τα καλοκαίρια παράλληλα με τις σπουδές μου, στο ενδιάμεσο της θερινής εξεταστικής και τις εξεταστικής του Σεπτεμβρίου, ενίοτε και περισσότερο, δουλεύω σεζόν σε ξενοδοχείο», μας λέει.

Και συνεχίζει: «Ο λόγος που ξεκίνησα και συνεχίζω είναι γιατί δεν θέλω να στηρίζομαι οικονομικά εξ ολοκλήρου στους γονείς μου. Τα έξοδα εν τω μεταξύ ολοένα και αυξάνονται: για παράδειγμα το ενοίκιό μου στο πρώτο έτος ήταν εμφανώς χαμηλότερο από αυτό που πληρώνω σήμερα. Εκτός από τα έξοδά μου όμως, εργάζομαι για να μπορώ να παρέχω στον εαυτό μου και το κάτι παραπάνω: ένα ταξίδι ή τη διασκέδασή μου. Συνήθως φεύγω Ιούλιο, φέτος όμως έχω ξεκινήσει από Απρίλιο: Εφυγα, έχω επιστρέψει για την εξεταστική και θα ξαναφύγω. Εργάζομαι σέρβις σε ξενοδοχείο. Τα χρήματα που συγκεντρώνω με καλύπτουν για 3-4 μήνες αφότου επιστρέψω, διάστημα το οποίο είναι πολύ σημαντικό».

Με βάση την εμπειρία της, «οι περισσότεροι φοιτητές που γνωρίζω εργάζονται, είτε σεζόν είτε ημιαπασχόληση όλο τον χρόνο, παράλληλα με το πανεπιστήμιο. Ειδικά όσοι έχουν καταγωγή από αλλού και νοικιάζουν στην Αθήνα. Δεν πιστεύω ότι αν δεν δούλευα δεν θα κατάφερνα να ολοκληρώσω τις σπουδές μου, απλά θα δυσκολευόμουν πολύ περισσότερο και δεν θα είχα καμία άνεση. Με τα χρήματα που μπορούν να μου προσφέρουν οι γονείς μου, θα ήμουν πολύ περιορισμένη».

«Είδα πώς βγαίνουν τα χρήματα»

Ο Βασίλης Ρίζος, 23 ετών, φοιτητής Φυσικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, γνώρισε από νωρίς την πραγματικότητα της αγοράς εργασίας.

«Oταν πέρασα στα Ιωάννινα, τα έξοδα ήταν κάτι που με απασχόλησε, με την έννοια ότι θα έπρεπε να νοικιάσω σπίτι και να έχω και μεταφορικά, καθώς γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λάρισα. Οι γονείς μου μπορούσαν να με στηρίξουν, όμως είχαμε συμφωνήσει να μου στέλνουν ένα ποσό και δεν ήθελα να τους ζητάω περισσότερα. Οπότε αποφάσισα να στηριχτώ στις δικές μου δυνάμεις για να καλύπτω τις όλο και αυξανόμενες ανάγκες μου. Με λίγα λόγια οι γονείς μου, μου εξασφαλίζουν το ζην και εγώ δουλεύω για το ευ ζην», λέει με ειλικρίνεια.

«Ξεκίνησα να δουλεύω σέρβις. Δεν ήθελα να σκέφτομαι αν θα αγοράσω μια δεύτερη μπίρα, ήθελα να μπορώ να την πληρώσω μόνος μου. Ξεκίνησα το 2024 στο σέρβις. Μετά έμαθα και μπουφέ και μπαρ δούλευα τη βραδινή βάρδια. Eφτασα κάποια στιγμή να κάνω τα πάντα, μέχρι και λάντζα και μετά έκλεινα το κατάστημα. Δεν έχω μετανιώσει καθόλου, έχω μάθει πολλά πράγματα, μπήκα νωρίς στην αγορά εργασίας και είδα πώς βγαίνουν τα χρήματα. Δουλεύοντας τρία πεντάωρα την εβδομάδα έβγαζα περίπου 300 ευρώ τον μήνα, χρήματα που ως επί το πλείστον πήγαιναν στα καύσιμα. Υπήρξαν χρονιές που δούλευα και πολύ περισσότερες ώρες. Αν σκεφτείτε ότι 300 ευρώ στα Ιωάννινα είναι περίπου το ενοίκιο του σπιτιού, είναι ένα σημαντικό ποσό».

Ο ίδιος καταλήγει: «Φέτος βρίσκομαι στο 5ο έτος των σπουδών και σταμάτησα τη δουλειά, έχοντας αποταμιεύσει κάποια χρήματα, ώστε να μπορέσω να επικεντρωθώ στο διάβασμα και να περάσω τα μαθήματα που χρωστάω. Και αυτό γιατί υπήρχαν φορές που από τις πολλές μέρες και ώρες συνεχόμενης δουλειάς επέστρεφα και μου ήταν δύσκολο να διαβάσω για τη σχολή. Οι περισσότεροι από την παρέα μου ψάχνουν κάθε καλοκαίρι δουλειά για να φύγουν σεζόν και μάλιστα πολλοί απ’ αυτούς δουλεύουν part time και μέσα στον χειμώνα. Δεν γίνεται να στα δίνουν όλα οι γονείς: περίπου στο 2ο έτος καταλαβαίνουμε όλοι ότι δεν βγαίνει αν δεν δουλέψεις».

«Αγχώθηκα, αλλά ωρίμασα πιο γρήγορα»

Η Αγγελική Ματαφιά, 21 ετών, φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, συνδυάζει δουλειά και σπουδές σχεδόν από την πρώτη ημέρα της φοιτητικής της ζωής.

«Η καταγωγή μου είναι από την Αθήνα. Δεν είχα καθόλου στο μυαλό μου ότι θα χρειαστεί να φύγω από το πατρικό μου. Είχα δηλώσει την Αθήνα όπου δεν πέτυχα και επόμενη επιλογή τα Ιωάννινα. Oταν βγήκαν τα αποτελέσματα είχα λυπηθεί πολύ, γιατί δεν ήξερα αν θα μπορέσω να πάω και δεν ήθελα να ξαναδώσω εξετάσεις. Θα έπρεπε πια να συντηρούμαι μόνη μου και να μένω μακριά από την οικογένειά μου. Ωρίμασα όμως πολύ πιο γρήγορα και σε αυτό έπαιξε ρόλο και το ότι εργάστηκα και εργάζομαι», σημειώνει.

Oπως λέει, «με άγχωσε το θέμα των χρημάτων, δεν ήθελα να γίνομαι βάρος στους γονείς μου, τα έξοδα είναι πολλά. Το ενοίκιο κυμαίνεται στα 300 – 350 ευρώ συν τους λογαριασμούς. Εγώ επέλεξα να εργάζομαι και μέσα στη χρονιά αλλά και το καλοκαίρι. Δυσκολεύτηκα αρκετά να βρω ωράριο που να συμβαδίζει με τις ώρες των μαθημάτων μου. Κυρίως εργάζομαι ως σερβιτόρα, με ωράριο που μπορεί να άγγιζε και το 12ωρο. Φεύγω πάντα μετά την εξεταστική ώστε να εργαστώ Ιούνιο – Ιούλιο – Αύγουστο. Φέτος θα πάω στη Λευκάδα για σεζόν, είτε πωλήτρια σε κατάστημα είτε πάλι σέρβις, ανάλογα με το πού θα είναι καλύτερα τα χρήματα».

Oσο για το τι κάνει τα χρήματα από τη δουλειά της; «Oσα συγκεντρώσω φέτος θα τα αξιοποιήσω στο να πάρω το δίπλωμα οδήγησης. Δεν μπορώ να πω ότι τα χρήματα της σεζόν κρατάνε για πολύ, δύο με τρεις μήνες. Αλλά έστω και αυτά είναι σημαντικά. Στην καλοκαιρινή σεζόν, μας ασφαλίζουν κανονικά και αυτό μετράει επίσης για εμένα. Μπαίνοντας πλέον στο 4ο έτος, θα συνεχίσω και φέτος και του χρόνου να εργάζομαι “σεζόν”, από ανάγκη και όχι απαραίτητα από επιλογή. Δεν “βγαίνει” αν δεν το κάνω!».