
Σύμφωνα με έρευνα της GWI Travel, που πραγματοποιήθηκε τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2026, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τρίτη θέση στις προτιμήσεις των Γερμανών και των Ιταλών για ταξίδια στο εξωτερικό κατά τη φετινή χρονιά, την τέταρτη θέση μεταξύ Βρετανών και Γάλλων, ενώ βρίσκεται στην έκτη θέση για τους Ισπανούς ταξιδιώτες.
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στην τελευταία μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) με τίτλο «Το προφίλ σημαντικών αγορών του Ελληνικού Τουρισμού. Α’ Μέρος: Ευρωπαϊκές Αγορές (Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία)», η οποία βασίστηκε σε δείγμα περίπου 4.600 ατόμων κατά το πρώτο δίμηνο του έτους. Η έρευνα αποτυπώνει τις προθέσεις ταξιδιών στο εξωτερικό για τους επόμενους δώδεκα μήνες και προσφέρει πολύτιμα συμπεράσματα για τη στρατηγική ανάπτυξης του ελληνικού τουρισμού.
Ένα από τα βασικά ευρήματα της μελέτης είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να επωφελείται από τη διαχρονικά υψηλή ζήτηση για διακοπές κοντά στη θάλασσα. Το συγκεκριμένο προϊόν παραμένει κυρίαρχη επιλογή για την πλειονότητα των Ευρωπαίων ταξιδιωτών, προσφέροντας στη χώρα ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Παράλληλα, η αυξημένη δημοτικότητα των σύντομων αποδράσεων σε πόλεις (city breaks) ενισχύει περαιτέρω τις προοπτικές για προορισμούς που μπορούν να συνδυάσουν πολιτισμό, γαστρονομία και αστικές εμπειρίες.
Την ίδια στιγμή, το περιβάλλον γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας επηρεάζει ολοένα και περισσότερο τις ταξιδιωτικές αποφάσεις. Περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις ταξιδιώτες από τις βασικές αγορές εισερχόμενου τουρισμού προς την Ελλάδα δηλώνουν ότι είναι πιθανό να επιλέξουν προορισμούς πιο κοντά στον τόπο κατοικίας τους. Η τάση αυτή ευνοεί συνολικά τους μεσογειακούς προορισμούς έναντι των μακρινών ταξιδιών (long-haul), ωστόσο δημιουργεί και προκλήσεις για την Ελλάδα, καθώς η γεωγραφική της θέση στα νοτιοανατολικά άκρα της Ευρώπης την καθιστά λιγότερο προσβάσιμη οδικώς ή σιδηροδρομικώς σε σύγκριση με ανταγωνιστικούς προορισμούς όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία ή η Κροατία.
Η αβεβαιότητα επηρεάζει και τη συμπεριφορά των καταναλωτών ως προς τον χρόνο προγραμματισμού των διακοπών τους, ενισχύοντας την τάση για κρατήσεις τελευταίας στιγμής. Παράλληλα, καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των αγορών ως προς την πρόθεση ταξιδιού, τη διάρκεια παραμονής, το ύψος της τουριστικής δαπάνης και τον χρόνο κράτησης, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για εξατομικευμένες πολιτικές προβολής και προώθησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η αυξανόμενη προτίμηση των Ευρωπαίων για δραστηριότητες που συνδέονται με τη φύση, την ύπαιθρο και την πεζοπορία. Η τάση αυτή δημιουργεί νέες ευκαιρίες για λιγότερο ανεπτυγμένους τουριστικά προορισμούς της χώρας, οι οποίοι μπορούν να αναδείξουν εναλλακτικές μορφές τουρισμού, συμβάλλοντας παράλληλα στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και στη γεωγραφική διασπορά των επισκεπτών.
Η σημασία των πέντε αγορών που εξετάζει η μελέτη, είναι ιδιαίτερα μεγάλη για τον ελληνικό τουρισμό. Το 2025 οι αγορές της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας συνεισέφεραν περισσότερο από το 46% των συνολικών εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού. Η Γερμανία κατέλαβε την πρώτη θέση σε τουριστικά έσοδα, ακολουθούμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η Γαλλία βρέθηκε στην τέταρτη θέση, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ιταλία κατέλαβε την πέμπτη θέση, ενώ η Ισπανία, αν και βρίσκεται χαμηλότερα στην κατάταξη, εμφανίζει αξιοσημείωτη αναπτυξιακή δυναμική τα τελευταία χρόνια.
Τα συμπεράσματα της μελέτης αναδεικνύουν ότι η ισχυρή θέση της Ελλάδας στις προτιμήσεις των Ευρωπαίων παραμένει αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, η διατήρηση και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού προϋποθέτει ευελιξία, προσαρμογή στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αγοράς και αξιοποίηση των νέων ταξιδιωτικών τάσεων που διαμορφώνουν το τοπίο της επόμενης ημέρας.