Την Κυριακή 14 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε εκδήλωση στο κτίριο της Παμμακεδονικής Ένωσης Μελβούρνης και Βικτωρίας, σε συνεργασία με την Ένωση Μακεδόνων Πολιτών Μελβούρνης και Βικτωρίας. Μια βραδιά αφιερωμένη στο ρεμπέτικο τραγούδι, που γέμισε τον χώρο με ιστορία, μνήμη και ελληνικό συναίσθημα.
Βασική ομιλήτρια ήταν η Αντιπρόεδρος της Παμμακεδονικής, Βικτώρια Παπάζογλου, η οποία παρουσίασε μια αναλυτική και ιδιαίτερα τεκμηριωμένη ιστορική αναδρομή του ρεμπέτικου από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής.
Την εκδήλωση πλαισίωσε χορευτικό συγκρότημα υπό τον Χρήστο Κωνσταντινίδη, ενώ μουσικά συμμετείχαν ο Ηλίας Χατζηεμμανουήλ και ο Dean Georgalas, προσφέροντας ζωντανό παραδοσιακό πρόγραμμα που κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον των παρευρισκομένων.

Όπως εξήγησε ηκα Παπάζογλου , το ρεμπέτικο —ως αστικό λαϊκό τραγούδι— φαίνεται να γεννιέται σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, με επίκεντρο τη Σμύρνη, όπου από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερο μουσικό ύφος. Ένα ύφος που κουβαλά επιρροές από Ανατολή και Δύση, με μαντολινάτες ευρωπαϊκού τύπου αλλά και ορχήστρες με βιολιά, σαντούρια, ούτια και πολίτικες λύρες.
Τα τραγούδια αυτής της περιόδου εξαπλώθηκαν γρήγορα σε όλα τα ελληνικά κέντρα της εποχής. Σημαντικές εστίες ανάπτυξης αποτέλεσαν η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη, η Αλεξάνδρεια, αλλά και οι ελληνικές κοινότητες της Αμερικής, όπου έχουν καταγραφεί και πολύτιμες πρώιμες ηχογραφήσεις από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Καθοριστικό ρόλο στη διάδοση του είδους έπαιξε και η μετακίνηση μουσικών από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη προς τα αστικά κέντρα του ελληνικού κράτους. Οι μουσικοί αυτοί εμφανίζονταν σε καφενεία, στα λεγόμενα καφέ-αμάν, αλλά και σε μάντρες και υπαίθριες εξέδρες, κερδίζοντας το κοινό με έναν ήχο που έφερνε μαζί του ολόκληρη την Ανατολή. Τα καφέ-αμάν γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση στην Αθήνα στο τέλος του 19ου αιώνα, με κορύφωση την περίοδο 1886–1896. Ο όρος «αμανές» προήλθε από τη συχνή επαναλαμβανόμενη λέξη «αμάν», που στα τουρκικά σημαίνει «έλεος».

Τα λιμάνια αποτέλεσαν φυσικούς σταθμούς διακίνησης και εξέλιξης του ρεμπέτικου: η Ερμούπολη, ο Πειραιάς, η Καβάλα και το Ηράκλειο Κρήτης υπήρξαν σημαντικά κέντρα όπου το είδος ρίζωσε και εξελίχθηκε. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, η άφιξη των προσφύγων —πολλοί από τους οποίους ήταν σπουδαίοι μουσικοί— σε συνδυασμό με τους ντόπιους καλλιτέχνες, διαμόρφωσε οριστικά το ρεμπέτικο όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Η ίδια σημείωσε επίσης πως ο όρος «ρεμπέτικο» επικράτησε σχετικά αργά, έναντι άλλων χαρακτηρισμών όπως «μάγκικο» ή «μόρτικο». Η λέξη εμφανίζεται αρχικά σε δισκογραφικές ετικέτες γύρω στο 1935, ενώ οι όροι «ρεμπέτης» και «ρεμπέτικο» καθιερώνονται σταδιακά εκείνη την περίοδο.
Αναφερόμενη στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα, υπογράμμισε ότι οι ρεαλιστές συγγραφείς της εποχής περιγράφουν συχνά την περιθωριακή ζωή των πόλεων, χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικούς όρους όπως «μάγκας», «αλάνης», «μόρτης» και «βλάμης», χωρίς όμως ακόμη να έχει διαμορφωθεί ο όρος «ρεμπέτης» όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη θεματολογία των ρεμπέτικων τραγουδιών, η οποία είναι εξαιρετικά πλούσια: τραγούδια ερωτικά, χιουμοριστικά, επαγγελματικά, τραγούδια με γυναικεία ονόματα, αλλά και τραγούδια που αγγίζουν δύσκολες κοινωνικές πτυχές, όπως ο κόσμος των ναρκωτικών ή ιστορικά γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και έπειτα, το ρεμπέτικο γνώρισε μια σημαντική αναβίωση, αποκτώντας ευρύτερη αναγνώριση και αποτελώντας αντικείμενο μελέτης από κοινωνιολόγους, ιστορικούς και μουσικολόγους.
Όπως τονίστηκε, το ρεμπέτικο δεν είναι απλώς μουσική· αποτελεί ένα ενιαίο τρίπτυχο λόγου, μουσικής και κίνησης, όπου τραγούδι, ήχος και χορός συνυπάρχουν ως ζωντανή παράδοση που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν παρουσίαζε ποτέ ένα νέο τραγούδι αν πρώτα δεν το «δοκίμαζε στα πόδια» ενός καλού χορευτή.
Σήμερα, τα ρεμπέτικα συνεχίζουν να αποτελούν πολύτιμο πεδίο ιστορικής, κοινωνιολογικής και εθνομουσικολογικής έρευνας, καθώς αποτυπώνουν όχι μόνο ένα μουσικό ιδίωμα, αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, με τις αξίες, τις αντιφάσεις και τις μνήμες του.
Κλείνοντας την εκδήλωση, ο Πρόεδρος της Παμμακεδονικής Ένωσης Μελβούρνης και Βικτωρίας εξέφρασε την περηφάνια του για τη συμβολή της Ένωσης στη διατήρηση και προώθηση του ελληνικού πολιτισμού. Τόνισε ότι το ρεμπέτικο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας, βαθιά ριζωμένο στην ψυχή του ελληνισμού, αγαπητό τόσο στους Μακεδόνες όσο και στους ομογενείς σε όλο τον κόσμο, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διαρκούς προσπάθειας για τη διατήρηση αυτής της πολιτιστικής κληρονομιάς στον απόδημο ελληνισμό.

The post Το Ρεμπέτικο ως ζωντανή μνήμη του ελληνισμού: Μια βραδιά πολιτισμού στη Μελβούρνη appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.