Όταν η συμβατότητα βαφτίζεται αιτία: η Μπέμπα, το «τροχαίο» και το πόρισμα που ποτέ δεν είδαμε

Η φράση από την οποία αρχίζουν όλα

«Κανένα έγγραφο με ανακοίνωση διάψευσης της αστυνομίας δεν υπάρχει και δεν έχει δημοσιοποιηθεί από οποιαδήποτε από τα τρία παραπάνω όργανα ΑΕΙ», γράφει ο ίδιος ο κ. Τόντης, χαρακτηρίζοντας μάλιστα ως «άστοχο» τον τίτλο του δημοσιεύματος, στην πρώτη σελίδα του δελτίου Τύπου που εξέδωσε με καθυστέρηση πέντε ημερών.

Και ακριβώς από εκεί πρέπει να ξεκινήσει η συζήτηση.

Αν, λοιπόν, κανένα έγγραφο διάψευσης της Αστυνομίας δεν υπάρχει από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, από το Τμήμα Κτηνιατρικής ή από το Εργαστήριο, τότε τι ακριβώς παρουσιάστηκε δημόσια ως «διάψευση» της ΕΛ.ΑΣ.; Ποιο ήταν το έγγραφο που έβαλε την ταμπέλα ενός ολόκληρου Πανεπιστημίου πάνω σε μια υπόθεση κακουργηματικού χαρακτήρα; Και πώς φτάσαμε να εμφανίζεται η κοινή γνώμη μπροστά σε μια δήθεν πανεπιστημιακή ανατροπή, όταν ο ίδιος ο συντάκτης του δελτίου γράφει ότι τέτοια ανακοίνωση διάψευσης δεν υπάρχει;

Από τη Μπέμπα στον τρίχρονο Άγγελο: η παγίδα της «συμβατότητας»

Γιατί εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα: άλλο η επιστημονική διαπίστωση ότι μια μορφή κάκωσης μπορεί να συναντηθεί και σε τροχαίο και άλλο η αυθαίρετη μετατροπή αυτής της πιθανότητας σε αιτία.

Το είδαμε και σε μια άλλη υπόθεση ακραίας βίας, στη δίκη για τον θάνατο του τρίχρονου Άγγελου στο Ηράκλειο Κρήτης. Εκεί, ειδικοί που κατέθεσαν ενώπιον της Δικαιοσύνης περιέγραψαν κακώσεις τέτοιας ισχυρής βίας που μπορεί να συναντήσει κανείς σε σοβαρά τροχαία ή σε άλλους μηχανισμούς εξαιρετικά έντονης βίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο τρίχρονος Άγγελος πέθανε σε τροχαίο. Σημαίνει ότι η βία ήταν τέτοιας έντασης ώστε τα ευρήματα παραπέμπουν σε ακραίο μηχανισμό κάκωσης.

Με την ίδια λογική, λοιπόν, θα έπρεπε να ρωτήσουμε: μήπως και ο τρίχρονος Άγγελος δεν πέθανε από κακοποίηση αλλά από τροχαίο; Να βρεθεί και εκεί μια γνωμοδότηση από απόσταση που να μετατρέπει τη συμβατότητα σε αιτία;

Προφανώς όχι.

Διότι η επιστήμη δεν λειτουργεί έτσι. Δεν απομονώνει ένα πιθανό σενάριο επειδή «ταιριάζει» σε ορισμένα ευρήματα. Εξετάζει το σύνολο: το σώμα, το ιστορικό, τον χώρο, τον χρόνο, τις μαρτυρίες, τις εξετάσεις, τις κλινικές εκθέσεις, τα απεικονιστικά ευρήματα, την αλληλουχία των γεγονότων. Διαφορετικά, κάθε βαριά κακοποίηση μπορεί αύριο να βαφτιστεί «ατύχημα».

Άλλο Πανεπιστήμιο, άλλο Τμήμα, άλλο γνωμοδότηση

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι θεωρητικό. Είναι η ουσία της υπόθεσης.

Διότι άλλο είναι ένα Πανεπιστήμιο. Άλλο είναι ένα Τμήμα. Άλλο είναι ένα Εργαστήριο. Άλλο είναι ένας διευθυντής εργαστηρίου. Άλλο είναι μια επιστημονική άποψη. Άλλο μια γνωμοδότηση κατόπιν αιτήματος φορέα. Και άλλο μια πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται από αστυνομική, ανακριτική ή εισαγγελική αρχή.

Στην περίπτωση της Μπέμπας από τη Σάμο, από το ίδιο το δελτίο προκύπτει ότι δεν υπήρξε εμπλοκή αστυνομικών ή δικαστικών αρχών ώστε το Εργαστήριο να έχει υποχρέωση αποστολής γνωμοδότησης στο πλαίσιο της προδικασίας. Προκύπτει, επίσης, ότι το αίτημα έγινε από φιλοζωικό σωματείο και ότι το υλικό που εστάλη περιλάμβανε φωτογραφίες, αναρτήσεις, δηλώσεις και βίντεο που κυκλοφορούσαν στα ΜΜΕ και στο διαδίκτυο.

Άρα να το πούμε καθαρά: δεν μιλάμε για πόρισμα της ΕΛ.ΑΣ. Δεν μιλάμε για δικαστική πραγματογνωμοσύνη. Δεν μιλάμε για θεσμική απόφαση Πανεπιστημίου. Μιλάμε για γνωμοδότηση που ζητήθηκε από φορέα, με υλικό που — σύμφωνα με την ίδια την περιγραφή — περιλάμβανε υλικό δημόσιας κυκλοφορίας.

Κτηνιατροδικαστική από social media;

Και εδώ γεννιέται το επόμενο ερώτημα: από φωτογραφίες, αναρτήσεις και βίντεο στα social media μπορεί κανείς να βγάλει πόρισμα που επιχειρεί να αλλάξει την εικόνα μιας υπόθεσης τέτοιας βαρύτητας; Μπορεί η κτηνιατροδικαστική να γίνεται από υλικό που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο; Ή μιλάμε πια για κτηνιατροδικαστική των social media;

Ναι, οι φωτογραφίες μπορεί να έχουν αποδεικτική αξία. Ναι, ένας επιστήμονας μπορεί να τις αξιολογήσει, να διατυπώσει παρατηρήσεις, να θέσει ερωτήματα, να ζητήσει περαιτέρω διερεύνηση. Όμως άλλο η συνεκτίμηση φωτογραφικού υλικού και άλλο να επιχειρείται να ανατραπεί η εικόνα μιας υπόθεσης, όταν το ζώο δεν εξετάστηκε ποτέ από τον ίδιο, δεν έγινε από τον ίδιο νεκροψία-νεκροτομή, δεν είχε ο ίδιος άμεση κλινική εικόνα και δεν γνωρίζουμε ποιο ακριβώς ήταν το πλήρες πρωτογενές υλικό που είχε στα χέρια του.

Το πόρισμα και η άδεια δημοσίευσης

Ακόμη πιο σοβαρό είναι το ζήτημα της δημοσιοποίησης. Στο δελτίο αναφέρεται ότι συντάχθηκε κτηνιατροδικαστική γνωμοδότηση 10 σελίδων, η οποία παραδόθηκε στον αιτούντα φορέα. Αναφέρεται επίσης ότι, δεοντολογικά, το πόρισμα έχει δικαίωμα δημοσίευσης από το Εργαστήριο μόνο μετά από άδεια του αιτούντος.

Ωραία. Υπήρχε τέτοια άδεια;

Αν υπήρχε, γιατί δεν δόθηκε στη δημοσιότητα ολόκληρο το πόρισμα; Γιατί δεν είδαμε το πλήρες σκεπτικό, το ακριβές υλικό, τις φωτογραφίες, τις κτηνιατρικές εκθέσεις που αξιολογήθηκαν, τα ερωτήματα που τέθηκαν, τη μεθοδολογία και τους περιορισμούς της γνωμοδότησης;

Αν δεν υπήρχε άδεια, τότε πώς βγήκε στη δημόσια σφαίρα η ουσία της γνωμοδότησης; Πώς αξιοποιήθηκε δημόσια ένα πόρισμα που ο ίδιος λέει ότι δεν μπορεί να δημοσιευθεί χωρίς άδεια του αιτούντος; Και γιατί;

Δεν μπορεί να ισχύουν όλα μαζί. Δεν μπορεί το πόρισμα να μη δημοσιοποιείται για λόγους δεοντολογίας, αλλά το συμπέρασμά του να χρησιμοποιείται δημόσια για να αλλάξει την εικόνα της υπόθεσης. Δεν μπορεί να μη βλέπουμε το κείμενο, αλλά να μας ζητείται να αποδεχθούμε την αυθεντία του. Δεν μπορεί η επιστήμη να λειτουργεί ως ταμπέλα όταν βολεύει και ως απόρρητο όταν τίθενται ερωτήματα.

Όχι οι τίτλοι. Το πόρισμα

Όσον αφορά τις περγαμηνές του κ. Τόντη στην «κτηνιατροδικαστική», αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Εδώ, όμως, δεν εξετάζουμε το βιογραφικό. Εξετάζουμε ένα συγκεκριμένο πόρισμα για ένα συγκεκριμένο ζώο.

Πού είναι, λοιπόν, το πόρισμα;

Όχι οι τίτλοι. Όχι οι διαλέξεις. Όχι οι γενικές αναφορές στην κτηνιατροδικαστική. Όχι η προσωπική επίθεση στη δημοσιογράφο που έθεσε ερωτήματα. Το πόρισμα.

Πού είναι το έγγραφο που επιχειρεί να εμφανίσει τη Μπέμπα της Σάμου ως θύμα τροχαίου; Πού είναι το πλήρες σκεπτικό; Ποιο υλικό αξιολογήθηκε; Ποιος το ζήτησε; Ποιος το παρέλαβε; Ποιος έδωσε άδεια να αξιοποιηθεί δημόσια; Και πώς, αφού κανένα έγγραφο διάψευσης της Αστυνομίας δεν υπάρχει, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας διαψεύδει την ΕΛ.ΑΣ.;

Τα ερωτήματα δεν είναι προσωπική επίθεση

Ο κ. Τόντης αφιερώνει μεγάλο μέρος του δελτίου του στο ποια είναι η δημοσιογράφος που έκανε το ρεπορτάζ, τι γνωρίζει, από πού απέκτησε τις γνώσεις της, αν έχει δικαίωμα να κρίνει, αν είναι δημοσιογράφος, ακτιβίστρια ή διευθύντρια ακαδημίας. Όμως τίποτα από αυτά δεν απαντά στην ουσία.

Ο δημοσιογράφος δεν χρειάζεται να είναι κτηνιατροδικαστής για να ρωτήσει τα αυτονόητα. Ποιος ζήτησε τη γνωμοδότηση; Με ποιο υλικό; Με ποια εντολή; Με ποια αμοιβή; Με ποια νομιμοποίηση δημοσιοποιήθηκε ή αξιοποιήθηκε δημόσια; Και γιατί δεν δίνεται αυτούσιο το πόρισμα;

Αυτά δεν είναι επιστημονικές κρίσεις. Είναι δημοσιογραφικά ερωτήματα. Και είναι απολύτως θεμιτά, ειδικά όταν μιλάμε για μια υπόθεση κακοποίησης ζώου που έχει βαρύτατη ποινική διάσταση.

Άλλο συμβατότητα, άλλο αιτιότητα

Το δελτίο αναφέρει ότι τα πολλαπλά κατάγματα, οι συντριπτικές κακώσεις, οι εκτεταμένες μυϊκές βλάβες και η εικόνα μεγάλης βίας αποτελούν κλινικά ευρήματα που δεν αμφισβητούνται. Άρα η συζήτηση δεν είναι αν η Μπέμπα υπέστη βαρύτατες κακώσεις. Η συζήτηση είναι πώς προκλήθηκαν.

Και εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση: το ότι κάποιες κακώσεις μπορεί να είναι συμβατές με τροχαίο δεν σημαίνει ότι αποδεικνύεται τροχαίο. Η συμβατότητα δεν είναι αιτιότητα. Η υπόθεση δεν μπορεί να αλλάζει χαρακτήρα επειδή κάποιος, εκ των υστέρων και από απόσταση, αξιολόγησε υλικό που του προσκομίστηκε.

Αν υπάρχουν στοιχεία, να δοθούν

Αν υπάρχουν στοιχεία, να δοθούν. Αν υπάρχει πόρισμα, να δοθεί. Αν υπάρχουν φωτογραφίες που αποδεικνύουν τον μηχανισμό πρόκλησης των τραυμάτων, να παρουσιαστούν. Αν υπάρχουν κτηνιατρικές εκθέσεις που αξιολογήθηκαν, να ειπωθεί ποιες ήταν. Αν υπάρχουν ακτινογραφίες, ιστορικό, πλήρης φάκελος, να αποσαφηνιστεί.

Μέχρι τότε, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: θα πιστέψουμε τα στοιχεία ή θα μας ζητηθεί να μην πιστέψουμε ούτε τα μάτια μας;

Η Μπέμπα δεν είναι αφορμή για επίδειξη τίτλων

Η Μπέμπα δεν είναι αφορμή για επίδειξη τίτλων. Δεν είναι πεδίο προσωπικής αντιπαράθεσης. Δεν είναι μάθημα ακαδημαϊκής ιεραρχίας. Είναι ένα ζώο που βρέθηκε σε φρικτή κατάσταση και πέθανε μετά από βαρύτατες κακώσεις.

Και όταν μια τέτοια υπόθεση επιχειρείται να μετατραπεί σε «τροχαίο» χωρίς να δίνεται στη δημοσιότητα το πλήρες πόρισμα, η δημοσιογραφία έχει υποχρέωση να ρωτά.

Όχι γιατί υποκαθιστά τη Δικαιοσύνη. Αλλά γιατί η Δικαιοσύνη χρειάζεται φως.

Γιατί δεν στρέφεται κατά του «άστοχου» τίτλου;

Και εδώ, μέχρι στιγμής, έχουμε πολλά περί κύρους, πολλά περί τίτλων, πολλές απειλές, πολλές ειρωνείες, πολλά περί social media. Αυτό που δεν έχουμε είναι το ίδιο το πόρισμα.

Έχουμε όμως και κάτι ακόμη εντυπωσιακό: δεν βλέπουμε τον κ. Τόντη να στρέφεται κατά της ιστοσελίδας που δημοσιοποίησε το δημοσίευμα με τον «άστοχο τίτλο», όπως τον χαρακτηρίζει ο ίδιος, ενώ ταυτόχρονα τον διαψεύδει στην ανακοίνωσή του. Γιατί άραγε;

Τα ερωτήματα παραμένουν

Πού είναι λοιπόνq

Ποιος το ζήτησε;

Ποιος το πλήρωσε;

Ποιος το παρέλαβε;

Ποιος έδωσε άδεια να αξιοποιηθεί δημόσια;

Ποιο υλικό αξιολογήθηκε;

Και γιατί μια γνωμοδότηση που δεν προήλθε από αστυνομική ή δικαστική αρχή παρουσιάστηκε σαν να ανατρέπει την Αστυνομία;

Γιατί στο τέλος, η αλήθεια δεν κρίνεται από το ποιος έχει βαρύτερο τίτλο. Κρίνεται από τα στοιχεία.