
Την ώρα που αναλυτές και επενδυτές επαινούν το άλμα της ελληνικής οικονομίας μετά τη βαθιά κρίση που λίγο έλειψε να τη βγάλει από την Ευρωζώνη, πίσω από το φαινομενικό success story αποκαλύπτεται μια διαφορετική πραγματικότητα. Πρόκειται για εκείνη που βιώνουν οι μισθωτοί και τα νοικοκυριά, ακόμη και οι πιο εύποροι Έλληνες, οι οποίοι δυσκολεύονται να επωφεληθούν από την ανάπτυξη λόγω του αυξημένου κόστους ζωής.
Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του Bloomberg, ενώ το αυξημένο κόστος ζωής επηρεάζει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα ξεχωρίζει για το χάσμα μεταξύ των επιδόσεων της οικονομίας και της καθημερινότητας των πολιτών.
Η χώρα αναπτύσσεται ταχύτερα από πολλές άλλες στην Ευρώπη, ο προϋπολογισμός της είναι πλεονασματικός και μέχρι το 2027 αναμένεται να πάψει να είναι η πιο χρεωμένη της ηπείρου.
Ωστόσο, ο πληθωρισμός παραμένει από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη, ενώ ο μέσος ετήσιος μισθός, περίπου 18.000 ευρώ, είναι λιγότερος από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Έτσι, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μαζί με τη Βουλγαρία στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και την αγοραστική δύναμη, ενώ διαθέτει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό πολιτών που κινδυνεύουν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό.
Εν όψει εκλογών, η κυβέρνηση έχει θέσει ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση της ακρίβειας, εφαρμόζοντας σειρά μέτρων, τα οποία όμως – σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις – δεν φαίνεται να έχουν ανακουφίσει ουσιαστικά την πλειονότητα των νοικοκυριών.
Η πλατφόρμα «PosoKanei»
Το Bloomberg αναφέρεται και στην πλατφόρμα «PosoKanei», την οποία παρουσίασε ο πρωθυπουργός ως ένα ακόμη «όπλο» στη μάχη κατά της ακρίβειας.
Ωστόσο, όπως σημειώνει το δημοσίευμα, η εφαρμογή αποκαλύπτει ότι αρκετά προϊόντα είναι ακριβότερα στην Ελλάδα σε σχέση με πλουσιότερες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι τιμές είναι χαμηλότερες.
Εντυπωσιακό θεωρείται το γεγονός ότι ορισμένα τοπικά προϊόντα, όπως το γιαούρτι, κοστίζουν περισσότερο στα ελληνικά σούπερ μάρκετ απ’ ό,τι σε άλλα ευρωπαϊκά.
Το στεγαστικό πρόβλημα
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο στεγαστικό ζήτημα, με το Bloomberg να επισημαίνει ότι το 2024 οι Έλληνες δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση. Σε σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά, το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το 40%, υπερβαίνοντας τρεις φορές τον μέσο όρο της ΕΕ.
Όπως εξηγεί ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, η κατάσταση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι μετά το 2010 υπήρξαν ελάχιστες νέες κατασκευές ή επενδύσεις σε ακίνητα, τάση που άρχισε να αντιστρέφεται μόνο την τελευταία πενταετία.
«Αυτό υποδηλώνει μια υστέρηση στην προσφορά που γίνεται ακόμη πιο έντονη επειδή δεν έχει προσαρμοστεί στις πληθυσμιακές αλλαγές», δήλωσε στο Bloomberg. «Δεν υπάρχει συνολική έλλειψη κατοικιών, αλλά έλλειψη σπιτιών στις κατάλληλες περιοχές και με τα χαρακτηριστικά που ζητούνται».
Το ρεπορτάζ φιλοξενεί και τη μαρτυρία της δασκάλας Νίκης Καλογερά, η οποία δηλώνει ότι στηρίζει τη ΝΔ, αλλά περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοικοκυριό της. «Δυσκολευτήκαμε πολύ να βρούμε ένα κανονικό σπίτι για κάτω από 1.000 ευρώ», ανέφερε. Το Bloomberg σημειώνει ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα έχει αυξηθεί πάνω από 40% από το 2019, φτάνοντας τα 920 ευρώ τον μήνα.
Πληθωρισμός και εισοδήματα
Το δημοσίευμα υπογραμμίζει ότι η οικονομική ανάκαμψη και η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν επιτεύχθηκαν χωρίς θυσίες. Οι μισθοί, προσαρμοσμένοι στον πληθωρισμό, παραμένουν χαμηλότεροι από τα επίπεδα του 2009.
Αν και τα εισοδήματα των νοικοκυριών αυξήθηκαν λόγω της ανόδου των μισθών και της μείωσης της ανεργίας, ο πληθωρισμός έχει κινηθεί ταχύτερα, ξεπερνώντας το 16% από το 2019 έως το 2024.
«Οι αυξήσεις στις τιμές, ιδίως στη στέγαση, τα τρόφιμα και την ενέργεια, ασκούν πίεση σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού», δήλωσε ο Νίκος Βέττας. «Και δεν διαφαίνεται πώς αυτή η πίεση θα μειωθεί στο άμεσο μέλλον».
Η σκιά της φοροδιαφυγής
Το Bloomberg επισημαίνει ότι τα στοιχεία για τις δαπάνες δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα, που αντανακλά ένα ακόμη διαχρονικό πρόβλημα της χώρας: τη φοροδιαφυγή. Οι Έλληνες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ξοδεύουν περισσότερα από τους πολίτες έξι χωρών της ΕΕ, ενώ η φοροδιαφυγή εκτιμάται στο 20%-21% του ΑΕΠ, έναντι 15%-17% στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο δικηγόρος Διονύσης Αλευρομάγειρας επισημαίνει ότι «το πραγματικό πρόβλημα είναι η έλλειψη ουσιαστικών ελέγχων στην αγορά». Όπως σημειώνει, «οι τιμές ανεβαίνουν συνεχώς και πρέπει να υπάρχουν ελεγκτές σε διαρκή κίνηση που να κάνουν αυστηρούς ελέγχους στις επιχειρήσεις».
Το ρεπορτάζ κλείνει με τη μαρτυρία της κ. Καλογερά, η οποία θυμάται εποχές που οι οικογενειακές διακοπές περιλάμβαναν νησιά, ξενοδοχεία με πισίνες και γεύματα σε εστιατόρια. Όπως λέει, αυτές οι εικόνες ανήκουν πλέον στο παρελθόν για πολλούς Έλληνες εργαζόμενους.