Οι σύζυγοι ατόμων με άνοια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν και οι ίδιοι τη νόσο, ωστόσο το επίπεδο του «ρίσκου» διαφοροποιείται ανάλογα με το εισόδημα του νοικοκυριού και τον αριθμό των παιδιών του ζευγαριού, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Ειδικότερα, η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Journal of the American Medical Association (JAMA), εξέτασε σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους στην Ταϊβάν, με στόχο να διερευνήσει τον κίνδυνο άνοιας μεταξύ παντρεμένων ζευγαριών και τους παράγοντες που ενδέχεται να τον επηρεάζουν.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες των οποίων ο σύζυγος έπασχε από άνοια είχαν κατά 74% υψηλότερο κίνδυνο να εμφανίσουν οποιαδήποτε μορφή της νόσου, ενώ για τους άνδρες, όταν η σύζυγός τους έπασχε, ο κίνδυνος ήταν αυξημένος κατά 69%.
Παρόμοια συσχέτιση διαπιστώθηκε όταν οι ερευνητές εξέτασαν ξεχωριστά τη νόσο Αλτσχάιμερ και την αγγειακή άνοια (vascular dementia – είναι μορφή άνοιας που προκαλείται από μειωμένη αιμάτωση του εγκεφάλου, συνήθως λόγω εγκεφαλικών επεισοδίων ή βλάβης στα αιμοφόρα αγγεία. Επηρεάζει τη μνήμη, τη σκέψη και την ικανότητα λήψης αποφάσεων και είναι η δεύτερη συχνότερη μορφή άνοιας μετά το Αλτσχάιμερ).
Σύμφωνα με τους ερευνητές, ανέφερε το ABC, οι λόγοι αυτής της συσχέτισης ενδέχεται να οφείλονται σε τρεις αλληλοεπικαλυπτόμενους παράγοντες:
Επιλογή συζύγου της ίδιας τάξης (assortative mating): Η τάση των ανθρώπων να επιλέγουν συντρόφους με παρόμοια χαρακτηριστικά, όπως το μορφωτικό επίπεδο ή το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο.
Κοινός τρόπος ζωής: Οι σύντροφοι συχνά ακολουθούν παρόμοιες διατροφικές συνήθειες, επίπεδα σωματικής άσκησης και διατηρούν παρόμοια γνωστικά αποθέματα. Νεότερα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι ακόμη και η στοματική υγεία τείνει να είναι παρόμοια μεταξύ των συζύγων και επηρεάζει τη γνωστική λειτουργία.
Επιβάρυνση του φροντιστή: Όταν ο ένας σύντροφος είναι και ο βασικός φροντιστής του άλλου, μπορεί να βιώνει έντονο στρες, έλλειψη ύπνου και κοινωνική απομόνωση — όλοι αναγνωρισμένοι παράγοντες κινδύνου για άνοια.
Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι οι σύζυγοι που είναι οι βασικοί φροντιστές παρουσιάζουν συχνότερα προβλήματα ψυχικής υγείας και ενδέχεται να εμφανίζουν συχνότερα άνοια.
Ωστόσο, ο συν-συγγραφέας της μελέτης στο JAMA, Chi-Shin Wu, επισήμανε ότι οι παλαιότερες έρευνες παρουσίαζαν ορισμένους περιορισμούς.
«Πολλές βασίζονταν σε σχετικά μικρά ή τοπικά δείγματα, ενώ η δική μας μελέτη περιέλαβε συζύγους γενικά, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι κάθε σύζυγος ήταν και ο βασικός φροντιστής», δήλωσε ο Δρ Chi-Shin στο ABC.
«Αυτό μας επέτρεψε να εξετάσουμε τον κίνδυνο άνοιας σε επίπεδο νοικοκυριού, αντί να αποδώσουμε τη συσχέτιση αποκλειστικά στη φροντίδα του ασθενούς».
Οι ερευνητές αξιοποίησαν στοιχεία από τη βάση δεδομένων του Εθνικού Συστήματος Ασφάλισης Υγείας της Ταϊβάν, η οποία καλύπτει σχεδόν το 99% του πληθυσμού, και εντόπισαν διαγνώσεις άνοιας μεταξύ παντρεμένων ατόμων από το 1998 έως το 2022.
Για λόγους σύγκρισης, εντόπισαν επίσης ζευγάρια στα οποία κανένας από τους δύο συζύγους δεν είχε διαγνωστεί με άνοια κατά την ίδια χρονική περίοδο.
Στην ανάλυσή τους έλαβαν υπόψη το εισόδημα του ζευγαριού, τον αριθμό των παιδιών, τη γεωγραφική περιοχή κατοικίας και συνοδά νοσήματα, όπως καρδιαγγειακές ή ψυχικές παθήσεις.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο κίνδυνος άνοιας ήταν χαμηλότερος για τους συζύγους που είχαν περισσότερα παιδιά ή υψηλότερο εισόδημα.
Ο Δρ Chi-Shin εκτίμησε ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή τα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα διαθέτουν λιγότερους οικονομικούς πόρους για την παροχή υποστήριξης, με αποτέλεσμα ο σύζυγος-φροντιστής να επιβαρύνεται περισσότερο, ενώ τα ζευγάρια με λιγότερα παιδιά έχουν περιορισμένη οικογενειακή υποστήριξη.
«Ωστόσο, επειδή δεν μετρήσαμε άμεσα τις ευθύνες, την ένταση ή το άγχος της φροντίδας, αυτή η ερμηνεία παραμένει ενδεικτική και όχι οριστική», είπε.
Οι συγγραφείς της μελέτης αναγνώρισαν ότι η έρευνα έχει αρκετούς περιορισμούς, καθώς δεν ήταν δυνατό να αναλυθούν παράγοντες του τρόπου ζωής των συζύγων, όπως η διατροφή, η σωματική άσκηση, το κάπνισμα, η κοινωνική απομόνωση ή η απώλεια ακοής.
ΠΟΥ: ΝΕΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ
Σημειώνεται ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) επικαιροποίησε πρόσφατα τις οδηγίες του για την άνοια, επισημαίνοντας ότι έως και το 45% των περιστατικών μπορεί να συνδέεται με τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου.
Αυτοί οι παράγοντες είναι: Ατμοσφαιρική ρύπανση, Σακχαρώδης διαβήτης, Υπέρταση, Τραυματική εγκεφαλική κάκωση, Πρώιμη ή πρόωρη εμμηνόπαυση, Παχυσαρκία, Έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, Ανθυγιεινή διατροφή, Κάπνισμα, Εγκεφαλικό επεισόδιο, Κατάθλιψη, Έλλειψη νοητικής δραστηριότητας, Κοινωνική απομόνωση, Απώλεια ακοής, Διαταραχές όρασης, Κακή ποιότητα ύπνου. Επιβλαβής κατανάλωση αλκοόλ, HIV, Δυσλιπιδαιμία.
«Σήμερα γνωρίζουμε περισσότερα από ποτέ για τους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο άνοιας, και αυτές οι κατευθυντήριες οδηγίες μετατρέπουν αυτή τη γνώση σε δράση», ανέφερε ο ΠΟΥ στην πρώτη επικαιροποίηση των συμβουλών του σχετικά έπειτα από επτά χρόνια.
Εκτιμάται ότι 57 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως ζούσαν με άνοια το 2021, η οποία αποτελεί πλέον την κυριότερη αιτία θανάτου στην Αυστραλία
Επειδή δεν υπάρχει ευρέως προσβάσιμη θεραπεία που να τροποποιεί την πορεία της νόσου ή να την θεραπεύει, «η πρόληψη καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής παραμένει η πιο αποτελεσματική στρατηγική για τη μείωση της μελλοντικής επίπτωσης».
Οι αναθεωρημένες συμβουλές πρόληψης, υπογραμμίζεται, εστιάζουν σε αποδεδειγμένες δράσεις που μπορούν να μειώσουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο άνοιας «μέσω της έγκαιρης ευαισθητοποίησης και της έγκαιρης δράσης», συγκεντρώνοντας στοιχεία που μπορούν να εφαρμοστούν τόσο στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης όσο και στο πλαίσιο ευρύτερων πρωτοβουλιών του συστήματος υγείας.
Αναγνωρίζεται ότι «η έκθεση σε παράγοντες κινδύνου συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου και ότι ορισμένοι παράγοντες κινδύνου ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη επίδραση σε συγκεκριμένα στάδια της ζωής».
Αυτή η προοπτική αναγνωρίζει επίσης ότι ορισμένες συσχετίσεις παραγόντων κινδύνου με την άνοια σε προχωρημένη ηλικία ενδέχεται να αντανακλούν πρώιμες εξελίξεις της νόσου και όχι αιτιώδεις επιδράσεις, υπογραμμίζοντας τη σημασία του χρονισμού στις προσπάθειες μείωσης του κινδύνου.
Αρκετοί παράγοντες κινδύνου για τη άνοια συμπίπτουν με εκείνους άλλων μη μεταδοτικών ασθενειών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ολοκληρωμένες προσεγγίσεις δημόσιας υγείας.
Από τη δημοσίευση της πρώτης έκδοσης των κατευθυντήριων οδηγιών το 2019, έχουν ενισχυθεί τα επιστημονικά στοιχεία που υποστηρίζουν παρεμβάσεις σε ατομικό επίπεδο, σε πολλαπλούς τομείς και σε επίπεδο πληθυσμού.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες ισχύουν για ενήλικες που δεν πάσχουν από άνοια, συμπεριλαμβανομένων ενηλίκων με φυσιολογική γνωστική λειτουργία, ενηλίκων με ήπια γνωστική διαταραχή, καθώς και ενηλίκων με φυσιολογική γνωστική λειτουργία ή ήπια γνωστική διαταραχή που πάσχουν από άλλη πάθηση.
Απευθύνονται κυρίως σε επαγγελματίες υγείας που εργάζονται σε μονάδες πρώτου και δεύτερου επιπέδου, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών εξωτερικών και εσωτερικών ασθενών σε περιφερειακό επίπεδο.
Ωστόσο, οι κατευθυντήριες οδηγίες μπορεί επίσης να είναι χρήσιμες για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Αυτές οι επικαιροποιημένες κατευθυντήριες οδηγίες, επισημαίνεται, στοχεύουν στον προσδιορισμό παρεμβάσεων που μειώνουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο άνοιας· ωστόσο, δεν αντικαθιστούν τις κλινικές οδηγίες για τη διαχείριση κάθε συγκεκριμένου παράγοντα κινδύνου.
Οι επικαιροποιημένες συστάσεις περιλαμβάνουν επίσης παρεμβάσεις που μειώνουν τον κίνδυνο μη μεταδοτικών ασθενειών, όπως η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, η διακοπή του καπνίσματος, η μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ, η υιοθέτηση υγιεινής διατροφής, καθώς και μια νέα σύσταση για τη μείωση της έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
Η διαχείριση καρδιομεταβολικών παθήσεων, όπως η υπέρταση, ο διαβήτης και η υψηλή χοληστερόλη, μπορεί επίσης να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου άνοιας, ενώ δίνεται έμφαση στα οφέλη των εξατομικευμένων «πολυτομεακών» παρεμβάσεων που στοχεύουν σε τρεις ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου.
Υπάρχουν επίσης επικαιροποιημένες συμβουλές σχετικά με τη χρήση συμπληρωμάτων διατροφής, με τις κατευθυντήριες οδηγίες να αναφέρουν ότι, για τη μείωση του κινδύνου γνωστικής έκπτωσης και/ή άνοιας συγκεκριμένα, «δεν συνιστάται η λήψη συμπληρωμάτων βιταμινών Β και Ε, πολυακόρεστων λιπαρών οξέων ωμέγα-3 (PUFA) και πολυβιταμινών/μετάλλων».
Μια υγιεινή διατροφή, πλούσια σε πράσινα φυλλώδη λαχανικά, μούρα, ξηρούς καρπούς και ελαιόλαδο και φτωχή σε επεξεργασμένα και υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, σε συνδυασμό με τη σωματική άσκηση και την καθημερινή νοητική εξάσκηση, συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες στρατηγικές πρόληψης.
Η νοητική εξάσκηση μπορεί να περιλαμβάνει την παρακολούθηση μαθημάτων, την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας, τη συμμετοχή σε δημόσιες διαλέξεις, το διάβασμα και τα παιχνίδια στρατηγικής.
The post Αυξημένος ο κίνδυνος άνοιας για τους συζύγους ατόμων με τη νόσο, σύμφωνα με νέα μελέτη appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.