
Από την Κυψέλη και την Πατησίων μέχρι την Αχαρνών και τα στενά της Ομόνοιας, συγκροτείται σήμερα μια «πολύχρωμη» και νοητά ενιαία γειτονιά. Και λέμε νοητά ενιαία, διότι από περιοχή σε περιοχή, από δρόμο σε δρόμο, ακόμη και από στενό σε στενό, υπάρχουν πολλές ουσιαστικά υπό-γειτονιές, κάθε μία από τις οποίες αποπνέει έντονο το στοιχείο μιας διαφορετικής κοινότητας.
Την ίδια ώρα, όμως, αυτή η διαδρομή καθορίζει και περικλείει μια από τις αστικές ζώνες στις οποίες υπάρχει το εντονότερο μεταναστευτικό (και προσφυγικό) στοιχείο στην Αθήνα. Χιλιάδες άνθρωποι, προερχόμενοι από χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, της Ασίας, των Βαλκανίων, αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης κατοικούν, εργάζονται ή έχουν στήσει ήδη τη δική τους επιχείρηση, διαμορφώνοντας την πιο πολυπολιτισμική γωνία του κέντρου της πρωτεύουσας.
Ξεκινώντας από την περιοχή της Πλατείας Αμερικής, όπου «κυριαρχούν» κοινότητες Αφρικανών, την «τιμητική» τους έχουν μικρά κομμωτήρια που υπόσχονται τέλεια πλεξουδάκια στα μαλλιά και, δευτερευόντως, ταξιδιωτικά γραφεία και αφρικανικά μίνι μάρκετ.
Στρίβοντας δεξιά στην Αγίου Μελετίου και κατευθυνόμενοι προς την οδό Αχαρνών, μας προσπερνούν οι πρώτες γυναίκες που φορούν χιτζάμπ. Στις γειτονιές της Αχαρνών είναι εντονότερο το αραβικό στοιχείο, όπως επίσης και το πακιστανικό. Τα περισσότερα καταστήματα είναι μπαρμπέρικα, μίνι μάρκετ, ψητοπωλεία και μαγαζιά που πωλούν κινητά τηλέφωνα και τα αντίστοιχα αξεσουάρ.
Σε ένα μεγάλο μπαρμπέρικο απέναντι από την εμβληματική για την περιοχή πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα, μια «μεικτή» παρέα νεαρών ελλήνων και αλλοδαπών συζητάνε. Μερικά μέτρα πιο κάτω, ένας γεωργιανός φούρνος διαφημίζει το σπιτικό χινκάλι του, αρκετά κοντά υπάρχει ένα καφενείο με αργιλέδες, ενώ μυρωδιές (που άλλοι τις βρίσκουν λαχταριστές και άλλοι όχι) ξεπηδούν από κάθε γωνιά σχεδόν.
Στα πέριξ της Ομόνοιας
Οι ακτίνες του λαμπερού και καυτού ήλιου του Ιουλίου δημιουργούν αντανακλάσεις στις βιτρίνες των μαγαζιών και τις επιγραφές τους, από τις οποίες κάποιες είναι στα αραβικά, ενώ άλλες δίγλωσσες – αραβικά και ελληνικά. Οι εναλλαγές είναι συνεχείς. Δίπλα σε ένα κινεζικό μαγαζί που πουλάει παπούτσια υπάρχει ένα ρωσικό μίνι μάρκετ, ένα ελληνικό συνεργείο αυτοκινήτων και ένα αραβικό καφέ-ουζερί. Ολα αυτά απέναντι από ένα νεπαλέζικο εστιατόριο, το οποίο είναι στη ίδια γωνία με μια ρουμάνικη κάβα και μια μεταφορική εταιρεία, με συνεχή λεωφορεία προς Βουκουρέστι.
Πλησιάζοντας στην πολύβουη πλατεία Ομονοίας, το κλίμα αλλάζει. Παρ’ όλο που πολλοί μετανάστες συχνάζουν εκεί, εδώ εμφανίζονται και τα πρώτα μεγάλα γκρουπ τουριστών. Τα μικρά ανταλλακτήρια της Αχαρνών, από τα οποία οι πρόσφυγες και οι μετανάστες στέλνουν χρήματα πίσω στην πατρίδα τους, δίνουν τη θέση τους σε μεγάλα «ανταλλακτήρια», που προσφέρουν συνάλλαγμα σε δολάρια, βρετανικές λίρες και γιεν – ή, αντιστοίχως, τα μετατρέπουν σε ευρώ.
Στα στενά της περιοχής, η αλλαγή της σύνθεσης είναι ζήτημα μερικών μόνο μέτρων. Στην οδό Σοφοκλέους, η πλειονότητα των μαγαζιών είναι πακιστανών ιδιοκτητών, ενώ στη Γερανίου δραστηριοποιούνται κυρίως οι έμποροι από το Μπαγκλαντές. Από την άλλη πλευρά της πλατείας, συναντά κανείς γεωργιανούς φούρνους και μίνι μάρκετ, ενώ έντονη παρουσία υπάρχει και για την κουρδική κοινότητα.
Κατεβαίνοντας την Τσαλδάρη, νεοαφιχθέντες τουρίστες συγκεντρώνονται έξω από ένα ξενοδοχείο. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω, την εμφάνισή τους κάνουν οι πρώτες πινακίδες στα κινέζικα. Εκεί, στα γύρω στενά, μας αποκαλύπτεται ξαφνικά η… China Town της Αθήνας.
Πώς στήθηκαν οι κοινότητες
Κάθε μία από τις κοινότητες μεταναστών έχει τη δική της ιστορία και ξεχωριστό αποτύπωμα στη χώρα μας. Σύμφωνα με την Άντλα Σασάτη, διευθύντρια του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών, οι κοινότητες μεταναστών από χώρες της Αφρικής και του αραβικού κόσμου ξεκίνησαν να σχηματίζονται σε περιοχές της Κυψέλης, των Πατησίων, των Αμπελοκήπων και του Γκύζη τη δεκαετία του 1960. Τότε, δηλαδή, που φοιτητές, κυρίως στρατιωτικών και φιλοσοφικών σχολών από διάφορες χώρες – Σουδάν, Νιγηρία, Γκάνα, Βόρεια Αφρική και άλλες – επέλεξαν τις συγκεκριμένες περιοχές, λόγω της εγγύτητάς τους με τα πανεπιστήμια.
Ακολούθησε ένα κύμα μεταναστών από τη Βουλγαρία και χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, μέχρι τη δεκαετία του 1990, οπότε και ξεκίνησαν να φτάνουν στη χώρα μας μαζικά μετανάστες από την Αλβανία. Σήμερα, είναι διάσπαρτοι σε διάφορες περιοχές της πρωτεύουσας, ανάμεσά τους στο Γαλάτσι και την Καλλιθέα, εκεί όπου υπάρχει έντονο και το ρωσικό στοιχείο.
Τέλος, σύμφωνα με την Α. Σασάτη, η προσφυγική κρίση που ξεκίνησε το 2015 είναι αυτή που διαμόρφωσε τις μεταναστευτικές γειτονιές της Αχαρνών και της Ομόνοιας όπως τις ξέρουμε σήμερα. «Από εκείνη την εποχή βλέπουμε την εισροή ανθρώπων ανάλογα με τους πολέμους που γίνονται. Στην αρχή από Αφγανιστάν και Συρία, έπειτα από Ουκρανία και τώρα από Παλαιστίνη και Σουδάν», σημειώνει.
Από τη σκοπιά ενός αλλοδαπού επιχειρηματία
Στον Δήμο Αθηναίων αντιστοιχούν συνολικά 5.161 ΑΦΜ αλλοδαπών επιχειρήσεων, που αντιπροσωπεύουν το 14% των συνολικά ενεργών επιχειρήσεων (37.530), σύμφωνα με τα στοιχεία του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΑΑ). «Πρωταθλητές» του επιχειρείν στον δήμο της πρωτεύουσας είναι, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι Αλβανοί, οι Μπανγκλαντεσιανοί, οι Πακιστανοί και οι Βούλγαροι. Σημειώνεται ότι ο πραγματικός αριθμός επιχειρήσεων μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερος, λόγω της πρακτικής να δηλώνονται στα χαρτιά έλληνες ιδιοκτήτες, τα μαγαζιά όμως να τα «τρέχουν» αλλοδαποί.
Αυτό φέρεται να ήταν σύνηθες ειδικά τα προηγούμενα χρόνια, που ήταν δυσκολότερο να ανοίξει κάποιος μετανάστης δική του επιχείρηση, ενώ το «κόλπο» ήταν διαδεδομένο κυρίως σε μαγαζιά κινητών τηλεφώνων συμφερόντων Πακιστανών. Ένας από τους μετανάστες – επιχειρηματίες της Αθήνας είναι και ο Ουντίν Γκασίμ, από το Μπανγκλαντές. Οταν τον συναντάμε είναι πίσω από τη γυάλινη βιτρίνα του μίνι μάρκετ – παντοπωλείου του στην οδό Πατησίων. «Ηρθα στην Ελλάδα το 1994 από τη Ρωσία, όπου σπούδαζα», λέει. Στην αρχή δούλεψε στη Μάνδρα, όταν όμως έκλεισε το εργοστάσιο που τον απασχολούσε, ήρθε στην Αθήνα.
«Το 2012 άνοιξα πρώτη φορά μαγαζί, στη Λεωφόρο Κηφισίας. Μετά επέστρεψα Μπανγκλαντές αλλά δεν μου άρεσε και γύρισα στην Ελλάδα το 2014», θυμάται. Μέσα στο κατάστημά του μπαίνει διαρκώς κόσμος και προμηθευτές – κάποιους τους εξυπηρετεί ο ίδιος, κάποιους ο νεαρός υπάλληλός του. Το σημερινό μαγαζί του στην Πατησίων – πουλάει κυριολεκτικά τα πάντα, από ξυριστικές μηχανές και ρολόγια μέχρι νερά και αναψυκτικά – το άνοιξε το 2020, αφού πρώτα δούλεψε για κάποια χρόνια ως σερβιτόρος.
Είναι ένα από τα συνολικά 112 παντοπωλεία που λειτουργούν υπήκοοι Μπανγκλαντές στον Δήμο της Αθήνας και είναι δηλωμένα στα στοιχεία του ΕΑΑ. Μερικούς μήνες πριν άλλαξε διεύθυνση γιατί βρήκε χώρο με φθηνότερο ενοίκιο. Μένει με την οικογένειά του σχεδόν απέναντι από το μαγαζί του – αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο γιος του είναι άριστος μαθητής στο σχολείο – ενώ τα αδέλφια του είναι στην Αγγλία και τις ΗΠΑ. Ο ίδιος λέει ότι του λείπει η οικογένειά του στο εξωτερικό. «Δεν μπορείς να κλείσεις το μαγαζί για πολλές μέρες», απαντά στην ερώτηση γιατί δεν τους επισκέπτεται.
Η μαρτυρία μιας «παλιάς» Ελληνίδας
Τι συμβαίνει όμως με τους Ελληνες που συνεχίζουν και ζουν σε γειτονιές με έντονο μεταναστευτικό στοιχείο; Η Έλλη Μπουφίδου μένει στην οδό Φολεγάνδρου, στο πατρικό της σπίτι, τα τελευταία πέντε χρόνια. Δεν είναι «πρωτάρα» της συγκεκριμένης γειτονιάς. Τα τελευταία 60 χρόνια έχει περάσει από διάφορες περιοχές της Κυψέλης και των Πατησίων – από την Ουίλιαμ Κινγκ και την Τενέδου μεταξύ άλλων. «Παλαιότερα εδώ έμεναν πολιτικοί, δικαστές και ηθοποιοί. Από αυτό το σπίτι έβλεπες την Ακρόπολη», λέει η 76χρονη σήμερα γυναίκα από το ευρύχωρο σαλόνι του παλιού διαμερίσματος στα Πατήσια.
Στους τοίχους και στα τραπέζια υπάρχουν φωτογραφίες της οικογένειάς της, η οποία προέρχεται από παλιό πολιτικό τζάκι. Σε μία από αυτές φαίνεται μια θεία του πατέρα της στο μπαλκόνι του σπιτιού της οδού Φολεγάνδρου. Στο παρασκήνιο, ο δρόμος μοιάζει έρημος, καμία σχέση με τη σημερινή του κατάσταση. «Θυμάμαι ότι οι δικαστικοί μαζεύονταν και έπιναν καφέ στην πλατεία Αγίου Ανδρέα», λέει. Στην ίδια πλατεία σήμερα, τα παιδιά των μεταναστών παίζουν ποδόσφαιρο και κάνουν ποδήλατο τα μακρόσυρτα καλοκαιρινά απογεύματα. Σε όλη τη γειτονιά, η κατάσταση φαίνεται – και είναι – εντελώς διαφορετική από αυτή που περιγράφει.
«Όταν ξεκίνησε να αλλάζει η σύνθεση της γειτονιάς μού κακοφαινόταν», μας εξομολογείται η Ε. Μπουφίδου. «Αναγνωρίζω ότι υπάρχουν μετανάστες πολύ καλοί άνθρωποι, αλλά και κάποιοι άλλοι που είναι παραβατικοί και δεν μπορούν να ενσωματωθούν», προσθέτει. Για την ίδια δε, το πώς τους δέχονται οι «ντόπιοι» στις γειτονιές τους είναι και ζήτημα χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου. Σίγουρα παίζουν ρόλο και οι εμπειρίες.
Για παράδειγμα, μερικά μέτρα πιο κάτω, στην οδό Λευκωσίας της Πλατείας Αμερικής, οι καταστηματάρχες έχουν διαμαρτυρηθεί εντόνως για τη διακίνηση ναρκωτικών, που, όπως λένε, γίνεται κυρίως από άτομα αφρικανικής καταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, οι γειτονιές των Πατησίων και της Κυψέλης γνωρίζουν μια νέα άνθηση τα τελευταία χρόνια και αυτό διότι από πολλούς νέους θεωρούνται τα τελευταία «γαλατικά χωριά» που διατηρούν σχετικά φθηνά ενοίκια.