Κάθε Ιούλιο, η Κύπρος επιστρέφει στις ίδιες ημερομηνίες. Στις 15 και στις 20. Στο πραξικόπημα και στην εισβολή. Στις σειρήνες, στους νεκρούς, στους αγνοουμένους, στους πρόσφυγες. Στις φωτογραφίες ανθρώπων που έφυγαν από τα σπίτια τους πιστεύοντας ότι θα επέστρεφαν σε λίγες ημέρες και δεν γύρισαν ποτέ.
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, υπάρχει ένας κίνδυνος πιο ύπουλος από τη λήθη: η συνήθεια.
Να επαναλαμβάνουμε τις ίδιες φράσεις, να καταθέτουμε τα ίδια στεφάνια, να στεκόμαστε μπροστά στις ίδιες εικόνες και ύστερα να επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας, σαν να ολοκληρώθηκε το χρέος μας προς την Ιστορία.
Όμως η μνήμη δεν είναι τελετουργία. Δεν είναι μια υποχρέωση που εξαντλείται μέσα σε λίγες ημέρες του Ιουλίου. Και το Κυπριακό δεν αποτελεί ένα κλειστό κεφάλαιο, όσο η πατρίδα παραμένει διαιρεμένη, όσο άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται και όσο οικογένειες περιμένουν ακόμη να μάθουν πού βρίσκονται τα λείψανα των δικών τους.
Η μνήμη έχει αξία μόνο όταν γεννά συνείδηση και ευθύνη.
Αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ότι οφείλουμε να μιλάμε καθαρά για όσα συνέβησαν. Το προδοτικό πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και της ΕΟΚΑ Β΄ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια υποσημείωση πριν από την τουρκική εισβολή. Υπήρξε το έγκλημα που άνοιξε την πόρτα στην καταστροφή. Η εισβολή, η κατοχή, ο ξεριζωμός και η συνεχιζόμενη διαίρεση δεν μπορούν, από την άλλη, να σχετικοποιούνται ή να παρουσιάζονται ως μια αναπόφευκτη εξέλιξη.
Η ιστορική αλήθεια δεν αντέχει ούτε τους συμψηφισμούς ούτε τις βολικές αποσιωπήσεις.
Το να αναγνωρίζουμε τις ευθύνες της Αθήνας του 1974 δεν μειώνει την ευθύνη της Τουρκίας για την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή. Και το να καταδικάζουμε την τουρκική εισβολή δεν μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να κοιτάξουμε κατάματα την προδοσία που προηγήθηκε.
Η Κύπρος πλήρωσε ακριβά τον εθνικισμό, τον αυταρχισμό, τις ψευδαισθήσεις και τους γεωπολιτικούς υπολογισμούς άλλων. Πλήρωσε όμως και την αδυναμία εκείνων που γνώριζαν ότι η κρίση πλησίαζε και επέλεξαν να αντιδράσουν χλιαρά ή να σιωπήσουν.
Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, οι μαρτυρίες και οι επίσημες αναφορές που έρχονται στο φως δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλές ιστορικές λεπτομέρειες. Μας θυμίζουν ότι η καταστροφή δεν έπεσε από τον ουρανό. Προηγήθηκαν προειδοποιήσεις, αποφάσεις, παραλείψεις και συνειδητές επιλογές.
Πίσω όμως από τις μεγάλες πολιτικές ευθύνες βρίσκονται πάντοτε οι άνθρωποι.
Βρίσκονται οι μητέρες που πέθαναν χωρίς να μάθουν την τύχη των παιδιών τους. Οι σύζυγοι που δεν τόλμησαν να πενθήσουν, επειδή ένα μέρος τους συνέχιζε να ελπίζει. Τα παιδιά που μεγάλωσαν με μια φωτογραφία στον τοίχο και ένα όνομα που ακουγόταν στο σπίτι σαν προσευχή. Οι πρόσφυγες που κράτησαν τα κλειδιά των σπιτιών τους, όχι επειδή πίστευαν αφελώς ότι ο χρόνος θα γυρίσει πίσω, αλλά επειδή αρνήθηκαν να δεχθούν ότι η αδικία μπορεί να γίνει κανονικότητα.
Η εργασία της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους αποτυπώνει με τον πιο σκληρό τρόπο αυτή την εκκρεμότητα. Κάθε ανασκαφή, κάθε δείγμα DNA, κάθε ταυτοποίηση και κάθε επιστροφή λειψάνων δεν είναι μια απλή επιστημονική διαδικασία. Είναι η αποκατάσταση ενός ονόματος. Είναι η στιγμή κατά την οποία μια οικογένεια παύει επιτέλους να αναζητεί και αρχίζει να πενθεί.
Αλλά ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος. Οι μάρτυρες λιγοστεύουν, οι μνήμες σβήνουν και τα σημεία ταφής αλλοιώνονται. Η έκκληση για πληροφορίες δεν αφορά μόνο τις αρμόδιες αρχές. Αφορά κάθε άνθρωπο που γνωρίζει κάτι και εξακολουθεί να σιωπά. Δεν υπάρχει πια κανένα πρόσχημα που να μπορεί να σταθεί απέναντι στο δικαίωμα μιας οικογένειας να μάθει την αλήθεια.
Την ίδια στιγμή, η προσήλωση στη μνήμη δεν πρέπει να σημαίνει παραίτηση από το μέλλον.
Η επανένωση της Κύπρου δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη λήθη, αλλά ούτε και πάνω στην καλλιέργεια ενός μίσους που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Η ειρήνη δεν απαιτεί να ξεχάσουμε. Απαιτεί να θυμόμαστε με ακρίβεια, να αναγνωρίζουμε τον πόνο και των δύο κοινοτήτων και να αρνούμαστε να δεχθούμε ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι είναι καταδικασμένοι να ζουν για πάντα χωρισμένοι.
Η συμφιλίωση χωρίς αλήθεια είναι κενή λέξη. Η αλήθεια χωρίς προοπτική συμφιλίωσης κινδυνεύει να γίνει φυλακή.
Γι’ αυτό κάθε νέα διπλωματική κινητικότητα πρέπει να κρίνεται όχι από τις φωτογραφίες των συναντήσεων και τις προσεκτικά διατυπωμένες δηλώσεις, αλλά από το αν δημιουργεί πραγματικές συνθήκες διαλόγου. Οι Κύπριοι έχουν ακούσει πολλές φορές ότι ανοίγεται ένα νέο παράθυρο ευκαιρίας. Έχουν επίσης δει πολλά τέτοια παράθυρα να κλείνουν χωρίς αποτέλεσμα.
Η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να αρκείται στη διαχείριση της διαίρεσης και στη διατήρηση μιας εύθραυστης ηρεμίας. Η απουσία πολέμου δεν ισοδυναμεί με ειρήνη. Και μια διχοτόμηση που διαρκεί επί δεκαετίες δεν γίνεται περισσότερο δίκαιη επειδή τη συνηθίσαμε.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, το πραγματικό καθήκον δεν είναι απλώς να λέμε «δεν ξεχνώ».
Είναι να γνωρίζουμε τι ακριβώς δεν ξεχνάμε. Να υπερασπιζόμαστε την ιστορική αλήθεια χωρίς επιλεκτικές μνήμες. Να στεκόμαστε δίπλα στις οικογένειες των αγνοουμένων. Να μεταφέρουμε στις νεότερες γενιές όχι μόνο τον πόνο, αλλά και την ευθύνη να μην επαναλάβουν τα λάθη που οδήγησαν στην καταστροφή.
Και πάνω απ’ όλα, να μην επιτρέψουμε ποτέ στον χρόνο να παρουσιάσει τη διαίρεση ως φυσική κατάσταση πραγμάτων.
Η Κύπρος δεν χρειάζεται άλλη μία επέτειο που θα περάσει.
Χρειάζεται αλήθεια που να αντέχει, δικαιοσύνη που να επιμένει και μια ειρήνη πραγματική, δίκαιη και βιώσιμη.
The post Δεν αρκεί να λέμε «Δεν ξεχνώ» appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.