Η Αυστραλία του πατέρα μου χτίστηκε πάνω στην ελπίδα, όχι στον φόβο

Όταν η Pauline Hanson μιλά σήμερα για την ανάγκη διατήρησης της λεγόμενης «μονοκουλτούρας» στην Αυστραλία, μπορεί να μην εξηγεί τι ακριβώς εννοεί. Όμως όσοι ζήσαμε ή γνωρίζουμε εκείνη την εποχή καταλαβαίνουμε πολύ καλά σε ποια Αυστραλία αναφέρεται: σε μια χώρα που ακόμη πάλευε να αποδεχθεί την πολυπολιτισμικότητα.

Η δική μου οικογένεια έφτασε από την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Παρότι η Αυστραλία ήταν ήδη μια χώρα μεταναστών, η κοινωνία της εξακολουθούσε να κυριαρχείται από ανθρώπους αγγλοσαξονικής καταγωγής.

Ο πατέρας μου μιλούσε άπταιστα αγγλικά και αρκετές ακόμη γλώσσες. Για την υπόλοιπη οικογένεια, όμως – ιδιαίτερα για τη μητέρα μου – η γλώσσα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια. Δεν ήταν όμως το μοναδικό.

Βρεθήκαμε σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνία. Το φαγητό μας, ο τρόπος που ντυνόμασταν, οι συνήθειες και οι αντιλήψεις μας μάς έκαναν να ξεχωρίζουμε. Δεν είχαμε συγγενείς ούτε φίλους στη Μελβούρνη. Ο πατέρας μου πίστευε στην ένταξη των μεταναστών στην αυστραλιανή κοινωνία και γι’ αυτό επέλεξε να εγκατασταθούμε σε μια συνοικία όπου ζούσαν κυρίως Αυστραλοί και όχι μετανάστες.

Για τους γείτονές μας ήμασταν «ξένοι». Παραδόξως, όμως, φαινόμασταν διαφορετικοί ακόμη και στους περισσότερους Έλληνες και άλλους μετανάστες της εποχής, καθώς ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος γραφείου και όχι εργάτης, όπως συνέβαινε με τους περισσότερους νεοφερμένους.

Η δυσκολότερη προσαρμογή ήταν ίσως εκείνη του μεγαλύτερου αδελφού μου. Είχε αποφοιτήσει με άριστα από γυμνάσιο της Αθήνας, όμως στην Αυστραλία δεν μπορούσε να βρει καλύτερη δουλειά από αποθηκάριος, ενώ παράλληλα σπούδαζε μηχανικός στο RMIT.

Όταν τελικά πήρε προαγωγή από χειριστής περονοφόρου σε θέση γραφείου στην Kodak, ο προϊστάμενός του τον κάλεσε στο γραφείο του. Αφού κοίταξε τα απολυτήριά του και τις σπουδές του, του είπε περιφρονητικά:

«Όλα αυτά εδώ δεν σημαίνουν τίποτα. Δεν μου αρέσεις. Και να ξέρεις ότι μέχρι εδώ θα φτάσεις μέσα σε αυτή την εταιρεία.»

Η Kodak απασχολούσε τότε πολλούς μετανάστες. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο τμήμα προάγονταν μόνο οι «γνήσιοι» Αυστραλοί.

Ο ρατσισμός δεν ήταν κάτι καινούργιο στη Μελβούρνη της δεκαετίας του ’60. Ούτε δυστυχώς έχει εξαφανιστεί σήμερα. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι η μεγάλη πλειονότητα των Αυστραλών ήταν και παραμένει φιλόξενη, γενναιόδωρη και ανοιχτόμυαλη. Άλλωστε, σχεδόν ένας στους τρεις κατοίκους της χώρας έχει γεννηθεί στο εξωτερικό.

Η Μελβούρνη του σήμερα δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνη την πόλη όπου μεγαλώσαμε. Το ίδιο και το Έλγουντ ή το Κόμπουργκ. Η πόλη έχει μεταμορφωθεί σε μια πραγματικά πολυπολιτισμική μητρόπολη, όπου οι γεύσεις, οι κουζίνες, η μόδα, οι τέχνες και οι πολιτισμοί δεκάδων λαών συνυπάρχουν δημιουργώντας ένα μοναδικό μωσαϊκό.

Είμαστε υπερήφανοι που είμαστε Ελληνοαυστραλοί. Οι οικογένειές μας έχουν πλέον ρίζες από πολλές διαφορετικές χώρες, αποδεικνύοντας ότι η πολυπολιτισμικότητα δεν αποδυναμώνει μια κοινωνία αλλά την εμπλουτίζει.

Ο πατέρας μου επέλεξε να μεταναστεύσει στην Αυστραλία όχι μόνο επειδή πίστευε ότι θα προσέφερε καλύτερες σπουδές και επαγγελματικές προοπτικές στα παιδιά του, αλλά και για πολιτικούς λόγους.

Ήταν βαθιά δημοκρατικός άνθρωπος και ειρηνιστής. Παρακολουθούσε με ανησυχία όσα συνέβαιναν τότε στην Ελλάδα, λίγο πριν από την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Οι επιστολές που λαμβάναμε από συγγενείς και φίλους έφταναν λογοκριμένες, ενώ άνθρωποι του οικογενειακού μας κύκλου εξαφανίζονταν επειδή θεωρούνταν πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος.

H Michelle Pini με τον αδελφό της Michael Mikedis στο St Kilda Gardens το 1965. Photo: Supplied

Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν μόλις έντεκα ετών. Ωστόσο, πρόλαβε να μου μεταδώσει τις αξίες που καθόρισαν ολόκληρη τη ζωή μου. Πίστευε στην ισότητα, στην ελευθερία του λόγου, στην ελεύθερη ενημέρωση και στη δύναμη της παιδείας. Ήταν περήφανος για τη δημοκρατική κληρονομιά της Ελλάδας, αλλά εξίσου περήφανος όταν αποκτήσαμε την αυστραλιανή υπηκοότητα.

Είμαι βέβαιη ότι σήμερα θα αισθανόταν υπερήφανος βλέποντάς με να υπηρετώ τη δημοσιογραφία σε ένα ανεξάρτητο μέσο ενημέρωσης που υπερασπίζεται τη δημοκρατία.

Οι νέοι Αυστραλοί, οι μετανάστες, έχουν συμβάλει καθοριστικά στην πρόοδο της χώρας: στην ιατρική, στην επιστήμη, στις τέχνες, στον αθλητισμό, στη μουσική, στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία, στην τεχνολογία και στην καινοτομία.

Μετά την επιτυχία των Socceroos – μιας ομάδας στην οποία το ένα τρίτο των ποδοσφαιριστών έχει γεννηθεί στο εξωτερικό – η Pauline Hanson αναγκάστηκε να ανασκευάσει τις δηλώσεις της περί «μονοκουλτούρας». Ωστόσο, το πραγματικό της μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Όταν επιμένει ότι οι μετανάστες πρέπει να μιλούν αγγλικά, όλοι καταλαβαίνουμε τι πραγματικά υπονοεί. Ο ρατσισμός αναγνωρίζεται εύκολα όταν τον συναντάμε.

Η Pauline Hanson φαίνεται να νοσταλγεί μια εποχή όπου άνθρωποι σαν τον προϊστάμενο του αδελφού μου μπορούσαν να αποφασίζουν ποιος είχε δικαίωμα να προχωρήσει και ποιος όχι.

Η μεγάλη πλειονότητα των Αυστραλών δεν συμμερίζεται αυτές τις αντιλήψεις. Οι νεότερες γενιές γνωρίζουν την πολιτική της «Λευκής Αυστραλίας» μόνο μέσα από τα βιβλία της ιστορίας. Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμούμε ποτέ τη δύναμη της πολιτικής που βασίζεται στον φόβο. Αρκεί να κοιτάξει κανείς όσα συμβαίνουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Είναι ειρωνικό ότι, ύστερα από τόσες δεκαετίες προόδου, η ξενοφοβία επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση.

Αν ζούσε σήμερα ο πατέρας μου, θα ένιωθε βαθιά απογοητευμένος.

*Michelle Pini is the managing editor of Independent Australia where this opinion was first published.

The post Η Αυστραλία του πατέρα μου χτίστηκε πάνω στην ελπίδα, όχι στον φόβο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.