Η Ευρώπη γηράσκει, οι ανάγκες πληθαίνουν

Η συνεχής αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ελλάδα είναι δεδομένη, όπως άλλωστε και στον υπόλοιπο κόσμο. Η τάση αναμένεται να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα, τουλάχιστον με βάση τα σημερινά δεδομένα και εφόσον δεν υπάρξει κάποια μεγάλη ανατροπή.

Για του λόγου το αληθές, στην ΕΕ το μέσο προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε κατά 4 χρόνια από το 2002 (η πρώτη χρονιά για την οποία υπήρχαν διαθέσιμα επίσημα στοιχεία από όλα τα κράτη-μέλη) ως το 2024, οπότε και διαμορφώθηκε στα 81,5. Οσο για την Ελλάδα, η αύξηση από το 1990 ως το 2024 άγγιξε τα 5 χρόνια (4,8 για την ακρίβεια), ήτοι από τα 77,1 έφτασε στα 81,9.

Ταυτόχρονα, όμως, με δεδομένη και τη συνεχή μείωση των γεννήσεων, αυξάνεται διαρκώς και η μέση ηλικία Ευρωπαίων και Ελλήνων: Στη δεκαετία 2015-2025, η μέση ηλικία στην ΕΕ αυξήθηκε από τα 42,8 στα 45 έτη, ενώ στην Ελλάδα από τα 43,5 στα 47,2.

Η μεταβολή αυτή σημαίνει, πρακτικά, ότι τις επόμενες δεκαετίες, περισσότεροι άνθρωποι θα ζουν για πιο πολλά χρόνια αλλά θα αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας, ενδεχομένως και σοβαρά. Κι αυτό, με τη σειρά του, μεταφράζεται σε μεγαλύτερες απαιτήσεις και υψηλότερο κόστος.

«Οι δημογραφικές αλλαγές αναδιαμορφώνουν το τοπίο στην υγεία και τη μακροπρόθεσμη μέριμνα σε ολόκληρη την ΕΕ», σημειώνει χαρακτηριστικά πρόσφατη έκθεση του Ενιαίου Κέντρου Ερευνών της Κομισιόν. Προσθέτει δε ότι «η γήρανση του πληθυσμού και οι αλλαγές στην πορεία των ασθενειών γεννούν νέες προκλήσεις, τόσο για τα συστήματα υγείας όσο και για τους προϋπολογισμούς».

Πράγματι, σύμφωνα με τα στατιστικά μοντέλα, το μερίδιο των Ευρωπαίων με ηλικία άνω των 80 ετών προβλέπεται ότι θα έχει υπερδιπλασιαστεί ως το 2070, φτάνοντας το 13,3% επί του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ, έναντι 6,2% που ήταν πέρυσι. Αναμφίβολα, λοιπόν, θα αυξηθεί σημαντικά και ο αριθμός των ανθρώπων που θα έχουν ανάγκη συστηματικής και μακροπρόθεσμης φροντίδας και παροχών υγείας, ενδεχομένως και σε καθημερινή βάση.

Για του λόγου το αληθές, όπως αναφέρει η ίδια έκθεση, ενώ το ποσοστό των γυναικών και των ανδρών που έχουν ανάγκη τέτοιων υπηρεσιών ανέρχεται σε 10% και 8% αντιστοίχως στις ηλικίες 50-54 ετών, εκτινάσσεται στο 59% και 58% (δηλαδή πάνω από τους μισούς) για εκείνους και εκείνες που έχουν «πατήσει» τα 90.

Ετσι, με βάση τις τάσεις που επικρατούν σήμερα, το 2070 θα υπάρχουν 48 εκατομμύρια Ευρωπαίοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται συστηματική φροντίδα, έναντι 36 εκατ. το 2025 – κι αυτό, παρά το γεγονός ότι μέχρι τότε, ο συνολικός πληθυσμός της ΕΕ εκτιμάται πως θα έχει συρρικνωθεί κατά περίπου 5% (στα 425-430 εκατομμύρια έναντι 450 εκατ. σήμερα).

Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι συνέπειες των εξελίξεων αυτών θα είναι πολύ σημαντικές και δυσάρεστες εάν δεν ληφθούν από τώρα μέτρα ενίσχυσης των μηχανισμών παροχής βοήθειας των ανθρώπων που υπάγονται στις παραπάνω κατηγορίες. Αρκεί μόνο να σημειωθεί ότι με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία, περίπου οι μισοί από τους Ευρωπαίους και τις Ευρωπαίες άνω των 65 ετών που χρειάζονται συστηματική βοήθεια και ιατρική μέριμνα, κυρίως εξαιτίας των χρόνιων προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν, διαπιστώνουν πως οι ανάγκες τους δεν ικανοποιούνται.