
Ουρά περίμενε ο κόσμος έξω από το θερινό σινεμά της Πάρου. Πολύχρωμο πλήθος, Ελληνες και ξένοι, αναψοκοκκινισμένοι από τον ανηλεή ήλιο της ημέρας, είχαν συγκεντρωθεί μία ώρα νωρίτερα από την έναρξη της βραδινής προβολής. Το εξωτικό πρόσωπο μιας ωραίας νεαρής γυναίκας ξεχώριζε στο πλήθος.
«Αυτή είναι;», ρώτησε τον φίλο της η λυγερή κοπέλα με τα σγουρά μαλλιά, ψάχνοντας τα γυαλιά της σε μια τεράστια ψάθινη τσάντα.
«Σε ποια αναφέρεσαι;», ρώτησε ο νεαρός σκανάροντας τα ιδρωμένα πρόσωπα.
«Στην Ζεντάγια. Την ηθοποιό. Είναι και τραγουδίστρια, νομίζω. Επαιζε στον Spiderman».
«Δεν ξέρω, αν είναι αυτή. Τον συνοδό της, δες. Η φωτογραφία του κυκλοφορούσε στα σόσιαλ το πρωί. Εχει το ξενοδοχείο που κτίζεται στις Κολυμβήθρες», μουρμούρισε ο νεαρός.
«Εκεί που έγινε η φασαρία πέρσι και σταμάτησαν τις εργασίες;».
Δεν πρόλαβε να της απαντήσει ο φίλος της. Κύμα ορμητικό τον παρέσυρε η ουρά που συνωστίστηκε όταν ο ταμίας, ο γαμπρός του ιδιοκτήτη, άρχισε να κόβει τα εισιτήρια. Ούτε καρφίτσα δεν χωρούσε στο ανακαινισμένο σινεμά της Παροικιάς, όταν μπήκαν και κάθισαν όλοι. Μόλις εξασφάλισαν μια θέση σηκώθηκαν μερικοί και σχημάτισαν ουρά στο μπαρ του σινεμά, που το κρατούσε η κόρη του ιδιοκτήτη, μια χοντρούλα με αυθάδικα μάτια.
«Άμα πας για τις μπίρες ρώτα την Ευθυμούλα στο μπαρ, αν είναι η Ζεντάγια», φώναξε η κοπέλα στον φίλο της, ακουμπώντας την τεράστια ψάθινη τσάντα, στη θέση του, δίπλα της.
«Ορίστε, το είπε και η ανιψιά μου. Η Ζεντάγια, η ηθοποιός, είναι. Πανέμορφη, ε;», σχολίασε μια καλοβαλμένη μεσήλικη στην πίσω σειρά, τεντώνοντας το κεφάλι της να θαυμάσει τη μιγάδα καλλονή.
«Όλα τα κορίτσια ίδια είναι, Μαρίκα. Πλούσια μαλλιά, έντονα ζυγωματικά και φιλήδονα χείλη», γέλασε η φιλενάδα της ανοίγοντας μια σακούλα τσιπς.
«Δες την, επιτέλους. Ξεχωρίζει. Δες και την άλλη κοπέλα, από την άλλη μεριά του ζεύγους. Αυτή με την ξανθιά πλεξούδα. Χαριτωμένη, συμπαθητική, δε λέω. Αλλά δεν έχει καθόλου αέρα. Ασχετη, πώς να το πω;», συνέχισε να σχολιάζει, η Μαρίκα.
«Άσχετη; Πού το ξέρεις; Πού ξέρεις ότι αυτός ο ασπρομάλλης συνοδεύει την Ζεντάγια και όχι την άσχετη, που λες, από την άλλη μεριά;», την τσίγκλησε η φιλενάδα της με τα τσιπς.
«Ουχού, Τασία. Μ’ εκνευρίζεις με τα δασκαλίστικά σου. Χωριό που φαίνεται, κολαούζο δεν θέλει».
«Ούτε ζευγάρι, ούτε παρέα. Εγώ βλέπω τρεις ανθρώπους μόνους. Εσύ υποθέτεις ότι επειδή η μία είναι ηθοποιός…».
«Σσσσ… Το έργο αρχίζει», ακούστηκε μια αυστηρή φωνή.
Τα φώτα έσβησαν. Φανερώθηκε απέραντος ο έναστρος ουρανός. Καταλάγιασε ο θόρυβος της ανθρωποθάλασσας. Κυρίευσε το θερινό σινεμά η ευωδιά των γιασεμιών και του νυχτολούλουδου που στόλιζαν τα παρτέρια του. Επεσαν τα γράμματα του τίτλου στην οθόνη. «Περίμενε μέχρι να νυχτώσει». Ξεκίνησε η καθηλωτική μουσική μεταφέροντας με μιας το κοινό σε ένα διαμέρισμα στο Μόντρεαλ, ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωινό.
Μια γυναίκα περιμένει έναν ηλικιωμένο να κρύψει σακουλάκια ηρωίνης σε μια πάνινη κούκλα. Την παίρνει και πάει στο αεροδρόμιο. Εκεί αντιλαμβάνεται ότι κάποιος την παρακολουθεί. Πανικόβλητη, δίνει την κούκλα σ’ έναν άγνωστο ενώ αυτός που την παρακολουθούσε την απομακρύνει βίαια.
«Έχασες την πρώτη σκηνή», μουρμούρισε στον φίλο της η λυγερή σγουρομάλλα, παίρνοντας με το ένα χέρι την τεράστια ψάθινη τσάντα από τη θέση του, και την μπίρα με το άλλο.
«Είχε πολύ κόσμο στο μπαρ. Η Ευθυμούλα δεν ξέρει αν είναι η Ζεντάγια. Πάντως, ο ασπρομάλλης γέρος που τη συνοδεύει είναι πράγματι ο εκατομμυριούχος που αγόρασε το ξενοδοχείο στις Κολυμβήθρες. Τι έχασα; Λέγε», ψιθύρισε ο νεαρός στη φίλη του ρουφώντας μια γουλιά μπίρα.
«Σιωπή επιτέλους», έκοψε την κουβέντα η αυστηρή φωνή.
Μία ώρα αργότερα, στις δέκα ακριβώς, άναψαν τα φώτα του διαλείμματος. Ζωντάνεψε η ανθρωποθάλασσα. Ουρά σχηματίστηκε πάλι μπροστά στο μπαρ του σινεμά.
«Έχει αγωνία, ε; Πώς άρχιζε;», ρώτησε ο νεαρός τη φίλη του ανάβοντας τσιγάρο.
«Και πού να δείτε παρακάτω, παιδιά», παρενέβη η παχουλή μεσήλικη από την πίσω σειρά.
«Θεία Μαρίκα, κυρία Τασία, δεν σας είδα», κοκκίνισε η κοπέλα γυρίζοντας πίσω ξαφνιασμένη.
«Εμείς σας είδαμε, αλλά η θεία σου, η Μαρίκα, όλο με την ηθοποιό ασχολούνταν», γέλασε η κυρία Τασία, τινάζοντας τα τρίμματα των τσιπς από τη φούστα της.
«Η Ζεντάγια δεν είναι θεία;».
«Της μοιάζει, παιδί μου. Αλλά δεν είμαι σίγουρη».
«Η θεία μου έχει μανία με το σινεμά», γύρισε στον φίλο της η κοπέλα.
«Το έχετε δει το έργο;», ρώτησε ο φίλος της κοπέλας τη θεία Μαρίκα.
«Δύο φορές. Είναι εμβληματικό θρίλερ. Η Ώντρεϋ Χέμπορν που κάνει την τυφλή προτάθηκε για Οσκαρ».
«Δεν έπρεπε να κάνουν διάλειμμα τώρα, πάνω στη σκηνή που η τυφλή καταλαβαίνει ότι αυτοί οι τρεις που ψάχνουν την κούκλα είναι εγκληματίες. Από γκανγκστερικό μετατρέπεται ξαφνικά σε ψυχολογικό θρίλερ και σου κόβει την ανάσα», σχολίασε ο νεαρός.
«Τελικά είχες δίκιο, Μαρίκα. Είναι με την ηθοποιό αυτός ο ασπρομάλλης», παραδέχτηκε το λάθος της η κυρία Τασία βλέποντάς τον να της χαϊδεύει την πλάτη καθώς τη βοηθούσε να ρίξει ένα σάλι στους ώμους της.
«Λένε πως είναι ο εκατομμυριούχος που αγόρασε το ξενοδοχείο στις Κολυμβήθρες. Αυτό που άρχισε να κτίζεται πάλι. Είχε μείνει γιαπί όταν απέδειξαν οι Οικολόγοι ότι είναι μνημείο της φύσης η περιοχή. Φαίνεται πως λάδωσε καλά τους αρμόδιους ο εκατομμυριούχος και πήραν πάλι άδεια. Εξάστερο με μπανγκαλόου και πισίνες. Παν οι Κολυμβήθρες», μουρμούρισε με πίκρα ο νεαρός.
«Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Κακότυχο είναι. Δεν θα τελειώσει ποτέ. Θα δείτε. Θυμάστε το δυστύχημα πέρσι; Που πνίγηκαν τα γεροντάκια; Την ίδια εποχή που σταμάτησε το χτίσιμο του ξενοδοχείου, δεν ήταν; Ε, άμα κάτι ξεκινάει στραβά… Αν στραβώσει το κλήμα θα στραβώσει και το αμπέλι, δεν λέμε; Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται», δήλωσε η κυρία Τασία.
«Δεν το ήξερα ότι είστε προληπτική, κυρία Τασία», σχολίασε η κοπέλα. «Πάντως εγώ δεν το βλέπω έτσι. Ο κόσμος προχωρεί, δεν γίνεται…».
«Ο λαός κάτι ξέρει και βγάζει τις παροιμίες», τη διέκοψε ο φίλος της.
«Πες μας για το έργο, θεία», γύρισε στη Μαρίκα η κοπέλα ν’ αλλάξει κουβέντα.
«Πάμε στοίχημα ότι στο τέλος θα τσιρίξετε από τον τρόμο;», γέλασε η θεία Μαρίκα.
«Ε, όχι δα, θεία», παραπονέθηκε το κορίτσι.
«Και τις δύο φορές που το είδα, το κοινό ούρλιαξε όταν στη σκηνή με το απόλυτο σκοτάδι, έκανε ο Αλαν Αρκιν το περίφημο άλμα να μαχαιρώσει την τυφλή».
«Σωπάστε επιτέλους, κυρία μου. Ηρθαμε να δούμε το έργο. Οχι να μας το διηγηθείτε. Αρχίζει», ακούστηκε οργισμένη η αυστηρή φωνή, καθώς έσβηναν τα φώτα.
Κόντευε έντεκα και μισή όταν η αγωνιώδης κραυγή των θεατών δόνησε το σινεμά. Τα φώτα άναψαν και το κοινό άρχισε σιγά σιγά να φεύγει. Αλλοι ντρέπονταν για την αθέλητη κραυγή, άλλοι γελούσαν αμήχανα, άλλοι έπαιρναν ακόμη βαθιές αναπνοές.
«Άντε, κουνηθείτε. Κερνάω παγωτό. Αν και χάσατε το στοίχημα. Ακόμη κι εσύ, Τασία, που κάνεις την ατάραχη τώρα», ειρωνεύτηκε η θεία Μαρίκα.
Καθώς στριμώχνονταν να βγουν από το σινεμά έριξε μια ματιά εκεί όπου καθόταν η Ζεντάγια. Είχε αδειάσει όλη η σειρά. Μόνο ο εκατομμυριούχος είχε απομείνει σκυμμένος μπροστά. «Θα ψάχνει τον αναπτήρα του. Πάω στοίχημα ότι είναι χρυσός», μουρμούρισε η Μαρίκα πιάνοντας τη φιλενάδα της από το μπράτσο.
–
Ακριβώς στις 10 το πρωί το «Μπλου Σταρ» σήκωσε άγκυρα για Πειραιά. Καθισμένα στις καρέκλες του δεύτερου καταστρώματος δύο δροσερά, αν και ξαγρυπνισμένα, κορίτσια έπιναν φρέντο καπουτσίνο.
«Τελειώσαμε, Στέλλα», αναστέναξε η μελαχρινή κοπέλα με τα αγορίστικα κομμένα μαλλιά και το σκουλαρίκι κρίκο στη μύτη. Χρειαζόταν μεγάλη φαντασία να την παρομοιάσει κανείς με την αισθησιακή Ζεντάγια, μολονότι κάτι έφερνε.
«Χάρη σε σένα, Γιασμίν, και τους φίλους σου, τους κομπιουτεράδες, βρήκαμε ότι αυτός ξεπάτωσε τον οικισμό στις Κολυμβήθρες. Αυτός είναι ο αόρατος ιδιοκτήτης της offshore στην Κύπρο που αγόρασε τα κόκκινα δάνεια των κατοίκων και ξέρουμε τι συνέβη στους παππούδες μου που δεν χρωστούσαν και δεν πουλούσαν. Χώρια που χωρίς εσένα δεν θα ερχόταν στο σινεμά. Και μάλιστα χωρίς τον σωματοφύλακα του. Έλιωνε έτσι όπως τον κοίταζες. Αν δεν τον άφηνες να σε φιλήσει θα το καταλάβαινε όταν του έκανα την ένεση με την ινσουλίνη. Ούτε αδέρφια δεν βοηθάν όπως εσύ», προσπάθησε να κρύψει την ξαφνική συγκίνηση η Στέλλα, πλέκοντας με μανία κοτσίδα τα πλούσια ξανθά μαλλιά που ανακάτευε ο αέρας.
Στο μυαλό της Γιασμίν ζωντάνεψε ξανά εκείνη η κρύα νύχτα του χειμώνα, πριν από χρόνια, όταν βούλιαξε το φουσκωτό κι άρχισε να παλεύει με τα κύματα. Τότε που ξένο παιδί, μονάχο, έλεγε πως ίσως ήταν καλύτερα να αφεθεί και να χαθεί. Αν δεν την περιμάζευαν τα γεροντάκια …
«Μα είσαι οικογένειά μου, Στέλλα», μουρμούρισε, τρίβοντας με μανία το στόμα της να σβήσει το σιχαμένο φιλί.
«Αν τον πήγαν αμέσως στο Κέντρο Υγείας, μπορεί να γλιτώσει», μουρμούρισε η Στέλλα.
«Κισμέτ», αναστέναξε η Γιασμίν απλώνοντας το βλέμμα στη θάλασσα.
Το τελευταίο βιβλίο της Αννας Δάρδα Ιορδανίδου είναι η νουβέλα «Τρανσαλόνικα», Καστανιώτης 2025