
Η απόφαση ήταν κόλαφος, εκδόθηκε στις 23 Ιουνίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και αποδεικνύει ότι, δυστυχώς, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους που κοστίζουν τόσο στην πολιτεία και όσο στο κράτος δικαίου.
Κρίνοντας την υπόθεση «Μαρινάκης κατά Ελλάδος», το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι υπήρξε κατάφωρη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) εις βάρος του επιχειρηματία και εκδότη, από δημόσιες καταδικαστικές δηλώσεις που γίνονταν εναντίον του από πολιτικά πρόσωπα, για ποινική υπόθεση, ενώ αυτή βρισκόταν ακόμη σε εκκρεμότητα.
Στην απόφαση μάλιστα επισημαίνεται ότι η τακτική αυτή ακολουθούνταν από τον σκληρό πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας της χώρας. Πώς; Με ανυπόγραφα σημειώματα που διακινούσε το γραφείο Τύπου του Πρωθυπουργού και δημόσιες τοποθετήσεις δύο κορυφαίων υπουργών – Δικαιοσύνης και Αμυνας. Η κυβέρνηση έτσι έσπευδε να αποδώσει ποινική ενοχή στον κατηγορούμενο, πολύ προτού μιλήσει ο φυσικός δικαστής. Το αποτέλεσμα προφανές: Η μετάδοση τέτοιων δηλώσεων «ήταν ικανή να παρακινήσει το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του και προδίκαζε την εκτίμηση των γεγονότων από τους αρμόδιους δικαστές, κατά παράβαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας» όπως τονίζει χαρακτηριστικά η απόφαση.
Κορυφαία απόφαση
Η νομολογία του ΕΔΔΑ για το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη είναι πάγια και στέρεη. Με βάση την ερμηνεία του Δικαστηρίου, η ΕΣΔΑ δεν στερεί βεβαίως από την πολιτεία το δικαίωμα ή την υποχρέωση να ενημερώνει τους πολίτες. Της απαγορεύει, όμως, ρητά να προδικάζει.
Μια από τις κορυφαίες αποφάσεις που διαμόρφωσαν την ευρωπαϊκή νομολογία είναι επίσης ελληνική. Πρόκειται για την υπόθεση «Κώνστας κατά Ελλάδος», στην οποία η χώρα μας καταδικάστηκε για πολιτικές δηλώσεις που καταδίκαζαν τον προσφεύγοντα για εμπλοκή σε σκάνδαλο. Το ΕΔΔΑ έκρινε, μάλιστα, πως το τεκμήριο της αθωότητάς του εθίγη επειδή τον εμφάνιζαν ως ένοχο με δικαστική βούλα, ενώ εκκρεμούσε ακόμα η επανεξέταση της καταδίκης του στον δεύτερο βαθμό.
Διάκριση εξουσιών
Οι δύο υποθέσεις, αν και εκκινούν από διαφορετικό υπόβαθρο, καταλήγουν στον ίδιο πυρήνα: Στην αδυναμία των κρατικών αξιωματούχων να σεβαστούν τη διάκριση των εξουσιών. Στην υπόθεση «Μαρινάκης κατά Ελλάδος», όμως, το Δικαστήριο το πάει ακόμα παραπέρα, καταδικάζοντας και τη μεθοδολογία των ανυπόγραφων non papers ή των «φωτογραφικών δηλώσεων», που πλήττουν υπολήψεις χωρίς υπογραφή και χρησιμοποιούν τη συκοφαντία ως τεχνική διακυβέρνησης. Οταν μάλιστα ο στόχος αυτής της κρατικής μηχανής είναι ένας εκδότης, το ζήτημα αγγίζει και την ελευθερία του Τύπου, που βρίσκεται στον πυρήνα των δημοκρατικών λειτουργιών.
Στην υπόθεση Μαρινάκη, το Στρασβούργο δεν καταδίκασε απλώς μια έλλειψη αυτοσυγκράτησης από υπουργούς που εγκατέλειψαν τον θεσμικό τους ρόλο για να μεταβληθούν σε κατήγοροι. Καταδίκασε και μια οργανωμένη κρατική πρακτική, η οποία εργαλειοποιεί και την ανωνυμία, για να προκαταλάβει τη Δικαιοσύνη και να εξουδετερώσει δημόσια τον ελεγχόμενο.
Μας αφορά όλους
Το πρόβλημα είναι, δυστυχώς, ότι πολλά πολιτικά πρόσωπα, ακόμη και πολλοί συμπολίτες μας, θεωρούν πως τέτοιες υποθέσεις αφορούν μόνο τον εκάστοτε θιγόμενο. Το τεκμήριο της αθωότητας δεν προστατεύει, όμως, μόνο τον Βαγγέλη Μαρινάκη. Πρέπει να αφορά τους πάντες διότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί ανά πάσα στιγμή ελεγχόμενος.
Αυτό που καλείται να σκεφτεί ο καθένας είναι πόσο πραγματικά ασφαλής είναι όταν οι κανόνες του κράτους δικαίου παραβιάζονται από το ίδιο το κράτος που υποχρεούται να τους διασφαλίζει. Τελικά, είναι ψευδαίσθηση να αισθάνεται κανείς απολύτως ασφαλής σε μια πολιτεία που συχνά εμφανίζεται αδύναμη να αντισταθεί στον πειρασμό να κατασκευάζει ενόχους.