Μουντιάλ: Το πράσινο όνειρο της FIFA… έμεινε στα χαρτιά

Λίγες ημέρες πριν από την ολοκλήρωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026, η μεγαλύτερη διοργάνωση στην ιστορία του ποδοσφαίρου αφήνει πίσω της έντονες αντιδράσεις όχι μόνο για τις αγωνιστικές και οργανωτικές επιλογές της FIFA, αλλά κυρίως για το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα. Το τουρνουά που είχε παρουσιαστεί ως μια νέα εποχή βιώσιμης διοργάνωσης, καθώς στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αξιοποίηση ήδη υπαρχόντων σταδίων, αποφεύγοντας το εκτεταμένο κατασκευαστικό πρόγραμμα που χαρακτήρισε το Μουντιάλ του Κατάρ το 2022. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για τις συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου καταδεικνύουν ότι η χρήση υφιστάμενων εγκαταστάσεων δεν αρκεί από μόνη της για να περιορίσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όταν η διοργάνωση αυξάνεται δραστικά σε μέγεθος και γεωγραφική έκταση.

Αλλού το όνειρο

Η FIFA είχε προβάλει εξαρχής ως βασικό επιχείρημα υπέρ της διοργάνωσης του 2026 το γεγονός ότι δεν θα απαιτούνταν η κατασκευή νέων γηπέδων, όπως είχε συμβεί στο Κατάρ, όπου δημιουργήθηκαν επτά νέα στάδια ειδικά για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Στη Βόρεια Αμερική, αντίθετα, επιλέχθηκαν ήδη λειτουργικές αθλητικές εγκαταστάσεις, αρκετές από τις οποίες εκσυγχρονίστηκαν ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης. Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε ως απόδειξη μιας νέας στρατηγικής βιωσιμότητας, με στόχο τον περιορισμό του περιβαλλοντικού κόστους που συνεπάγεται η ανέγερση μεγάλων αθλητικών υποδομών.

Η πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη. Η μεγαλύτερη αλλαγή στην ιστορία του θεσμού ήταν η αύξηση των συμμετεχουσών εθνικών ομάδων από 32 σε 48. Ως συνέπεια, οι αγώνες αυξήθηκαν από 64 σε 104, ενώ οι πόλεις που φιλοξενούν τη διοργάνωση έφτασαν τις 16, κατανεμημένες σε τρεις διαφορετικές χώρες, με αποστάσεις που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν τα 3.000 ή ακόμη και τα 4.000 χιλιόμετρα. Η γεωγραφική διασπορά του τουρνουά δημιούργησε μια πρωτοφανή ανάγκη συνεχών μετακινήσεων για ποδοσφαιριστές, τεχνικά επιτελεία, διαιτητές, δημοσιογράφους, χορηγούς, προσωπικό ασφαλείας και εκατομμύρια φιλάθλους που ακολούθησαν τις εθνικές τους ομάδες από πόλη σε πόλη.

Περισσότερο από μία… Μαδρίτη

Οι σχετικές εκτιμήσεις για τις συνολικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Σύμφωνα με αναλύσεις ειδικών στη βιωσιμότητα, το Μουντιάλ του 2026 αναμένεται να παράγει περίπου 7,8 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα (CO₂e), επίδοση που το κατατάσσει ως το πιο επιβαρυντικό για το κλίμα Παγκόσμιο Κύπελλο που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα. Το μέγεθος αυτό είναι υπερδιπλάσιο από τους περίπου 3,8 εκατομμύρια τόνους CO₂e που είχαν αποδοθεί επισήμως στη διοργάνωση του Κατάρ το 2022, μια διοργάνωση που είχε δεχθεί έντονη διεθνή κριτική για τις ενεργειακές απαιτήσεις της και τις νέες κατασκευές.

Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή όταν οι αριθμοί αντιπαραβάλλονται με τις εκπομπές μιας μεγάλης ευρωπαϊκής πόλης. Οι εκτιμώμενες εκπομπές του Μουντιάλ του 2026 υπερβαίνουν – για παράδειγμα – ελαφρώς τις συνολικές ετήσιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα της Μαδρίτης, γεγονός που αποτυπώνει το πραγματικό μέγεθος της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης που μπορεί να προκαλέσει μια αθλητική διοργάνωση παγκόσμιας εμβέλειας.

Πρόβλημα οι μεταφορές

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η κύρια πηγή εκπομπών δεν είναι πλέον οι αθλητικές εγκαταστάσεις, αλλά οι μεταφορές. Υπολογίζεται ότι περίπου το 85% του συνολικού ανθρακικού αποτυπώματος συνδέεται άμεσα με τις μετακινήσεις θεατών, αποστολών, εργαζομένων, εμπορευμάτων και εξοπλισμού. Η επιλογή τριών χωρών ως συνδιοργανωτριών, σε συνδυασμό με τον αυξημένο αριθμό συμμετεχόντων, οδήγησε σε εκατοντάδες επιπλέον αεροπορικά δρομολόγια και σε μια αδιάκοπη κινητικότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της διοργάνωσης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό κόστος δεν προκύπτει από τις κατασκευές αλλά από τη λειτουργία του ίδιου του τουρνουά και τη γεωγραφική του διάρθρωση.

Σημαντικό ρόλο στην ενεργειακή κατανάλωση διαδραμάτισαν και οι ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες του βορειοαμερικανικού καλοκαιριού. Τρία από τα γήπεδα που χρησιμοποιήθηκαν στη διοργάνωση διαθέτουν εξελιγμένα συστήματα κλιματισμού μεγάλης ισχύος, τα οποία λειτούργησαν για συνολικά 25 αγώνες. Η λειτουργία αυτών των εγκαταστάσεων απαιτεί τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να διατηρούνται αποδεκτές συνθήκες για αθλητές, θεατές και προσωπικό, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η εξωτερική θερμοκρασία υπερβαίνει συχνά τους 35 βαθμούς Κελσίου.

Φαύλος κύκλος

Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι η κλιματική υποστήριξη ενός και μόνο αγώνα μπορεί να απαιτήσει σχεδόν 100.000 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί στη μηνιαία κατανάλωση περίπου 344 μέσων ισπανικών νοικοκυριών. Εάν η ίδια κατανάλωση εφαρμοστεί στο σύνολο των 25 αγώνων που διεξήχθησαν στα συγκεκριμένα κλιματιζόμενα στάδια, τότε η συνολική ζήτηση προσεγγίζει τις 2,5 γιγαβατώρες, ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες περίπου 8.600 κατοικιών για έναν ολόκληρο μήνα.

Παρότι η ενεργειακή κατανάλωση των σταδίων αποτελεί σχετικά μικρό ποσοστό του συνολικού ανθρακικού αποτυπώματος της διοργάνωσης, αναδεικνύει μια νέα πραγματικότητα για τον παγκόσμιο αθλητισμό. Η αυξανόμενη ένταση και συχνότητα των κυμάτων καύσωνα καθιστούν πλέον αναγκαία τη χρήση ολοένα και ισχυρότερων συστημάτων ψύξης σε αθλητικές εγκαταστάσεις, αυξάνοντας περαιτέρω την κατανάλωση ενέργειας. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος, καθώς η κλιματική αλλαγή επιβάλλει μεγαλύτερη ενεργειακή χρήση, ενώ η ίδια αυτή κατανάλωση συμβάλλει στην περαιτέρω επιδείνωση του φαινομένου.

Ακόμη χειρότερα

Η συζήτηση γύρω από τη βιωσιμότητα των μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων αποκτά πλέον νέα διάσταση. Μέχρι πρόσφατα, το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν κυρίως στις κατασκευές νέων γηπέδων και στις επενδύσεις σε υποδομές. Το παράδειγμα του Μουντιάλ του 2026 δείχνει ότι ακόμη και όταν αποφεύγονται οι νέες κατασκευές, η αύξηση της κλίμακας της διοργάνωσης μπορεί να εξουδετερώσει κάθε περιβαλλοντικό όφελος. Οι μετακινήσεις, η ενέργεια, η φιλοξενία εκατομμυρίων επισκεπτών και η λειτουργία ενός τόσο εκτεταμένου δικτύου εγκαταστάσεων εξελίσσονται πλέον στους σημαντικότερους παράγοντες εκπομπών.

Οι προβληματισμοί γίνονται ακόμη πιο έντονοι ενόψει του Μουντιάλ του 2030. Η επετειακή διοργάνωση για τα εκατό χρόνια από το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο θα φιλοξενηθεί κυρίως από την Ισπανία, την Πορτογαλία και το Μαρόκο, ενώ οι εναρκτήριοι αγώνες θα διεξαχθούν στην Ουρουγουάη, την Αργεντινή και την Παραγουάη, προκειμένου να τιμηθεί η ιστορική επέτειος του θεσμού. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται ακόμη μεγαλύτερη γεωγραφική διασπορά, με μετακινήσεις μεταξύ δύο ηπείρων και χιλιάδων χιλιομέτρων, γεγονός που δημιουργεί ανησυχίες ότι το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των μελλοντικών διοργανώσεων ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω…