
Μία από τις δημοφιλέστερες πράξεις αισθητικής ιατρικής, τα γνωστά μπότοξ, αλλά και άλλες ενέσιμες θεραπείες, έχουν εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης σχετικά με το ποιοι γιατροί διαθέτουν την απαιτούμενη εκπαίδευση και την επιστημονική επάρκεια για να τις διενεργούν για αισθητικούς λόγους. Η πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Υγείας, η οποία εισάγει νέους περιορισμούς, κλιμακώνει την ένταση και αναζωπυρώνει τις αντιδράσεις.
Πιο συγκεκριμένα, η νέα απόφαση ξεκαθαρίζει ότι οι ενέσιμες πράξεις αισθητικής ιατρικής και ειδικότερα οι θεραπείες με βοτουλινική τοξίνη και υαλουρονικό οξύ μπορούν εφεξής να διενεργούνται αποκλειστικά από ιατρούς τριών ειδικοτήτων: της πλαστικής χειρουργικής, της δερματολογίας και της στοματικής και γναθοπροσωπικής χειρουργικής.
Με τον τρόπο αυτό κλείνει το «παράθυρο» που είχε δημιουργηθεί για την εκτέλεση των συγκεκριμένων πράξεων και από άλλες ιατρικές ειδικότητες. Για την ιστορία, ο «πόλεμος» για τα μπότοξ ξέσπασε το 2024, όταν υπουργική απόφαση όρισε μεν ως βασικές τις ίδιες τρεις ειδικότητες, προέβλεψε όμως και σημαντικές εξαιρέσεις. Ετσι, ιατροί των ειδικοτήτων της νευρολογίας, της νευροχειρουργικής και της οφθαλμολογίας έλαβαν τότε το «πράσινο» φως να χορηγούν ενέσιμες θεραπείες αποκλειστικά για θεραπευτικούς σκοπούς, τοπικά στην πάσχουσα περιοχή και για συγκεκριμένες επιστημονικά τεκμηριωμένες ενδείξεις.
Η αντίδραση των οδοντιάτρων ήταν άμεση και έντονη. Υποστήριξαν ότι τόσο η βοτουλινική τοξίνη όσο και το υαλουρονικό οξύ αποτελούν και κλινικά εργαλεία για την αντιμετώπιση παθήσεων, όπως ο βρουξισμός (σφίξιμο των δοντιών) και ορισμένες μυϊκές δυστονίες. Τελικά, οι πιέσεις τους απέδωσαν και δύο μήνες αργότερα το υπουργείο Υγείας εξέδωσε τροποποιητική απόφαση, εντάσσοντάς τους στις ειδικότητες που μπορούσαν να διενεργούν τις συγκεκριμένες πράξεις, ρύθμιση που ισχύει μέχρι σήμερα.
Ωστόσο, η διευρυμένη λίστα των εξαιρέσεων δημιούργησε στην πράξη μια γκρίζα ζώνη ως προς τα όρια άσκησης των ενέσιμων αισθητικών πράξεων και τον αποτελεσματικό έλεγχό τους. Αυτό φαίνεται ότι επιχειρεί να αντιμετωπίσει η νέα υπουργική απόφαση, η οποία επανακαθορίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια το πλαίσιο άσκησης των συγκεκριμένων αισθητικών πράξεων.
Πρωτοβουλία διαλόγου
Υπό τις εξελίξεις αυτές, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών (ΙΣΑ) αναλαμβάνει πρωτοβουλία διαλόγου με αφορμή αφενός τις επιστολές που απέστειλαν δεκατέσσερις επιστημονικές και επαγγελματικές εταιρείες και αφετέρου τις αντιδράσεις που διατυπώθηκαν από μέλη της δερματολογικής κοινότητας.
Παράλληλα, επαναλαμβάνει τη σταθερή θέση του ότι «δεν θα πρέπει να υπάρχουν αδικαιολόγητοι αποκλεισμοί ή εξαιρέσεις ιατρικών ειδικοτήτων από την άσκηση πράξεων που εμπίπτουν στο επιστημονικό τους αντικείμενο, εφόσον διαθέτουν την απαιτούμενη εκπαίδευση, εξειδίκευση και επιστημονική επάρκεια και ενεργούν σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης».
Είχε προηγηθεί, άλλωστε, σχετική ανακοίνωση την περασμένη εβδομάδα, με την οποία ο ΙΣΑ γνωστοποιούσε στην ηγεσία του υπουργείου Υγείας τις διαφωνίες που είχαν καταγραφεί, ζητώντας την επανεξέταση του θέματος.
Σε κάθε περίπτωση, οι ενέσιμες αισθητικές παρεμβάσεις γνωρίζουν ανοδική πορεία και στη χώρα μας. Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Εταιρείας Αισθητικής Πλαστικής Χειρουργικής (ISAPS), η Ελλάδα καταλαμβάνει τη 10η θέση παγκοσμίως στις θεραπείες με βοτουλινική τοξίνη και την 9η στις εφαρμογές υαλουρονικού οξέος, σε σύνολο 32 χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα. Συνολικά, το 2024 καταγράφηκαν τουλάχιστον 271.720 ενέσιμες αισθητικές θεραπείες στη χώρα, με στελέχη του χώρου να εκτιμούν ότι ο πραγματικός αριθμός είναι υψηλότερος.
Οσον αφορά το κόστος, αυτό διαφοροποιείται ανάλογα με την έκταση της παρέμβασης και τη συχνότητα επανάληψής της, με τη συνολική ετήσια δαπάνη ανά άτομο να μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 1.000 ευρώ.