Ο Τραμπ ποντάρει στον πρώην «ταραξία» του ΝΑΤΟ

Οι επικριτές της Άγκυρας υποστηρίζουν ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας επί Ερντογάν έχει απομακρυνθεί από εκείνη πολλών συμμάχων του ΝΑΤΟ, αναφέρει το Fox

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο θα παραστεί στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα είναι ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο στενότερης αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Ουάσινγκτον και Άγκυρας.

«Πηγαίνω λόγω του Ερντογάν», δήλωσε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους στις 24 Ιουνίου, χαρακτηρίζοντας τον Τούρκο πρόεδρο «φίλο» και «ηγέτη που χαίρει σεβασμού».

Παράλληλα, άφησε να εννοηθεί ότι οι αμυντικές σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας ενδέχεται να ενισχυθούν το προσεχές διάστημα.

Οι δηλώσεις αυτές, όπως αναφέρει το αμερικανικό δίκτυο Fox, υπογραμμίζουν τη θεαματική αλλαγή στις σχέσεις Ουάσιγκτον-Άγκυρας. Μόλις πριν από λίγα χρόνια, μετά την παραλαβή από την Τουρκία του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 το 2019, οι ΗΠΑ απέκλεισαν την Άγκυρα από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35 και, το 2020, επέβαλαν κυρώσεις στην τουρκική υπηρεσία αμυντικών προμηθειών, εδραιώνοντας την εικόνα της Τουρκίας ως ενός από τους πιο δύσκολους συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Σήμερα, παρότι πολλές από τις διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες παραμένουν άλυτες, καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να παραγκωνιστεί η Τουρκία από τη Συμμαχία, καθώς το ΝΑΤΟ βρίσκεται αντιμέτωπο με τη Ρωσία, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή και τη Μαύρη Θάλασσα, όπου ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός εντείνεται.

«Η Τουρκία είναι κρίσιμης σημασίας για την κυβέρνηση Τραμπ», δήλωσε στο Fox ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τζέιμς Τζέφρι, ο οποίος κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ υπηρέτησε ως ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Συρία.

«Ο πρόεδρος Τραμπ διατηρεί εξαιρετική σχέση με τον πρόεδρο Ερντογάν, ο οποίος υπήρξε ένας εξαιρετικά σημαντικός εταίρος στην περιοχή», ανέφερε σε ανακοίνωσή της στο Fox η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άνα Κέλι, προσθέτοντας ότι οι δύο ηγέτες θα έχουν κατ’ ιδίαν συνάντηση στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ.

Ο Τζέφρι θεωρεί ότι η εκτίμηση του Τραμπ προς τον Ερντογάν είναι ειλικρινής, αλλά δεν οφείλεται μόνο στην προσωπική χημεία μεταξύ των δύο ανδρών.

«Ο πρώτος λόγος, που είναι μοναδικός στην περίπτωση του Τραμπ, είναι ότι πραγματικά συμπαθεί τον Ερντογάν και ο Ερντογάν συμπαθεί τον Τραμπ», δήλωσε ο Τζέιμς Τζέφρι. «Τον ελκύει η εικόνα ενός σκληρού και αποφασιστικού ηγέτη».

Ωστόσο, ο πρώην Αμερικανός πρεσβευτής υποστήριξε ότι η στρατηγική σημασία της Τουρκίας υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική σχέση των δύο ηγετών. Όπως είπε, η Τουρκία είναι «απαραίτητη για τη διατήρηση της αμερικανικής στρατηγικής περιμέτρου γύρω από την Ευρασία», χάρη στη στρατιωτική της ισχύ, τη γεωγραφική της θέση και την προθυμία της να προβάλλει στρατιωτική ισχύ.

Ο ανώτερος ερευνητής του Hudson Institute, Τζαν Κασάπογλου, σημείωσε ότι το ΝΑΤΟ επιστρέφει στις βασικές αρχές της συλλογικής άμυνας, ύστερα από δεκαετίες κατά τις οποίες επικεντρωνόταν κυρίως στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

«Καθώς η Συμμαχία επιστρέφει στη λογική του Ψυχρού Πολέμου, γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό το τι συνεισφέρει κάθε χώρα», ανέφερε.

«Τα κράτη που προσφέρουν πραγματική στρατιωτική ισχύ στο ΝΑΤΟ θα έχουν προνομιακή μεταχείριση».

Το 2025, το ΝΑΤΟ συμφώνησε όλες οι χώρες-μέλη να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, έπειτα από χρόνια πιέσεων του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κατηγορούσε τους Ευρωπαίους συμμάχους ότι «εκμεταλλεύονται» τις Ηνωμένες Πολιτείες δαπανώντας πολύ λιγότερα για την άμυνά τους.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, τόσο οι επιθέσεις του Τραμπ κατά του ΝΑΤΟ όσο και ο πόλεμος στην Ουκρανία άλλαξαν τις ισορροπίες μέσα στη Συμμαχία.

Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, συνορεύει με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν και έχει αναπτύξει μία από τις μεγαλύτερες αμυντικές βιομηχανίες της Συμμαχίας.

«Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ασφάλεια για το ΝΑΤΟ χωρίς την πλήρη ενσωμάτωση της Τουρκίας», δήλωσε ο Ριτς Άουτζεν, πρώην σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ανώτερος συνεργάτης του Atlantic Council.

Σύμφωνα με αναλυτές, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η κατάρρευση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία έχουν ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας.

Ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα Τζέιμς Τζέφρι υποστήριξε ότι η στήριξη της Τουρκίας «υπήρξε καθοριστική ώστε η Ουκρανία να συνεχίσει να αντιστέκεται». Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή από την Άγκυρα της Συνθήκης του Μοντρέ του 1936, η οποία απέτρεψε την είσοδο πρόσθετων ρωσικών πολεμικών πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα, την έγκαιρη προμήθεια μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar στην Ουκρανία, καθώς και τον διαμεσολαβητικό ρόλο της Τουρκίας μεταξύ Κιέβου και Μόσχας.

«Δεν μπορείς να περιορίσεις τη Ρωσία στη Μαύρη Θάλασσα χωρίς την Τουρκία», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Τζέφρι υποστήριξε ακόμη ότι η ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ έφερε πιο κοντά στρατηγικά την Ουάσιγκτον και την Άγκυρα, έπειτα από χρόνια διαφωνιών για τη Συρία.

Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη στήριξη της συριακής αντιπολίτευσης που τελικά ανέτρεψε τον Άσαντ, εξέλιξη που αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα τόσο για το Ιράν όσο και για τη Ρωσία.

«Μία από τις μεγαλύτερες απώλειες του Ιράν τα τελευταία τρία χρόνια ήταν η Συρία και αυτό οφείλεται στον Ερντογάν», ανέφερε.

Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι την άποψη ότι η αυξανόμενη στρατηγική αξία της Τουρκίας υπερτερεί των προβληματισμών που εξακολουθούν να υπάρχουν.

Οι επικριτές της Άγκυρας υποστηρίζουν ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας επί Ερντογάν έχει απομακρυνθεί από εκείνη πολλών συμμάχων του ΝΑΤΟ. Ως παραδείγματα αναφέρουν τη δημόσια στήριξη της Άγκυρας στη Χαμάς μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 κατά του Ισραήλ, τη διατήρηση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, καθώς και τις προσπάθειες της Τουρκίας να ενισχύσει τους δεσμούς της με μη δυτικούς οργανισμούς, όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, στους οποίους πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζουν η Κίνα και η Ρωσία.

«Η Τουρκία είναι η μοναδική χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ που έχει υποβάλει αίτηση ένταξης σε οργανισμούς όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και οι BRICS», δήλωσε ο Σινάν Τζιντί, ανώτερος συνεργάτης του Foundation for Defense of Democracies, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης δημοσιογράφων την Τετάρτη.

Ο ίδιος υποστήριξε επίσης ότι η Τουρκία αποτελεί τη μοναδική χώρα της Συμμαχίας που στηρίζει ανοιχτά τη Χαμάς, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να αποκτήσει ευρύτερη πρόσβαση σε προηγμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει επανειλημμένα υπερασπιστεί τη Χαμάς και έχει απορρίψει τις προσπάθειες να χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση, γεγονός που τον φέρνει σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον και πολλούς ακόμη συμμάχους στο ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με τους επικριτές της Άγκυρας, η στάση αυτή δυσχεραίνει την περαιτέρω εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας ΗΠΑ-Τουρκίας, παρά τη στενή προσωπική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Τούρκο πρόεδρο.

«Το μόνο που ουσιαστικά εμποδίζει τον Ερντογάν να πετύχει όσα επιδιώκει είναι το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών», ανέφερε ο Τζιντί.

Η κυβέρνηση Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπη με αντιδράσεις στο Κογκρέσο – κυρίως από τους Δημοκρατικούς – για την απόφασή της να προχωρήσει στην πώληση οπλικών συστημάτων ύψους 700 εκατ. δολαρίων προς την Τουρκία.

Ο Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίος βουλευτής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, κατηγόρησε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση, ούτε αντιμετώπισε τις ανησυχίες που εξακολουθούν να υπάρχουν για τη διατήρηση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 από την Τουρκία.

Ο Τζέιμς Τζέφρι εκτίμησε ότι η προτεινόμενη πώληση κινητήρων F110 για μαχητικά αεροσκάφη, ύψους 700 εκατ. δολαρίων, αποτελεί ένα πιο διαχειρίσιμο ζήτημα από την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Όπως εξήγησε, η επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα εξακολουθεί να σκοντάφτει στην κατοχή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, καθώς η ταυτόχρονη λειτουργία του με το πλέον προηγμένο αμερικανικό μαχητικό stealth θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ευαίσθητη στρατιωτική τεχνολογία.

«Τα F-35 είναι μια διαφορετική υπόθεση», δήλωσε ο Τζέφρι, υποστηρίζοντας ότι η συνύπαρξη των ρωσικής κατασκευής S-400 με το αμερικανικό μαχητικό πέμπτης γενιάς δημιουργεί τεχνικό και όχι μόνο πολιτικό πρόβλημα, καθώς υπάρχει κίνδυνος να εκτεθούν ευαίσθητα τεχνολογικά στοιχεία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πηγή: skai.gr

Το άρθρο Ο Τραμπ ποντάρει στον πρώην «ταραξία» του ΝΑΤΟ εμφανίστηκε πρώτα στο Cyprus Times.