Ο Όμηρος μετά τον Όμηρο

Η πολυαναμενόμενη κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας» από τον Christopher Nolan αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς.

Ο σκηνοθέτης, ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους δημιουργούς του σύγχρονου κινηματογράφου, γνωστός για τις φιλόδοξες παραγωγές και τη μοναδική κινηματογραφική του γλώσσα, επέλεξε μια προσέγγιση μεγάλης κλίμακας: φυσικά τοπία, πραγματικές κατασκευές, αυθεντικά πλοία και την τεχνολογία IMAX τελευταίας γενιάς.

Όλα δείχνουν μια παραγωγή που δεν αντιμετωπίζει το ομηρικό έπος ως μια απλή περιπέτεια δράσης, αλλά ως ένα έργο με το βάρος μιας παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η πρόθεση είναι εμφανής: να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα αφηγηματικά έργα της ανθρωπότητας με κινηματογραφικούς όρους αντάξιους του μεγέθους του.

Κι όμως, πριν ακόμη η ταινία φτάσει στις αίθουσες, έχει ήδη προκαλέσει μια έντονη διεθνή συζήτηση. Το πρώτο τρέιλερ συγκέντρωσε εκατομμύρια προβολές και προκάλεσε μεγάλο κύμα αντιδράσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι συζητήσεις δεν περιορίστηκαν στις τεχνικές επιλογές της παραγωγής, αλλά επεκτάθηκαν σε ζητήματα πολιτιστικής αναπαράστασης, ιστορικής ταυτότητας και του τρόπου με τον οποίο ο σύγχρονος κινηματογράφος προσεγγίζει τα κλασικά έργα.

Ορισμένοι ιστότοποι και τηλεοπτικές εκπομπές υποστήριξαν ότι το τρέιλερ συγκέντρωσε ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό αρνητικών αξιολογήσεων, χωρίς όμως τα στοιχεία αυτά να μπορούν να επιβεβαιωθούν επίσημα, καθώς το YouTube δεν δημοσιοποιεί πλέον τα σχετικά δεδομένα. Παράλληλα, σχολιάστηκε έντονα και ο περιορισμός σχολίων σε ορισμένες προωθητικές αναρτήσεις της καμπάνιας της ταινίας, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη δημόσια συζήτηση.

Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην αντίδραση του διαδικτύου. Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: Τι συμβαίνει όταν ένας σύγχρονος δημιουργός επιχειρεί να επανερμηνεύσει ένα έργο που δεν ανήκει απλώς στη λογοτεχνία, αλλά αποτελεί θεμέλιο ενός ολόκληρου πολιτισμού;

Ο ΟΜΗΡΟΣ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Δύο χιλιάδες οκτακόσια χρόνια μάς χωρίζουν από τον άνθρωπο που στάθηκε στην απαρχή της αφηγηματικής σκέψης του δυτικού κόσμου. Ο Όμηρος υπήρξε όχι απλώς ποιητής, αλλά θεμέλιο. Όχι απλώς αφηγητής, αλλά προπάτορας μιας παράδοσης που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αφηγούνται τον εαυτό τους.

Τον αποκαλούμε πατέρα της λογοτεχνίας όχι από συμβατική ευγένεια, αλλά επειδή χωρίς εκείνον η ποίηση, το δράμα, η επική αφήγηση και τελικά η ίδια η κινηματογραφική αφήγηση θα στερούνταν το πρώτο μεγάλο τους αρχέτυπο.

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν είναι απλώς δύο ποιητικά έργα της αρχαιότητας. Είναι οι μήτρες της δυτικής αφήγησης.

Ο Werner Jaeger, στο μνημειώδες έργο του «Παιδεία, Η Μόρφωσις Του Έλληνος Ανθρώπου», υποστήριξε ότι ο Όμηρος υπήρξε ο πρώτος μεγάλος παιδαγωγός του ελληνικού κόσμου. Τα έπη του δεν μετέδιδαν μόνο ιστορίες ηρώων και θεών, μετέδιδαν έναν τρόπο κατανόησης του ανθρώπου, της αρετής, της τιμής, της ευθύνης και της σχέσης του ατόμου με την κοινότητα.

Η ομηρική παράδοση δεν ήταν ποτέ απλώς ψυχαγωγία. Ήταν φορέας πολιτισμού.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο κάθε νέα προσέγγιση της Οδύσσειας δεν αφορά μόνο μια κινηματογραφική παραγωγή. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια εποχή συνομιλεί με τις ρίζες της.

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ο μεγάλος κίνδυνος σε κάθε συζήτηση γύρω από τα κλασικά έργα είναι να πέσουμε σε δύο αντίθετες υπερβολές.

Η πρώτη είναι να θεωρήσουμε ότι τα έργα του παρελθόντος πρέπει να παραμείνουν ακίνητα, σαν εκθέματα μουσείου. Μια τέτοια αντίληψη θα σήμαινε ότι ο Όμηρος παύει να είναι ζωντανός δημιουργός και μετατρέπεται σε αρχαιολογικό αντικείμενο.

Η δεύτερη είναι να αντιμετωπίσουμε τα έργα αυτά ως απλή πρώτη ύλη, διαθέσιμη για οποιαδήποτε μεταμόρφωση χωρίς καμία υποχρέωση απέναντι στην αρχική τους σημασία.

Καμία από τις δύο θέσεις δεν είναι πραγματικά γόνιμη.

Η παράδοση δεν είναι ούτε φυλακή ούτε αποθήκη υλικών. Είναι διάλογος.

Όπως έγραψε ο T. S. Eliot στο περίφημο δοκίμιό του «Tradition and the Individual Talent», ο πραγματικός δημιουργός δεν απορρίπτει απλώς την παράδοση ούτε υποτάσσεται μηχανικά σε αυτήν. Δημιουργεί μέσα σε έναν ζωντανό διάλογο με τα έργα που προηγήθηκαν.

Αυτό είναι το ουσιαστικό σημείο.

Η ελευθερία του καλλιτέχνη δεν βρίσκεται στην άρνηση της παράδοσης, αλλά στη δημιουργική συνομιλία μαζί της.

Η ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΕΝΟΣ ΣΥΜΒΟΛΟΥ

Η μεγαλύτερη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την ταινία επικεντρώθηκε στην επιλογή της βραβευμένης με Όσκαρ Lupita Nyong’o για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης.

Ας είμαστε όμως ακριβείς.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά την καλλιτεχνική αξία μιας ηθοποιού ούτε το δικαίωμα ενός δημιουργού να επιλέγει τους συνεργάτες του. Η Lupita Nyong’o είναι μια καταξιωμένη καλλιτέχνις με διεθνή αναγνώριση. Το ερώτημα που τίθεται από πολλούς θεατές είναι διαφορετικό: τι σημαίνει η μεταμόρφωση ενός χαρακτήρα όταν αυτός ο χαρακτήρας δεν αποτελεί απλώς ένα πρόσωπο μιας μυθολογικής αφήγησης, αλλά ένα σύμβολο που έχει διαμορφώσει την πολιτιστική μνήμη για χιλιάδες χρόνια;

Η Ωραία Ελένη, η Ωραία Ελληνίδα του Ομήρου, δεν είναι μια οποιαδήποτε ηρωίδα. Από τα ομηρικά έπη μέχρι την αρχαία τραγωδία, από τη γλυπτική μέχρι τη ζωγραφική, η μορφή της συνδέθηκε με έννοιες όπως η ομορφιά, η επιθυμία, η μοίρα, η ευθύνη και η καταστροφική δύναμη του πάθους.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελένη παρέμεινε ζωντανή για σχεδόν τρεις χιλιετίες. Δεν επιβίωσε επειδή ήταν απλώς ένας χαρακτήρας μιας ιστορίας. Επιβίωσε επειδή έγινε αρχέτυπο.

Και ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση γύρω από την κινηματογραφική της αναπαράσταση δεν είναι απλώς αισθητική. Είναι πολιτισμική.

Όταν ένα έργο χρησιμοποιεί έναν τόσο φορτισμένο συμβολικά χαρακτήρα, ο δημιουργός δεν διαχειρίζεται απλώς μια φανταστική προσωπικότητα. Διαχειρίζεται μια μνήμη.

Η ΤΕΧΝΗ, Η ΜΙΜΙΣΗ ΚΑΙ Η ΕΥΘΥΝΗ

Ο Αριστοτέλης, στην Ποιητική του, θεωρεί τη μίμηση (μίμησις) θεμελιώδη λειτουργία της τέχνης. Η τέχνη δεν είναι απλή αντιγραφή της πραγματικότητας. Είναι δημιουργική αναπαράσταση, επιλογή και ερμηνεία.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε μεγάλη δημιουργία έχει δικαίωμα να συνομιλεί ελεύθερα με το παρελθόν.

Αν οι καλλιτέχνες περιορίζονταν στην πιστή αναπαραγωγή, ο πολιτισμός θα σταματούσε να εξελίσσεται. Ο Σαίξπηρ επανερμήνευσε παλαιότερες ιστορίες. Οι τραγικοί ποιητές της αρχαίας Ελλάδας επεξεργάστηκαν ξανά τους μύθους. Οι μεγάλοι δημιουργοί πάντοτε δανείστηκαν, μεταμόρφωσαν και ανανέωσαν.

Όμως η μίμηση δεν σημαίνει ακύρωση.

Η δημιουργική ελευθερία προϋποθέτει γνώση αυτού που επαναπροσδιορίζει. Προϋποθέτει διάλογο με το πρωτότυπο και όχι απλή χρήση του ονόματός του.

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα της εποχής μας: Μπορεί κάποιος να αλλάξει τα πάντα σε ένα έργο και ταυτόχρονα να συνεχίσει να επικαλείται την ταυτότητα του ίδιου του έργου;

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η καλλιτεχνική ελευθερία συναντά την πολιτιστική ευθύνη.

ΟΤΑΝ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ «ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ»

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν κάθε πολιτιστικό δημιούργημα μπορεί να επανερμηνευτεί, να μεταφερθεί, να αναδιαμορφωθεί. Αυτό από μόνο του δεν είναι αρνητικό. Η τέχνη πάντοτε εξελισσόταν μέσα από τη συνάντηση του παλιού με το νέο.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν τα μεγάλα έργα αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως διαθέσιμο υλικό.

Τα ομηρικά έπη, ελεύθερα πλέον από νομικούς περιορισμούς πνευματικής ιδιοκτησίας, μπορούν πράγματι να αποτελέσουν βάση για αμέτρητες νέες δημιουργίες. Όμως το γεγονός ότι ένα έργο ανήκει σε όλους δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει σεβασμό.

Ακριβώς το αντίθετο.

Επειδή ο Όμηρος ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, η ευθύνη απέναντί του γίνεται μεγαλύτερη.

Δεν υπάρχει νομική υποχρέωση να προστατευθεί η μνήμη ενός πολιτισμού. Υπάρχει όμως μια βαθύτερη, ηθική υποχρέωση.

Το ότι ένας νόμος σιωπά δεν σημαίνει ότι ο σεβασμός οφείλει να κάνει το ίδιο.

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα της σύγχρονης συζήτησης είναι η διαφορετική στάση που συχνά παρατηρείται απέναντι στους πολιτισμούς.

Στις μέρες μας υπάρχει, δικαιολογημένα, αυξανόμενη ευαισθησία γύρω από τον τρόπο με τον οποίο αναπαρίστανται οι πολιτισμοί, οι κοινότητες και οι ιστορικές εμπειρίες διαφορετικών λαών. Οι δημιουργοί καλούνται να προσεγγίζουν τις πολιτιστικές ταυτότητες με γνώση και σεβασμό.

Αυτή η ευαισθησία είναι θετική.

Όμως δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά.

Η αρχαία Ελλάδα δεν αποτελεί ένα «ουδέτερο σκηνικό» απαλλαγμένο από πολιτιστική σημασία. Τα ομηρικά έπη δεν είναι απλώς παλιές ιστορίες που περιμένουν μια σύγχρονη επεξεργασία. Είναι από τα θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η δυτική σκέψη.

Ο σεβασμός προς την πολιτιστική κληρονομιά δεν πρέπει να εξαρτάται από το ποια κληρονομιά εξετάζουμε.

Ο ΟΜΗΡΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ

Τελικά, η συζήτηση για την ταινία του Christopher Nolan ίσως μας οδηγεί σε ένα ερώτημα μεγαλύτερο από την ίδια την ταινία.

Πώς στεκόμαστε απέναντι στα έργα που δημιούργησαν τον κόσμο στον οποίο ζούμε;

Ο Όμηρος δεν χρειάζεται την προστασία μας. Δεν χρειάστηκε προστασία από αυτοκρατορίες, πολέμους, θρησκευτικές αλλαγές ή την ίδια τη φθορά του χρόνου. Οι στίχοι του ταξίδεψαν μέσα στους αιώνες και συνεχίζουν να μιλούν σε ανθρώπους που ζουν χιλιάδες χρόνια μετά τη δημιουργία τους.

Αυτό που χρειάζεται προστασία δεν είναι ο Όμηρος.

Είναι η δική μας ικανότητα να αναγνωρίζουμε το βάρος ορισμένων έργων.

Η Οδύσσεια δεν είναι απλώς η ιστορία ενός άνδρα που επιστρέφει στην πατρίδα του. Είναι η διαχρονική αναζήτηση του ανθρώπου για ταυτότητα, μνήμη και το αίσθημα του ανήκειν. Είναι η πρώτη μεγάλη αφήγηση επιστροφής και, ίσως, η πρώτη μεγάλη αφήγηση για το τι σημαίνει να παραμένεις άνθρωπος μέσα στις δοκιμασίες του κόσμου.

Ο Christopher Nolan έχει κάθε δικαίωμα να συνομιλήσει με τον Όμηρο. Κάθε μεγάλη εποχή συνομιλεί με τις προηγούμενες.

Όμως κάθε δημιουργός που αγγίζει ένα έργο τέτοιας σημασίας αναλαμβάνει και ένα χρέος: να θυμάται ότι δεν κρατά απλώς ένα σενάριο στα χέρια του. Κρατά ένα κομμάτι της μνήμης της ανθρωπότητας.

Γιατί ο Όμηρος δεν είναι πρώτη ύλη.

Είναι η αρχή.

The post Ο Όμηρος μετά τον Όμηρο appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.