
Για πάνω από δύο αιώνες, η 4η Ιουλίου δεσπόζει στο παγκόσμιο καλεντάρι ως η μέρα της ιστορικής ανεξαρτησίας των Αμερικανών από τη Μεγάλη Βρετανία το 1776. Σημεία της ιστορίας που είναι… βούτυρο στο ψωμί των κινηματογραφικών στούντιο στις ΗΠΑ για να γυριστούν πόσες και πόσες ταινίες.
Κάποτε ήταν ο μπομπίνες… Μετά ακολούθησαν πιο σύγχρονες μέθοδοι. Και με αυτές τις τελευταίες, κάποια στιγμή πρέπει να βρεθεί μία εταιρεία παραγωγής που θα… δεήσει να εξιστορήσει με γλαφυρό – και ίσως λίγο χολιγουντιανό τρόπο – τον άθλο που έχει καταστήσει την 4η Ιουλίου στο μυαλό των Ελλήνων ως τη μέρα της δικής του ποδοσφαιρικής ανεξαρτησίας.
Έχουν περάσει 22 χρόνια από εκείνο το καλοκαίρι… Κι όμως δεν λένε να εξασθενήσουν εκείνα τα άτιμα συναισθήματα που γεννήθηκαν με τις εικόνες από το «Ντα Λουζ». Εκείνο το πρώτο σκίρτημα της πρεμιέρας με το γκολ του Καραγκούνη κόντρα στην Πορτογαλία. Ή η στιγμή της έκστασης όταν εκείνο το… χρυσό κεφάλι του Χαριστέα σόκαρε τους Πορτογάλους στον τελικό μέσα στο σπίτι τους και ανάγκασε τον νεαρό – τότε – Κριστιάνο Ρονάλντο να βουρκώσει μπροστά σε εκατομμύρια θεατές.
Ο Ελληνας αναζητούσε μία στιγμή περηφάνιας και ανύψωσης του ηθικού του από το 1987. Τότε που το μπάσκετ έγινε και με τη… βούλα το εθνικό σπορ της χώρας. Μέχρι που 17 χρόνια μετά, τα underdogs – τα αουτσάιντερ δηλαδή – του Ότο Ρεχάγκελ πέτυχαν ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Τηλεοράσεις στήθηκαν στα μπαλκόνια, σε αυλές, σε πλατείες.
Οι «Φατμέ» ήχησαν ξανά επειδή ήμασταν πια πρωταθλητές! Και μπορεί να μην ήρθαν άλλες εποχές – όπως λέει το γνωστό άσμα – για το ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά εκείνο το Euro θα υπάρχει πάντα σαν… φάρος συναισθημάτων. Για εκατομμύρια Ελληνες και για εκείνα της παιδιά που 22 χρόνια μετά κουβαλούν εκείνη την επιτυχία λες και έγινε χθες. Λες και πλημμύριζαν μόλις χθες οι δρόμοι από τους Ελληνες που ζούσαν το δικό τους σύγχρονο έπος.
Για κανά δυο καλοκαίρια, δεν υπήρχε μέρος στην Ελλάδα ή παραλία που να μη φορούσε κάποιος διακριτικά της Εθνικής. Οι γαλανόλευκες φανέλες έγιναν viral πριν καν θεσπιστεί αυτός ο όρος. Και ένα ολόκληρο έθνος αποθέωνε έναν Γερμανό. Αυτόν τον ωραίο τύπο που ήρθε όσο αθόρυβα ήρθε άλλο τόσο κρότο έκανε στην πορεία των χρόνων.
Αλλού η αρχή του άθλου
Για να ξετυλίξει κάποιος το… κουβάρι εκείνου του θρυλικού καλοκαιριού, πρέπει να ξεκινήσει από ένα άλλο καλοκαίρι και συγκεκριμένα εκείνο του 2001. Η Ομοσπονδία αναζητεί τον αντικαταστάτη του Βασίλη Δανιήλ, με στόχο έναν προπονητή ευγνωσμένης αξίας. Εναν άνθρωπο έξω από την ελληνική αγορά, με το background και την προσωπικότητα να αναμορφώσει το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, το οποίο αγνοούσε τις μεγάλες διοργανώσεις από το 1994 και το Μουντιάλ των ΗΠΑ. Και πριν από αυτό, το Ευρωπαϊκό του 1980.
Στις 9 Αυγούστου του 2001, ανακοινώνεται ο Ότο Ρεχάγκελ. Εκεί, έγινε και το πρώτο βήμα προς την ιστορία. Ούτε το πιο αισιόδοξο, ούτε το πιο «περίεργο» ποδοσφαιρικά μυαλό φανταζόταν τι θα ακολουθούσε. Ειδικά μετά τη συντριβή με 5-1 στο Ελσίνκι από τη Φινλανδία έναν μήνα μετά, σε ένα εφιαλτικό ντεμπούτο για τον γερμανό τεχνικό. Η (ποδοσφαιρική) Ρώμη, όμως, δεν χτίστηκε σε μία μέρα.
Ο Ρεχάγκελ έπρεπε να συγκροτήσει ένα ισορροπημένο και αξιόπιστο γκρουπ. Εν τέλει, δεν έκανε μόνο αυτό. Εφτιαξε μία παρέα παιδιών που… κούμπωσαν στο πλάνο του σαν τα κομμάτια στο παζλ. Και η έννοια της «παρέας» έχει τη μέγιστη σημασία για τον θρυλικό Ότο, όπως σημείωσε μιλώντας στα «ΝΕΑ» με αφορμή τη συμπλήρωση 22 χρόνων από το έπος της Πορτογαλίας.
«Ξέρετε κάτι; Εγώ είχα καλούς παίκτες σε όλη την καριέρα μου ως προπονητής. Μην αναφέρω ονόματα και αδικήσω κάποιους… Και στην Ελλάδα είχα καλούς παίκτες. Με την Ελλάδα, ωστόσο, η μεγαλύτερη επιτυχία μου ήταν ότι δημιουργήσαμε μία παρέα με όλα τα παιδιά που έπαιζαν τότε. Ημασταν ένα. Ημασταν φίλοι. Τους έβλεπα και τους χαιρόμουν», ήταν τα λόγια του… αρχιτέκτονα εκείνης της επιτυχίας, με τη φωνή του να βγάζει ακόμα μία ζεστασιά και μία αγάπη για τα… παιδιά του, που δεν ξεθωριάζει όσα χρόνια και να περάσουν.
Τη στιγμή που ξημερώνει η 4η Ιουλίου, οι παλιοί θα θυμούνται και οι νέοι θα ρωτούν. Για όσους έζησαν από μέσα τον τελικό με την Πορτογαλία, εκείνη η μέρα έχει αποτυπωθεί στις μνήμες τους σαν φιλμ… «Τα θυμάμαι όλα ακόμα. Το πρωινό στο ξενοδοχείο, τα πρόσωπα όλων, την αναμονή, την αγωνία… », είπε ο Ρεχάγκελ και την ίδια ώρα το βλέμμα γυρίζοντας τον χρόνο πίσω στο πρωινό της 4ης Ιουλίου του 2004.
Η Εθνική είχε μπροστά της μία τεράστια πρόκληση, αλλά ήταν ήδη πετυχημένη. Για να είμαστε πιο ακριβείς, η Ελλάδα πέτυχε μόνο και μόνο με την επιστροφή της σε μεγάλη διοργάνωση. Τα ματς των ομίλων φάνταζαν στο μυαλό όλων ως τα μοναδικά για εκείνο το τουρνουά.
Αεροπορικά που ήταν κλεισμένα με ορίζοντα τα πρώτα τρία ματς. Απλός κόσμος και δημοσιογράφοι ταξίδεψαν με ρούχα μόνο για καμιά δεκαριά μέρες. Ακόμα και οι διεθνείς είχαν προγραμματίσει διακοπές ή γάμους νωρίτερα από τον τελικό. Η μοίρα, ωστόσο, είχε άλλα σχέδια. Πολλά πλάνα χάλασαν, αλλά χαλάλι μπροστά σε αυτό το οποίο ακολούθησε.
Η νίκη επί της Πορτογαλίας στην πρεμιέρα άναψε τη σπίθα. Η πάσα του Τσιάρτα – σαν να σερβίρει ένα ποτήρι νερό – για τον Χαριστέα κόντρα στην Ισπανία γέννησε την ελπίδα. Και ενώ κόντρα στη Ρωσία όλα φαίνονταν μαύρα με το 2-0 στην πλάτη, ο Ζήσης Βρύζας σκόραρε, έσφιξε τη γροθιά και το όνειρο συνεχίστηκε. Ενα όνειρο που… έπνιξε τους Γάλλους και όποιον άλλον τόλμησε να σταθεί στο διάβα μιας ομάδας που μετά τα προημιτελικά… φώναξε ότι πάει να το πάρει.
Όταν ο «κολοσσός» Δέλλας σόκαρε τους Τσέχους, για να φτάσει αυτή η… χολιγουντιανή ιστορία στην τελευταία πράξη της. Στο επικό φινάλε. «Το κάρφωσε! Γκολ ο Χαριστέας. Τρελαίνει το Ντα Λουζ, τρελαίνει την Ελλάδα» αναφωνούσε με στεντόρεια και γεμάτη συναίσθημα φωνή ο Κώστας Βερνίκος και με εκατομμύρια Ελληνες να βιώνουν την απόλυτη ποδοσφαιρική ηδονή αντικρίζοντας αυτή την εικόνα. Και μετά, «στον έβδομο ουρανό όλοι αδέλφια», για να ξεκινήσει ένα πάρτι και να… χτιστούν μνήμες που μέχρι και σήμερα προκαλούν ρίγος σε όποιον τις έζησε.
«Εκείνη η μέρα ήταν η κορύφωση όλου αυτού. Δεν είναι όμως μόνη εκείνη. Είναι όλο εκείνο το ταξίδι. Ολη μου η θητεία στην Ελλάδα, αν θες να στο θέσω έτσι», σχολίασε ο Ρεχάγκελ βάζοντας τον δικό του επίλογο στο flashback εκείνου του καλοκαιριού. «Όπου και να πάω… κουβαλάω μαζί μου το Euro. Όπου βρω έναν Ελληνα, νιώθω την αγάπη που ένιωσα τότε. Είναι σαν να το ζω ξανά. Ακόμα και οι ξένοι δεν με θυμούνται για όσα έκανα στη Γερμανία, αλλά για το Euro με την Ελλάδα».