«Ταμτάκος»: Το γέλιο που δεν θα σβήσει ποτέ (video)

Με τον θάνατο του Μιχάλη Μόσιου δεν έφυγε απλώς ένας ηθοποιός. Έφυγε ένα κομμάτι από εκείνη την Ελλάδα που έκανε τους ανθρώπους να ξεχνούν, έστω και για λίγο, τις δυσκολίες της ζωής. Έφυγε ο άνθρωπος που χάρισε σάρκα και οστά στον αξέχαστο «Ταμτάκο», έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς λαϊκούς ήρωες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.

Για χιλιάδες Έλληνες της Αυστραλίας, το πρόσωπό του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με μια ολόκληρη εποχή. Με τις προβολές ελληνικών ταινιών στις αίθουσες της Μελβούρνης και του Σίδνεϊ, με τις βιντεοκασέτες που περνούσαν από σπίτι σε σπίτι, με τα οικογενειακά απογεύματα όπου το γέλιο γινόταν ο καλύτερος τρόπος να μικρύνει η απόσταση από την πατρίδα.

Ο Μιχάλης Μόσιος δεν γεννήθηκε μέσα στην άνεση. Αντίθετα, όπως αποκάλυψε συγκινημένος ο γιος του, ήταν «ένα ορφανό φτωχό παιδί που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος». Μέσα σε μία μόνο φράση συμπυκνώνεται μια ολόκληρη ζωή. Μια διαδρομή γεμάτη δυσκολίες, αγώνα και επιμονή, που απέδειξε πως πολλές φορές οι άνθρωποι που έχουν γνωρίσει περισσότερο τον πόνο είναι εκείνοι που προσφέρουν πιο απλόχερα το χαμόγελο.

Ο «Ταμτάκος» δεν ήταν απλώς ένας κωμικός χαρακτήρας. Ήταν η προσωποποίηση της λαϊκής ψυχής. Αυθόρμητος, πονηρός αλλά καλοκάρδος, αστείος χωρίς κακία, σατίριζε τις αδυναμίες της κοινωνίας με έναν τρόπο που έκανε τον κόσμο να γελά χωρίς να πληγώνει κανέναν. Γι’ αυτό και παρέμεινε αγαπητός για περισσότερες από πέντε δεκαετίες.

Πίσω όμως από τα φώτα της σκηνής υπήρχε ένας άνθρωπος σεμνός και αξιοπρεπής. Ένας πατέρας που, όπως έγραψε ο γιος του στο τελευταίο του αντίο, του δίδαξε την τιμιότητα, την ευαισθησία και το ήθος. Λόγια που έχουν ίσως μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε βραβείο ή καλλιτεχνική διάκριση.

Ξεχωριστή θέση στη ζωή του κατείχε η βαθιά φιλία του με τον Στάθη Ψάλτη. Οι δύο ηθοποιοί δεν ενώθηκαν μόνο πάνω στη σκηνή. Μοιράστηκαν τα δύσκολα χρόνια πριν από την αναγνώριση, τα όνειρα, τους αγώνες και τις επιτυχίες. Ο γιος του αποκάλυψε πως η μοναδική φορά που είδε τον πατέρα του να λυγίζει ήταν όταν έφυγε από τη ζωή ο αγαπημένος του φίλος. Τώρα, όπως έγραψε συγκινημένος, «πήγε να τον βρει».

Ο Μιχάλης Μόσιος συνεργάστηκε με κορυφαίους πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου, συμμετείχε σε δεκάδες παραστάσεις, τηλεοπτικές σειρές και κινηματογραφικές παραγωγές. Ωστόσο, ο ίδιος δεν έμοιαζε ποτέ να κυνηγά τη δημοσιότητα. Προτιμούσε να τον θυμάται ο κόσμος μέσα από τους χαρακτήρες που αγάπησε.

Το πιο συγκλονιστικό σημείο του αποχαιρετισμού ήταν οι στίχοι που έγραψε ο γιος του χρόνια πριν, φοβούμενος ακριβώς αυτή τη στιγμή:

«Δεν ξέρω πώς θα το αντέξω,

άμα σε χάσω μπαμπά.

Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απ’ έξω,

μήπως και μπεις ξανά.»

Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν και αφήνουν πίσω τους σιωπή. Και υπάρχουν εκείνοι που συνεχίζουν να ζουν μέσα από το γέλιο που χάρισαν. Ο Μιχάλης Μόσιος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Γιατί όσο θα προβάλλονται οι παλιές ελληνικές ταινίες, όσο οι νεότεροι θα ανακαλύπτουν τον αυθεντικό λαϊκό κινηματογράφο και όσο οι παλαιότεροι θα θυμούνται τις χρυσές εκείνες εποχές, ο «Ταμτάκος» δεν θα έχει πραγματικά φύγει ποτέ. Θα βρίσκεται πάντα εκεί, στην οθόνη, να σκορπά γέλιο, να ξυπνά αναμνήσεις και να θυμίζει πως η μεγαλύτερη δύναμη ενός καλλιτέχνη είναι να κερδίζει μια μόνιμη θέση στην καρδιά του κόσμου.

Την είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε ο γιος του με μία συγκινητική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γράφοντας μεταξύ άλλων: «Ο μεγαλύτερός μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα. Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, το ήθος σου, και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής. Πήγες να βρεις τον αδερφό σου τον Στάθη που μοιραστήκατε τόσα πολλά, πριν κάνετε ακόμα καριέρα. Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν έφυγε. Τώρα κι εμείς με τη σειρά μας κλαίμε για εσένα. Το μόνο που με χαροποιεί (όσο είναι δυνατόν) είναι ότι έφυγες πλήρης, γεμάτος. Ένα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος…».

Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε το 1947 στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε την πορεία του στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, υπηρετώντας το κλασικό θέατρο, πριν γίνει ευρέως γνωστός μέσα από την κωμωδία. Την περίοδο 1969-1972 συμμετείχε σε παραστάσεις, όπως «Πλούτος» του Αριστοφάνη, «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, «Μάκβεθ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, «Φάουστ» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, «Ένα Ονειρόδραμα» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου, «Ο Βασιλικός» του Αντωνίου Μάτεση, «Το Ζευγάρωμα» του Γρηγόριου Ξενόπουλου, «Οι Πίθηκοι» του Γρηγόρη Βαφιά και «Γεωργάκης Ολύμπιος – Εμμανουήλ Παππάς – Οι ρίζες» των Γιώργου Κιτσόπουλου και Θάνου Κωτσόπουλου.

Στη συνέχεια κατέβηκε στην Αθήνα, όπου συμμετείχε σε διάφορες παραστάσεις. Το 1972 πήρε μέρος στην κινηματογραφική ταινία «Αν Ήμουν Πλούσιος» σε σκηνοθεσία του Στέλιου Τατασόπουλου και στη θεατρική παράσταση «Ριχάρδος Γ’» με τον Δημήτρη Χορν στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Τη χειμερινή περίοδο 1972-1973 εμφανίστηκε στο Μοντέρνο Θέατρο και στην παράσταση «Τα Πατατάκια» του Άρνολντ Ουέσκερ, το 1973 στο Θέατρο Μινώα στην παράσταση «Θέλω Έρωτα Όχι Πόλεμο», την περίοδο 1973-1974 συμμετείχε στην περιοδεία της παράστασης «Ο Σεΐχης Της Καβάλας» με τη Ρένα Βλαχοπούλου, συνεργασία που ευδοκίμησε τα επόμενα χρόνια της μεταδικτατορικής Ελλάδας.

Η συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου και μία απρόσμενη αντικατάσταση επί σκηνής στάθηκαν η αφορμή για να γεννηθεί ο θρυλικός χαρακτήρας του «Ταμτάκου», που αγαπήθηκε από γενιές θεατών και έμεινε ανεξίτηλος στις βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80.

The post «Ταμτάκος»: Το γέλιο που δεν θα σβήσει ποτέ (video) appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.