Τα αποτυπώματα του Εγκέλαδου

Βαθιά χαραγμένοι στη συλλογική μνήμη ή λησμονημένοι στο πέρασμα του χρόνου, οι καταστροφικοί σεισμοί που έπληξαν την Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα συνθέτουν το χρονικό μιας χώρας που έμαθε να ζει με τον Εγκέλαδο. Ποιος ήταν ο πιο πολύνεκρος σεισμός των τελευταίων 220 ετών στην Ελλάδα; Πόσες οικοδομές κατέρρευσαν συνολικά εξαιτίας σεισμικών γεγονότων από το 1800 μέχρι σήμερα; Ποια δεκαετία αποδείχθηκε η πιο «φονική»; Και ποιο είναι τελικά το κοινό χαρακτηριστικό που συνδέει τους πιο καταστροφικούς σεισμούς της χώρας;

Για πρώτη φορά μια επιστημονική έρευνα επιχειρεί να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, παρουσιάζοντας την πληρέστερη μέχρι σήμερα αποτύπωση των καταστροφικών σεισμών στον ελλαδικό χώρο. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό «Natural Hazards» με τίτλο «Earthquake impact on built environment and on the population: a database for Greece» και βασίζεται στην καταγραφή, αξιολόγηση και διασταύρωση στοιχείων για 253 σεισμούς που προκάλεσαν ανθρώπινες απώλειες ή σοβαρές βλάβες στο δομημένο περιβάλλον.

Το αποτέλεσμα είναι η πρώτη ολοκληρωμένη βάση δεδομένων που αποτυπώνει τη δράση του Εγκέλαδου στην Ελλάδα κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Μια καταγραφή που δεν αναδεικνύει μόνο το παρελθόν, αλλά φωτίζει και τους παράγοντες που εξακολουθούν να καθορίζουν τον σεισμικό κίνδυνο στη χώρα. «Περίπου 8.700 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην Ελλάδα εξαιτίας σεισμών το χρονικό διάστημα 1800-2020 και άλλοι περίπου 19.200 τραυματίστηκαν», λέει στα «ΝΕΑ» η δρ Σεισμολογίας Ιωάννα Τριανταφύλλου, η οποία κατήρτισε τη βάση δεδομένων σε συνεργασία με τον σεισμολόγο Γεράσιμο Παπαδόπουλο.

Ο πιο πολύνεκρος σεισμός

Ένα από τα πλέον εντυπωσιακά ευρήματα της έρευνας αφορά τον πιο πολύνεκρο σεισμό της ιστορικής περιόδου, δηλαδή από το 1800 έως το 1899. Πρόκειται για τον σεισμό της Χίου, στις 3 Απριλίου 1881, ο οποίος είχε μέγεθος 6,8 ρίχτερ και άφησε πίσω του περίπου 3.550 νεκρούς και περισσότερους από 7.000 τραυματίες. Το επίκεντρο της δόνησης εντοπίζεται πιθανότατα στον θαλάσσιο χώρο, πολύ κοντά στις ακτές της Χίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τους ερευνητές, ο μεγάλος αριθμός των θυμάτων οφειλόταν κυρίως στην εξαιρετικά μεγάλη τρωτότητα των κατασκευών της εποχής. «Στα χωριά της Χίου, αλλά και στους τουρκομαχαλάδες, τα σπίτια ήταν χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, πολλές φορές με χώμα, πέτρα και λάσπη, ως βασικά δομικά υλικά και φυσικά χωρίς οποιαδήποτε αντισεισμική πρόβλεψη», εξηγεί η δρ Ιωάννα Τριανταφύλλου. Η παρατήρηση αυτή οδηγεί και σε ένα από τα σπουδαιότερα συμπεράσματα της έρευνας: «Ο σεισμός ως φυσικό φαινόμενο δεν σκοτώνει. Οι κατασκευές σκοτώνουν, όταν υποστούν σοβαρές βλάβες ή καταρρεύσουν».

Ταυτόχρονα, οι αλλεπάλληλοι σεισμοί που έπληξαν τα Επτάνησα το καλοκαίρι του 1953 αποτελούν τη μεγαλύτερη σεισμική τραγωδία της ενόργανης περιόδου, δηλαδή από το 1900 μέχρι σήμερα. Η ακολουθία των ισχυρών δονήσεων – με κορυφαίο τον σεισμό της 12ης Αυγούστου στην Κεφαλονιά, μεγέθους 7,2 ρίχτερ – ισοπέδωσε την Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο και την Ιθάκη, αφήνοντας πίσω της περίπου 485 νεκρούς και χαράσσοντας ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη μία από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές που γνώρισε ποτέ η χώρα.

Η αποτίμηση των επιπτώσεων εκείνης της σεισμικής ακολουθίας δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι συνεχόμενοι ισχυροί σεισμοί, που εκδηλώθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες, δυσκολεύουν ακόμη και σήμερα την ακριβή καταγραφή των θυμάτων και των ζημιών, καθώς οι ιστορικές πηγές συχνά αποδίδουν διαφορετικούς αριθμούς σε κάθε επιμέρους γεγονός.

Όπως εξηγεί η δρ Τριανταφύλλου, «στόχος της έρευνας δεν ήταν να δημιουργηθεί ένας ακόμη κατάλογος σεισμών, αλλά να επανεξεταστεί η αξιοπιστία κάθε διαθέσιμου στοιχείου. Κάθε πληροφορία διασταυρώθηκε με ιστορικές πηγές, επιστημονικές δημοσιεύσεις και επίσημες καταγραφές, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχαν σημαντικές αποκλίσεις – ακόμη και για βασικά δεδομένα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του σεισμού στη Χάλκη το 1843, ο οποίος επί δεκαετίες θεωρούνταν ένας από τους δέκα πιο πολύνεκρους σεισμούς της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ενώ τελικά ο σεισμός δεν προκάλεσε θύματα ούτε τσουνάμι, παρά μόνο βλάβες μεσαίας κατηγορίας», λέει η δρ Ιωάννα Τριανταφύλλου.

Η τομή του 1959 και ο σεισμός του 1999

Η δεκαετία του 1950 υπήρξε περίοδος σεισμικής έξαρσης και μία από τις πλέον καταστροφικές στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. «Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια σημειώθηκαν οι ισχυροί σεισμοί του Ιονίου το 1953, των Σοφάδων το 1954, της Αμοργού το 1956 και του Βόλου το 1957, προκαλώντας μεγάλες ανθρώπινες απώλειες και εκτεταμένες καταστροφές. Η συσσώρευση αυτών των γεγονότων δημιούργησε έντονη κοινωνική πίεση προς την πολιτεία για τη θέσπιση ενός ενιαίου αντισεισμικού κανονισμού», εξηγεί η δρ Ιωάννα Τριανταφύλλου. Πράγματι, το 1959 θεσπίστηκε ο πρώτος αντισεισμικός κανονισμός που ίσχυσε για ολόκληρη τη χώρα, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στην αντισεισμική προστασία.

Λιγότερο από μισό αιώνα αργότερα, ένας σεισμός αισθητά μικρότερου μεγέθους θα εξελισσόταν στη μεγαλύτερη οικονομική καταστροφή που γνώρισε η Ελλάδα από σεισμό. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, ο σεισμός της Πάρνηθας, μεγέθους μόλις 5,9 ρίχτερ, προκάλεσε τον θάνατο 143 ανθρώπων, κατέστρεψε ολοσχερώς περισσότερα από 5.200 κτίρια και προκάλεσε σοβαρές βλάβες σε περίπου 38.200 ακόμη.

Η εξήγηση δεν βρίσκεται στο μέγεθος του σεισμού, αλλά στη θέση εκδήλωσής του. Το επίκεντρο εντοπιζόταν σε ελάχιστη απόσταση από το μεγαλύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της χώρας. Η υψηλή τρωτότητα μιας τόσο πυκνοκατοικημένης περιοχής μετέτρεψε έναν σεισμό μετρίου μεγέθους στη μεγαλύτερη οικονομική καταστροφή από σεισμό στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας.

Ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα της έρευνας αφορά ένα κοινό χαρακτηριστικό των πλέον καταστροφικών σεισμών της χώρας. «Από τα στοιχεία προκύπτει ότι οι επιφανειακοί σεισμοί προκαλούν τις μεγαλύτερες υλικές βλάβες και τον μεγαλύτερο αριθμό νεκρών και τραυματιών σε σχέση με τους σεισμούς ενδιάμεσου βάθους, οι οποίοι στην Ελλάδα εκδηλώνονται κυρίως στο Νότιο Αιγαίο», αναφέρει η δρ Τριανταφύλλου.

Κομβικές παράμετροι

Πράγματι, από την ανάλυση των επτά πλέον καταστροφικών σεισμών των τελευταίων 220 ετών προκύπτει ότι οι έξι ήταν επιφανειακοί, δηλαδή εκδηλώθηκαν σε μικρό βάθος κάτω από τον γήινο φλοιό. Μόνο ένας ήταν σεισμός ενδιάμεσου βάθους, με εστία σε βάθος άνω των 60 χιλιομέτρων. Η εξαίρεση είναι ο σεισμός της Κρήτης το 1856, ο οποίος ήταν ενδιαμέσου βάθους με μέγεθος 7,5 ρίχτερ.

«Συμπεραίνουμε ότι οι σεισμοί ενδιάμεσου βάθους πρέπει να έχουν σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος για να εξελιχθούν σε καταστροφικά γεγονότα. Αντίθετα, στους επιφανειακούς σεισμούς σοβαρές βλάβες μπορεί να προκληθούν ακόμη και με αισθητά μικρότερα μεγέθη, όπως συνέβη στην Αττική το 1999» λέει η δρ Ιωάννα Τριανταφύλλου.

«Άλλες σημαντικές παράμετροι είναι η απόσταση του επικέντρου από μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και το αν η σεισμική εστία είναι υποθαλάσσια ή όχι – είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα έχουν εκδηλωθεί ισχυροί σεισμοί που δεν συμπεριελήφθησαν στη βάση δεδομένων, καθώς ήταν υποθαλάσσιοι και δεν ήταν τόσο καταστροφικοί», προσθέτει.

Το πιο σημαντικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι σε μια χώρα όπου ο Εγκέλαδος θα δίνει διαρκώς το «παρών», η καλύτερη άμυνα είναι η σταθερή επένδυση σε πιο ασφαλείς κατασκευές και πιο ανθεκτικές υποδομές. Γιατί, όπως δείχνουν τα στοιχεία της έρευνας, ο σεισμός είναι αναπόφευκτος· η καταστροφή όμως δεν είναι.

Αναθεώρηση των σεισμικών επιπτώσεων στην Ελλάδα

Από την αρχαιότητα γνωρίζουμε εκατοντάδες σεισμών που προκάλεσαν θανάτους και τραυματισμούς ανθρώπων, ολική ή μερική καταστροφή οικοδομών, οικονομικές απώλειες και κοινωνικά προβλήματα. Στις απώλειες προσμετρώνται καταστροφές αρχαιολογικών χώρων, εκκλησιών και άλλων πολιτιστικών αγαθών – π.χ. βιβλιοθηκών.

Σύγχρονοι συγγραφείς συγκέντρωσαν σημαντικό όγκο πληροφοριών για τις επιπτώσεις των σεισμών, αλλά σε πολλές περιπτώσεις οι σχετικές πληροφορίες δεν διασταυρώθηκαν. Εξάλλου, διέφυγαν της προσοχής και άλλες χρήσιμες πληροφορίες.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η εικόνα για τις επιπτώσεις πολλών σεισμών συχνά είναι λανθασμένη και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι το 464 π.Χ. ισχυρός σεισμός σκότωσε 20.000 ανθρώπους στη Σπάρτη, αλλά αυτή η πληροφορία είναι αβέβαιη. Το 1544 μ.Χ. έγινε σεισμός στη Λαμία που προκάλεσε 3.700 θύματα, αλλά απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση.

Τα τελευταία χρόνια κάνουμε συστηματική προσπάθεια αναθεώρησης των σεισμών. H αναθεώρηση έχει ήδη πραγματοποιηθεί για την περίοδο 1800-2020. Βασιζόμενοι στις αναθεωρημένες πληροφορίες οργανώσαμε βάση δεδομένων για τις επιπτώσεις 253 σεισμών αυτής της περιόδου. Οι επιπτώσεις αναφέρονται σε κτίρια που καταστράφηκαν πλήρως ή μερικώς, για τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν και για εκείνους που τραυματίστηκαν.

Ο πιο καταστροφικός σεισμός της περιόδου αυτής έγινε στη Χίο το 1881: 3.650 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 7.500 τραυματίστηκαν. Από την άποψη των κτιριακών απωλειών, οι σεισμοί του 1953 στο Ιόνιο κατέστρεψαν ολοσχερώς 31.000 κτίρια και μερικώς άλλα 4.500.

Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης το 1978 κατέστρεψε ολοσχερώς 9.500 κτίρια και μερικώς άλλα 91.000. Οι σεισμοί των Αλκυονίδων το 1981 κατέστρεψαν ολοσχερώς 22.500 κτίρια και μερικώς άλλα 62.000. Ο σεισμός της Πάρνηθας το 1999 σκότωσε 143 ανθρώπους, κατέστρεψε ολοσχερώς 5.200 κτίρια και μερικώς άλλα 38.200.

Αυτή η βάση δεδομένων, όχι μόνο είναι η πρώτη που δημοσιεύεται για τους σεισμούς της Ελλάδας, αλλά και από τις ελάχιστες που υπάρχουν σε εθνικό επίπεδο σε όλο τον κόσμο. Πιστεύουμε ότι η νέα βάση θα είναι χρήσιμη σε σεισμολόγους, μηχανικούς, ιστορικούς, εκπαιδευτικούς και άλλους επιστήμονες. Η βάση σύντομα θα επεκταθεί και στην προ του 1800 μ.Χ. περίοδο.

Ο Γεράσιμος Α. Παπαδόπουλος είναι πρόεδρος της πρωτοβουλίας Safe Greece και συνεργάτης της UNESCO