Τουρκική εισβολή: Το ημερολόγιο μιας προαναγγελθείσας καταστροφής

Τα απόρρητα δελτία της ΚΥΠ κατέγραφαν την τουρκική κινητοποίηση, την προετοιμασία της απόβασης και όσα ακολούθησαν, την ώρα που η Αθήνα και η Λευκωσία είχαν παραδοθεί στον διχασμό, στις ιδεοληψίες και στην εγκληματική αυταπάτη.

Τα αποχαρακτηρισμένα απόρρητα έγγραφα της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, δεν προσφέρουν εύκολες απαντήσεις ούτε επιβεβαιώνουν τις αναρίθμητες θεωρίες συνωμοσίας που γεννήθηκαν γύρω από την τραγωδία του 1974. Αποκαλύπτουν, όμως, κάτι ίσως πιο οδυνηρό. Η τουρκική προετοιμασία βρισκόταν μπροστά στα μάτια των μυστικών υπηρεσιών και οι προειδοποιήσεις υπήρχαν. Εκείνο που δεν υπήρχε ήταν η πολιτική και στρατιωτική βούληση να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος.

Η μελέτη των εγγράφων προκαλεί ανατριχίλα, όχι επειδή φωτίζει κάποιο άγνωστο σχέδιο, αλλά επειδή αποτυπώνει την εθνική αδιαφορία, τις λανθασμένες εκτιμήσεις και την πλήρη αποσύνδεση της ηγεσίας από όσα συνέβαιναν λίγα μόλις χιλιόμετρα από τις ακτές της Κερύνειας.

Η Τουρκία προετοίμαζε στρατεύματα, αποβατικά μέσα, άρματα, αλεξιπτωτιστές και δίκτυα επικοινωνιών. Η ΚΥΠ κατέγραφε τις κινήσεις, αλλά η χούντα των Αθηνών είχε στρέψει όλη την προσοχή της στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και στην ανατροπή του.

Ο δικτάτορας Δημήτριος Ιωαννίδης, ο οποίος είχε καταστεί κυρίαρχος του καθεστώτος μετά την ανατροπή του Γεώργιου Παπαδόπουλου, πίστευε ότι μπορούσε να υλοποιήσει την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, βγάζοντας από τη μέση τον Μακάριο. Η πολιτική του σκέψη είχε περιοριστεί σε μια επικίνδυνη βεβαιότητα. Ότι μπορούσε να ανατρέψει τη συνταγματική τάξη στην Κύπρο χωρίς να προκαλέσει τουρκική αντίδραση.

Δεν φαίνεται να αντιλαμβανόταν ότι το πραξικόπημα θα πρόσφερε στην Άγκυρα το πρόσχημα που ανέμενε για να επικαλεστεί την ιδιότητά της ως εγγυήτριας δύναμης και το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης που προέβλεπε η Συνθήκη Εγγυήσεως.
Από τα έγγραφα της εποχής δεν προκύπτει ότι ο Ιωαννίδης είχε εξασφαλίσει επίσημες διαβεβαιώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Φαίνεται, ωστόσο, ότι είχε πειστεί από επαφές με χαμηλόβαθμους Αμερικανούς αξιωματούχους ότι η Ουάσιγκτον θα συγκρατούσε την Τουρκία, όπως είχε συμβεί το 1964, ώστε να αποφευχθεί μια πολεμική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο χώρες μέλη του ΝΑΤΟ.

Μόνο που οι Ηνωμένες Πολιτείες του 1974 δεν ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες του 1964. Το σκάνδαλο Watergate είχε παραλύσει την κυβέρνηση Νίξον και ο Χένρι Κίσινγκερ είχε αποκτήσει σχεδόν απόλυτο έλεγχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, κινούμενος με βάση τη δική του αντίληψη για τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από την άλλη πλευρά, ο Μακάριος φαίνεται να πίστευε ότι, αν απομάκρυνε από την Κύπρο τους Ελλαδίτες αξιωματικούς, θα μπορούσε να στηριχθεί στη Σοβιετική Ένωση. Η Μόσχα έβλεπε την Κύπρο ως ευκαιρία πρόκλησης ρήγματος στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο απόγειό του.
Ενώ Αθήνα και Λευκωσία βρίσκονταν σε ανοιχτή σύγκρουση για το ποιος θα επιβληθεί, τα απόρρητα τηλεγραφήματα και οι εκθέσεις της ΚΥΠ κατέληγαν ουσιαστικά στο καλάθι των αχρήστων. Η Υπηρεσία κατέγραφε λεπτομερώς τις κινήσεις της Τουρκίας και, όσο πλησίαζε η 20ή Ιουλίου, προειδοποιούσε όλο και πιο καθαρά για επικείμενη επέμβαση.
Οι αποδέκτες, όμως, είχαν άλλες προτεραιότητες.

Στην Κύπρο η σύγκρουση ανάμεσα στην ΕΟΚΑ Β’ και στις δυνάμεις που παρέμεναν πιστές στον Μακάριο είχε δημιουργήσει σκηνικό εμφυλίου πολέμου. Η πολιτική αντιπαράθεση είχε μετατραπεί σε ένοπλη σύγκρουση, με επιθέσεις, δολοφονίες, απαγωγές και κλοπές οπλισμού.

Η συνταγή της καταστροφής είχε όλα τα συστατικά και βρισκόταν μπροστά στα μάτια όλων.
Μόλις 40 χιλιόμετρα από τις ακτές της Κερύνειας, ο τουρκικός στόλος σήκωνε άγκυρες και προετοιμαζόταν για την επιχείρηση που θα άλλαζε για πάντα τη μοίρα της Κύπρου.
Τα δελτία της ΚΥΠ από την 1η Ιουλίου έως τις 31 Αυγούστου 1974 αποτελούν το ημερολόγιο μιας προαναγγελθείσας εθνικής τραγωδίας. Μιας τραγωδίας της οποίας το τέλος δεν έχει γραφτεί ακόμη.

Προειδοποιήσεις πριν από το πραξικόπημα

Τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου του 1974 δεν υπήρχε καμία νηνεμία. Η κρίση μεγάλωνε καθημερινά, οι πληροφορίες πλήθαιναν και οι ενδείξεις για στρατιωτική κινητοποίηση της Τουρκίας γίνονταν ολοένα πιο έντονες.

Τα δελτία της ΚΥΠ δίνουν την εικόνα μιας χώρας που βάδιζε προς την καταστροφή, ενώ όσοι είχαν την ευθύνη να την αποτρέψουν ασχολούνταν με τον εσωτερικό εχθρό.
Στο πρώτο δελτίο της 1ης Ιουλίου 1974 καταγράφονται πληροφορίες για κακομεταχείριση πολιτικών κρατουμένων, οι οποίοι είχαν συλληφθεί από την κυβέρνηση Μακαρίου για αντικυβερνητική δράση. Δεν διευκρινίζεται αν επρόκειτο για μέλη της ΕΟΚΑ Β’, αλλά κάτι τέτοιο θεωρείται πολύ πιθανό.

Η ΕΟΚΑ Β’ είχε δημιουργηθεί από τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα ως συνέχεια, τουλάχιστον κατ’ όνομα, της ΕΟΚΑ του αντιαποικιακού αγώνα της περιόδου 1955 με 1959. Η ουσιώδης διαφορά ήταν πως τη δεκαετία του 1950 αντίπαλος ήταν η βρετανική αποικιοκρατία. Το 1974 ως εχθρός αντιμετωπιζόταν ο νόμιμος Πρόεδρος, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, επειδή θεωρείτο εμπόδιο στην Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Η οργάνωση είχε τη στήριξη της χούντας του Ιωαννίδη και ενισχυόταν οικονομικά και υλικά από την Αθήνα.

Η δράση της είχε προκαλέσει σοβαρή πολιτική και κοινωνική αποσταθεροποίηση. Είχαν σημειωθεί επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς, στρατόπεδα και κρατικές υπηρεσίες, κλοπές οπλισμού και απόπειρες δολοφονίας του Μακαρίου.

Παράλληλα βρισκόταν σε εξέλιξη η εκκλησιαστική κρίση, με τρεις Μητροπολίτες να αμφισβητούν το δικαίωμα του Μακαρίου να διατηρεί ταυτόχρονα τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου και το αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η ΚΥΠ ενημέρωνε από την 1η Ιουλίου για μετακινήσεις τουρκικών στρατευμάτων στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Η Υπηρεσία δεν απέδιδε ακόμη ιδιαίτερη σημασία στις κινήσεις αυτές. Εκτιμούσε ότι πιθανότατα επρόκειτο για συνήθεις μετακινήσεις στο πλαίσιο στρατιωτικών ασκήσεων.
Η εκτίμηση παρέμενε καθησυχαστική, παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη παρατηρηθεί πτήσεις κατασκοπευτικών αεροσκαφών της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας πάνω από την Κύπρο.

Αποδυνάμωση της Εθνικής Φρουράς μέσα στην κρίση

Στις 2 Ιουλίου η ΚΥΠ χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως σημαντική την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας να μειώσει τη στρατιωτική θητεία στην Εθνική Φρουρά, ακόμη και για όσους ήδη υπηρετούσαν.
Η Εθνική Φρουρά στελεχωνόταν κυρίως από αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού, ενώ ο Αρχηγός της ήταν, όπως εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα, ανώτατος αξιωματικός που προερχόταν από την Ελλάδα.

Στην ίδια συνεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου αποφασίστηκε η απόλυση μεγάλου αριθμού καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Πιθανότατα επρόκειτο για εκπαιδευτικούς οι οποίοι δεν θεωρούνταν φιλικά διακείμενοι προς τον Μακάριο ή ήταν ύποπτοι για συνεργασία με την ΕΟΚΑ Β’.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Μακαρίου αποφάσιζε την πρόσληψη αστυνομικών, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση της ΚΥΠ, θα στελέχωναν το Εφεδρικό Σώμα.
Το Εφεδρικό ήταν ένοπλο σώμα πιστό στον Μακάριο και είχε συγκροτηθεί για να αντιμετωπίσει την ΕΟΚΑ Β’ και τις παρακρατικές δυνάμεις που καθοδηγούνταν από τη χούντα των Αθηνών.

Από τις αρχές Ιουλίου καταγράφονταν επίσης κινήσεις του τουρκικού στρατού στην Ανατολική Θράκη. Μεταξύ άλλων, η Τουρκία μετέφερε εξοπλισμό γεφυροποιίας, ο οποίος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στον ποταμό Έβρο για τη διέλευση στρατευμάτων.
Παρά τη φύση του εξοπλισμού, η ΚΥΠ εκτιμούσε ότι επρόκειτο για προετοιμασία προγραμματισμένης στρατιωτικής άσκησης, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στις αρχές Αυγούστου.

Η Λευκωσία ζητούσε την αποχώρηση των Ελλαδιτών αξιωματικών

Στις 3 Ιουλίου καταγράφεται το περιεχόμενο συνέντευξης Τύπου του τότε κυβερνητικού εκπροσώπου Μιλτιάδη Χριστοδούλου. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είχε αναφερθεί στην απόφαση για μείωση της στρατιωτικής θητείας στους 14 μήνες, η οποία συνδεόταν άμεσα με την επιδίωξη της κυβέρνησης να περιοριστεί ο αριθμός των Ελλαδιτών αξιωματικών στην Κύπρο.

Ο Μιλτιάδης Χριστοδούλου, απευθυνόμενος ουσιαστικά προς το καθεστώς της Αθήνας, δήλωνε ότι η Λευκωσία θα αποφάσιζε πόσους Έλληνες αξιωματικούς χρειαζόταν η Εθνική Φρουρά και ότι θα ακολουθούσε συνεννόηση με την ελληνική πρεσβεία.
Σημείωνε ότι, αν οι αξιωματικοί δεν αποχωρούσαν οικειοθελώς, η κυπριακή κυβέρνηση θα ζητούσε την ανάκλησή τους, καθώς η Κύπρος ήταν κυρίαρχο κράτος και η Ελλάδα όφειλε να σέβεται τις Συμφωνίες του 1960, στη βάση των οποίων ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είχε προσθέσει ότι, αν η Ελλάδα επιθυμούσε να ανακαλέσει όλους τους αξιωματικούς της, αυτό αποτελούσε δικαίωμά της και η Κύπρος είχε λάβει μέτρα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Αναφερόμενος στις πληροφορίες περί πραξικοπήματος, ο Μιλτιάδης Χριστοδούλου αποκάλυψε ότι είχε πραγματοποιηθεί συνάντηση ανάμεσα στον Α’ Γραμματέα της σοβιετικής πρεσβείας και στον Α’ Γραμματέα της πρεσβείας της Ελλάδας, κατά την οποία είχαν μια φιλική συζήτηση.

Η ΚΥΠ εκτιμούσε ότι η διαρροή της πληροφορίας αποτελούσε προειδοποίηση προς την Αθήνα, σε περίπτωση που η χούντα σχεδίαζε πραξικόπημα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, συνεχίζονταν και οι ενδοκυπριακές συνομιλίες για την ενοποίηση των Δήμων στους οποίους υπήρχαν Ελληνοκύπριος και Τουρκοκύπριος Δήμαρχος.

Η χούντα έβλεπε μόνο «κομμουνιστικό κίνδυνο»

Στις 4 Ιουλίου η ΚΥΠ, επικαλούμενη δημοσιογραφικές πληροφορίες από το περιβάλλον του Μακαρίου, ανέφερε ότι ο Αρχιεπίσκοπος επιθυμούσε να απομακρύνει τους Έλληνες αξιωματικούς και να τους αντικαταστήσει με απόστρατους φιλοβασιλικούς, πιστούς στον βασιλιά Κωνσταντίνο και αντιπάλους του χουντικού καθεστώτος.
Η ίδια η Υπηρεσία αναγνώριζε ότι δεν ήταν βέβαιο κατά πόσο αυτή ήταν πραγματική πρόθεση του Μακαρίου ή απλώς φημολογία.
Οι πληροφορίες, ωστόσο, προκαλούσαν ανησυχία στους αποκαλούμενους «εθνικόφρονες» εξαιτίας του «κομμουνιστικού κινδύνου».

Η επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου αποκτά σχεδόν τραγικά ειρωνική διάσταση, καθώς ο πραγματικός κίνδυνος τουρκικής εισβολής ήταν ήδη ορατός και καταγραφόταν στα ίδια δελτία. Η ΚΥΠ υποστήριζε ότι, αν αποχωρούσαν οι Ελλαδίτες αξιωματικοί, θα εκδηλώνονταν δυναμικές ενέργειες από τους κομμουνιστές.

Στην ίδια κατηγορία εντάσσονταν το ΑΚΕΛ και ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο οποίος ήταν προσωπικός γιατρός του Μακαρίου και ηγέτης της ΕΔΕΚ.

Η δυσπιστία ανάμεσα στην Αθήνα και στη Λευκωσία αποδιδόταν στη δράση της ΕΟΚΑ Β’. Η απομάκρυνση των Ελλαδιτών αξιωματικών παρουσιαζόταν ως μέρος σχεδίου του Μακαρίου για να τερματιστεί ο έλεγχος της Ελλάδας επί της Εθνικής Φρουράς.
Η εμπλοκή της Αθήνας στην ενίσχυση της ΕΟΚΑ Β’ φαίνεται ότι τεκμηριωνόταν και από αρχεία της οργάνωσης που είχαν περιέλθει στην κατοχή της κυπριακής κυβέρνησης, καθώς και από την κλοπή οπλισμού από στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς.

Η ΚΥΠ, σχολιάζοντας δημοσιεύματα του τουρκοκυπριακού Τύπου, σημείωνε ότι η κρίση στους κόλπους της ελληνικής πλευράς αξιοποιείτο από τους Τούρκους για την προώθηση των σχεδιασμών τους, χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιοι ήταν αυτοί οι σχεδιασμοί.
Στις 5 Ιουλίου η Υπηρεσία εκτιμούσε ότι ο Μακάριος, προχωρώντας στην απόφαση για απομάκρυνση των αξιωματικών, πιθανότατα είχε λάβει διαβεβαιώσεις από ξένη δύναμη, δηλαδή τη Σοβιετική Ένωση, ότι θα τον στήριζε σε περίπτωση κρίσης.
Οι μυστικές υπηρεσίες της χούντας θεωρούσαν ότι η αποχώρηση των Ελλαδιτών αξιωματικών θα είχε ολέθριες συνέπειες, επειδή ο Μακάριος «περιστοιχίζεται από κουμουνιστές» οι οποίοι θα του επέβαλλαν τις απόψεις τους.

Η σύγκρουση ΗΠΑ και Τουρκίας για το όπιο

Την ίδια περίοδο είχε προκληθεί σοβαρή κρίση στις σχέσεις Τουρκίας και Ηνωμένων Πολιτειών εξαιτίας της απόφασης της Άγκυρας να επιτρέψει εκ νέου την καλλιέργεια οπίου.
Η Ουάσιγκτον αντιδρούσε έντονα, θεωρώντας ότι σημαντικές ποσότητες του τουρκικού οπίου διοχετεύονταν παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η κυβέρνηση Νίξον εξέταζε την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία. Είχε ανακαλέσει τον Αμερικανό πρέσβη και μελετούσε την περικοπή οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας πολλών εκατομμυρίων δολαρίων. Η Άγκυρα αποφάσισε να στείλει αντιπροσωπεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, με επικεφαλής πρώην Αρχηγό της Πολεμικής Αεροπορίας, ώστε να εξηγήσει τις θέσεις της για την επανακαλλιέργεια του οπίου.

Οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι η αμερικανική αντίδραση μπορούσε να ερμηνευθεί ως επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Παράλληλα, η Τουρκία εξήγγειλε την πρόθεσή της να αρχίσει γεωτρήσεις στο Αιγαίο.
Η ΚΥΠ εκτιμούσε ότι επρόκειτο κυρίως για κίνηση εντυπωσιασμού.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Υπηρεσίας, η Τουρκία προσπαθούσε να πείσει την αμερικανική εταιρεία GSI να πραγματοποιήσει έρευνες στο Αιγαίο. Η εταιρεία εμφανιζόταν επιφυλακτική, καθώς δεν είχε πειστεί για τα τουρκικά δικαιώματα στις περιοχές όπου η Άγκυρα επιθυμούσε να διεξαγάγει έρευνες για πετρέλαιο. Η Τουρκία εξέταζε ακόμη και την αγορά του ερευνητικού σκάφους της αμερικανικής εταιρείας, ώστε να προχωρήσει μόνη της στις έρευνες.

Η ρήξη Μακαρίου και Αθήνας έγινε δημόσια

Στο δελτίο της 6ης Ιουλίου 1974 καταγράφονται τα βασικά σημεία συνέντευξης Τύπου του Μακαρίου. Ο Αρχιεπίσκοπος παραδέχθηκε δημόσια ότι οι σχέσεις ανάμεσα στην Αθήνα και στη Λευκωσία δεν ήταν αρμονικές.

Κατηγόρησε την ελεγχόμενη από τη χούντα Εθνική Φρουρά ότι αποτελούσε τον βασικό τροφοδότη της ΕΟΚΑ Β’ και υποστήριξε ότι η Ελλάδα έφερε ευθύνη για την κατάσταση, επειδή χρηματοδοτούσε και ενίσχυε την οργάνωση.
Ο Μακάριος επιβεβαίωσε ότι στις 3 Ιουλίου είχε αποστείλει επιστολή προς τον Πρόεδρο της Ελλάδας, στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, με την οποία ζητούσε την απόσυρση των Ελλαδιτών αξιωματικών. Πρόθεση της Λευκωσίας ήταν η Εθνική Φρουρά να στελεχωθεί και να διοικείται αποκλειστικά από Κύπριους αξιωματικούς.
Ο Μακάριος χαρακτήρισε αναληθή τα δημοσιεύματα περί πραξικοπήματος. Παράλληλα, ανέφερε ότι δεν είχε καταστεί δυνατή η διάλυση των παρακρατικών οργανώσεων, επειδή αυτές είχαν ενισχυθεί με οπλισμό που είχε κλαπεί από το Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων Γεροσκήπου.

Διέψευσε επίσης τις πληροφορίες για εγκατάσταση στην Κύπρο εξόριστης φιλοβασιλικής κυβέρνησης της Ελλάδας.

Αναφέρθηκε ακόμη στην απαγόρευση κυκλοφορίας της εφημερίδας «Βραδυνή», λέγοντας ότι η απόφαση αποτελούσε πλήγμα και στερούσε από τον ελληνικό λαό ένα πολύτιμο όργανο εθνικής και κοινωνικής καθοδήγησης, καθώς η εφημερίδα υπήρξε θερμός και θαρραλέος συμπαραστάτης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η ΚΥΠ, σχολιάζοντας τις δηλώσεις, υποστήριζε ότι ο Μακάριος, με τις αποφάσεις του για την Εθνική Φρουρά, δεν υπολόγιζε τις επιπτώσεις στην ασφάλεια της Κύπρου και της Ελλάδας.

Η ΚΥΠ κατηγορούσε τον Μακάριο για δυσφήμιση της Ελλάδας

Στις 8 Ιουλίου η ΚΥΠ καταγράφει τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου της επιστολής Μακαρίου προς τον Γκιζίκη.
Η εκτίμηση της Υπηρεσίας ήταν αποκαλυπτική για το κλίμα που επικρατούσε στο καθεστώς της Αθήνας: «δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μακάριος επιχειρεί να δυσφημίσει την ελληνική κυβέρνηση, δίνοντας στη δημοσιότητα επιστολές και επίσημα έγγραφα. Το κάνει όταν τον βολεύει και αδιαφορεί για το συμφέρον ου έθνους».
Την ίδια ημέρα καταγράφηκε φάρσα για τοποθέτηση βόμβας στη Λέσχη Αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς στη Λευκωσία. Η ΚΥΠ θεωρούσε ότι η φάρσα αποτελούσε μέρος ψυχολογικού πολέμου εναντίον των Ελλαδιτών αξιωματικών και των οικογενειών τους, ώστε να πιεστούν να αποχωρήσουν από την Κύπρο.

Η τουρκική πλευρά αξιοποιούσε τη ρήξη

Η ΚΥΠ αναφέρθηκε επίσης σε συνάντηση του Έλληνα και του Τούρκου συνταγματολόγου Μιχαήλ Δεκλερή και Ορχάν Αλτικαστί, στο πλαίσιο των ενδοκυπριακών συνομιλιών για την ενοποίηση των Δήμων.

Ο Τούρκος συνταγματολόγος φέρεται να εξέφρασε ανησυχία για την πιθανή αποχώρηση των Ελλαδιτών αξιωματικών, υποστηρίζοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Εθνική Φρουρά θα περιερχόταν στον έλεγχο των κομμουνιστών.
Είχε προσθέσει ότι οι Τουρκοκύπριοι ήταν προετοιμασμένοι να αντισταθούν.
Η ΚΥΠ κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών προκαλούσε ανησυχία στους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι θεωρούσαν την παρουσία τους εγγύηση για την ασφάλειά τους.

Ο Ραούφ Ντενκτάς, αξιοποιώντας την επιστολή Μακαρίου προς τον Γκιζίκη, δήλωνε ότι αποκαλυπτόταν τι ήταν διατεθειμένη να πράξει η Ελλάδα ώστε να μετατρέψει την ανεξαρτησία της Κύπρου σε Ένωση. Καλούσε παράλληλα τους Τουρκοκύπριους να παραμείνουν ψύχραιμοι και προσεκτικοί.

Η διαμάχη για τα 12 ναυτικά μίλια είχε ήδη αρχίσει

Στις 11 Ιουλίου 1974 πραγματοποιήθηκε συζήτηση για τα ελληνοτουρκικά στη Γερουσία της Τουρκίας.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δήλωνε ότι η διεθνής τάση κινούνταν προς την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Υποστήριζε ότι, αν η Ελλάδα προχωρούσε σε μια τέτοια απόφαση, αυτό θα ισοδυναμούσε με «υπεξαίρεση» των δικαιωμάτων της Τουρκίας στο Αιγαίο. Παραδεχόταν ακόμη ότι οι νέες έννοιες των «οικονομικών ζωνών» και της «υφαλοκρηπίδας» δεν ευνοούσαν την Τουρκία.

Η Άγκυρα υποστήριζε ήδη τότε, όπως υποστηρίζει και σήμερα, ότι το Αιγαίο αποτελεί ιδιόμορφη περίπτωση και ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτό το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Περισσότερο από μισό αιώνα μετά, η τουρκική θέση παραμένει ουσιαστικά η ίδια.

Η Ίμβρος οχυρωνόταν

Στο δελτίο της 12ης Ιουλίου 1974 η ΚΥΠ κατέγραψε κινήσεις τουρκικών στρατευμάτων στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης και αμυντικές προετοιμασίες στην Ίμβρο.
Στο νησί είχαν μεταφερθεί πολυβόλα και είχαν κατασκευαστεί αμυντικά ορύγματα.
Σπίτια Ελλήνων είχαν διαμορφωθεί ώστε να χρησιμοποιηθούν ως καταφύγια σε περίπτωση βομβαρδισμού από την Ελλάδα.

Η ΚΥΠ σημείωνε επίσης ότι οι λιγοστοί Έλληνες που είχαν παραμείνει στην Ίμβρο δέχονταν πιέσεις από την τουρκική χωροφυλακή για να εγκαταλείψουν το νησί.
Στο ίδιο δελτίο καταγράφεται μια λεπτομέρεια σχεδόν σουρεαλιστική.
Οι Τούρκοι στρατιώτες του 95ου Συντάγματος Τεθωρακισμένων στα Μάλγαρα είχαν χαλαρώσει και παρακολούθησαν όλους τους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Δυτική Γερμανία, «πεντακάθαρα έχοντας στρέψει τις κεραίες των τηλεοράσεων στην Ελλάδα».
Την ίδια στιγμή στην Ίμβρο είχαν τοποθετηθεί πολλοί Τούρκοι χωροφύλακες, εφοδιασμένοι με άφθονο πολεμικό υλικό.

Τα βράδια επικρατούσε πλήρης συσκότιση, ενώ τουρκικά αεροσκάφη παραβίαζαν τον ελληνικό εναέριο χώρο στην περιοχή της Χίου, πετώντας σε απόσταση έξι ναυτικών μιλίων από τις ακτές. Η Τουρκία προετοιμαζόταν για στρατιωτική κρίση. Η Αθήνα προετοιμαζόταν να ανατρέψει τον Μακάριο.

Eisvoli 1
Eisvoli 2
Eisvoli 3
Eisvoli 4
Eisvoli 5
Eisvoli 6
Eisvoli 7
Eisvoli 8
Eisvoli 9
Eisvoli 10jpg

 

 

Το πραξικόπημα βαφτίστηκε «εθνική σωτηρία»

Στις 16 Ιουλίου, μία ημέρα μετά το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, η ΚΥΠ αναφερόταν στην πληροφορία που είχε μεταδώσει το ΡΙΚ ότι ο Αρχιεπίσκοπος ήταν νεκρός.
Η Υπηρεσία σημείωνε ότι την εξουσία είχε αναλάβει «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας».
Παρουσίαζε επίσης τις πρώτες δηλώσεις του Νίκου Σαμψών, τον οποίο αποκαλούσε Πρόεδρο, σαν να είχε προηγηθεί κάποια ομαλή συνταγματική διαδικασία και όχι αιματηρή κατάληψη της εξουσίας με άρματα και πυροβολισμούς.

Καταγραφόταν η παράδοση του διοικητή του Εφεδρικού, ταγματάρχη Πανταζή, καθώς και άλλων στελεχών του σώματος που είχε δημιουργήσει ο Μακάριος ως αντίβαρο στην ΕΟΚΑ Β’. Σύμφωνα με το δελτίο, η Εθνική Φρουρά είχε συλλάβει περίπου 1.200 μέλη του Εφεδρικού. Ο Ραούφ Ντενκτάς, στην πρώτη του αντίδραση, δήλωνε ότι το πραξικόπημα στόχευε στην Ένωση. Ο Μπουλέντ Ετζεβίτ υποστήριζε ότι η Τουρκία δεν θα δεχόταν τετελεσμένα και ότι διατηρούσε δικαίωμα επέμβασης.
Την ημέρα του πραξικοπήματος τέθηκαν σε επιφυλακή στρατιωτικές μονάδες στη νότια Τουρκία, ενώ η 39η Μεραρχία Πεζικού στην Αλεξανδρέττα τέθηκε σε κατάσταση επαγρύπνησης.

Από τις 15 Ιουλίου παρατηρείτο αυξημένη κίνηση σε στρατιωτικές μονάδες στο εσωτερικό της Τουρκίας. Η 4η Μεραρχία Πεζικού στην Κεσσάνη είχε ζητήσει στοιχεία για τον αριθμό των στρατευσίμων που μπορούσαν να ανταποκριθούν σε επιστράτευση έως τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας.

Παρά τις ενδείξεις, η ΚΥΠ ανέφερε στις 16 Ιουλίου ότι η Τουρκία είχε λάβει ορισμένα μέτρα επαγρύπνησης λόγω της κατάστασης στην Κύπρο, αλλά άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο κάποιες προσκλήσεις για επιστράτευση να αφορούσαν στρατιωτική άσκηση, επειδή είχαν σταλεί πριν από το πραξικόπημα.

Οι πληροφορίες έδειχναν Αμμόχωστο

Στις 3 Αυγούστου η ΚΥΠ ανέφερε ότι το λιμάνι της Αμμοχώστου είχε τεθεί υπό τον έλεγχο Τουρκοκυπρίων, μολονότι τα τουρκικά στρατεύματα δεν είχαν ακόμη φτάσει στην πόλη.
Οι Τούρκοι ισχυρίζονταν ότι τα Ηνωμένα Έθνη είχαν αποδεχθεί τον έλεγχο του λιμανιού από ένοπλους Τουρκοκύπριους και ότι δεν επιτρεπόταν οποιαδήποτε είσοδος ή έξοδος πλοίου.

Στις 11 Αυγούστου η ΚΥΠ ενημέρωνε ότι η στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας ασκούσε πίεση στον Ετζεβίτ να προχωρήσει σε νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις, ώστε να ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός για κατάληψη πρόσθετων εδαφών.

Η Υπηρεσία εκτιμούσε ότι, λόγω της πιθανότητας κατάρρευσης του δεύτερου γύρου των συνομιλιών στη Γενεύη, οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι να επιτεθούν στην Αμμόχωστο από ξηρά και θάλασσα.

Τούρκοι δημοσιογράφοι φέρονται να ενημέρωσαν Βρετανούς συναδέλφους τους στην Κερύνεια ότι τα τουρκικά στρατεύματα θα προχωρούσαν έως την Αμμόχωστο.
Η ΚΥΠ προχώρησε και πάλι σε λανθασμένη εκτίμηση, θεωρώντας ότι οι πληροφορίες εξυπηρετούσαν εκβιαστικούς και προπαγανδιστικούς σκοπούς της Τουρκίας και απευθύνονταν κυρίως στο εσωτερικό ακροατήριο. Λίγες ημέρες αργότερα, η Αμμόχωστος καταλήφθηκε.

Η Υπηρεσία άφηνε πάντως ανοικτό το ενδεχόμενο να υλοποιηθούν οι απειλές, σε περίπτωση που οι διπλωματικές και πολιτικές διεργασίες δεν απέδιδαν τα αναμενόμενα.
Μία ημέρα αργότερα, το επόμενο δελτίο άλλαζε την εικόνα και άφηνε ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο κατάληψης ολόκληρης της Λευκωσίας, ώστε να καταλυθεί πλήρως το κράτος και να δημιουργηθούν νέα τετελεσμένα.

Πριν συμπληρωθεί ένας μήνας από την πρώτη εισβολή, περιέρχονταν σε γνώση της ΚΥΠ πληροφορίες ότι η Τουρκία σχεδίαζε να μεταφέρει στην Κύπρο Τούρκους πολίτες.
Θα παρουσιάζονταν ως «τουρίστες» και θα εγκαθίσταντο στις ελληνοκυπριακές περιοχές που είχαν καταληφθεί. Ήταν οι πρώτες ενδείξεις του εποικισμού που ακολούθησε και εντάθηκε μετά την εδραίωση της κατοχής.

Ο Αττίλας 2 και η κατάληψη της Αμμοχώστου

Για την ΚΥΠ, η πρόθεση της Τουρκίας να κινηθεί προς την επαρχία Αμμοχώστου ήταν πλέον εμφανής από τις 13 Αυγούστου.
Μετά την αποχώρηση των Βρετανών που διέμεναν στην πόλη προς τη Βρετανική Βάση της Δεκέλειας, άρχισαν να εγκαταλείπουν την Αμμόχωστο και οι Ελληνοκύπριοι.
Η αποχώρηση των Βρετανών ερμηνεύτηκε ως ένδειξη ότι γνώριζαν τι επρόκειτο να συμβεί.

Στις 14 Αυγούστου άρχισε η επιχείρηση Αττίλας 2.

Η ΚΥΠ κατέγραψε απογειώσεις τουρκικών πολεμικών αεροσκαφών, καθώς και κινήσεις στρατευμάτων και αρμάτων μάχης. Δεκατρία αεροσκάφη F-100 και τέσσερα F-84 απογειώθηκαν από τα Άδανα στις 4.30 τα ξημερώματα.
Μισή ώρα αργότερα βομβάρδιζαν το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς στη Λευκωσία, τα κτήρια του ΡΙΚ, της Αρχής Τηλεπικοινωνιών και την Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας.
Την ίδια ώρα χτυπήθηκαν με όλμους το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ και άλλα σημεία τα οποία ελέγχονταν από την Εθνική Φρουρά.

Ο Ετζεβίτ ισχυρίστηκε ότι η επιχείρηση Αττίλας 2 ήταν νόμιμη, όπως και εκείνη της 20ής Ιουλίου. Υποστήριξε ότι δεν στόχευε στην κατοχή της Κύπρου, αλλά στον τερματισμό της αταξίας, ώστε Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι να ζουν ισότιμα.
Η πραγματικότητα ήταν η κατάληψη της Αμμοχώστου, της Μόρφου, της Καρπασίας και μεγάλου μέρους της Μεσαορίας.

Η ΚΥΠ εκτιμούσε ότι οι Βρετανοί διευκόλυναν την Τουρκία να βελτιώσει τη θέση της στην Κύπρο, καθώς δεν επέδειξαν διάθεση αντίδρασης.
Δεν απέκλειε το ενδεχόμενο η βρετανική στάση να είχε τη σύμφωνη γνώμη των Ηνωμένων Πολιτειών και να συνδεόταν με την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Η κατάσταση δημιούργησε εύλογο φόβο για γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη.
Κατά την ΚΥΠ, η Ελλάδα είχε σχέδιο για να εμποδίσει τους μουσουλμάνους της Θράκης να λάβουν ανεμπόδιστη βοήθεια από το τουρκικό προξενείο και να χρησιμοποιηθούν αναλόγως από την Άγκυρα.

Εκβιασμός Ελληνοκυπρίων για κατασκοπεία στην Ελλάδα

Στο δελτίο της 21ης Αυγούστου 1974 η ΚΥΠ καταγράφει μια ιδιαιτέρως σοβαρή πληροφορία.
Σύμφωνα με αυτήν, ο Τούρκος στρατιωτικός ακόλουθος στο Λονδίνο στρατολογούσε Ελληνοκυπρίους οι οποίοι είχαν συγγενείς εγκλωβισμένους στις κατεχόμενες περιοχές.
Με την απειλή ότι οι συγγενείς τους θα βασανίζονταν ή θα εκτελούνταν από τον τουρκικό στρατό, τους εκβίαζε να διενεργήσουν κατασκοπεία στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου.

Η Τουρκία κάλυπτε τα έξοδά τους, ώστε να ταξιδεύουν στην Ελλάδα ως τουρίστες και να συλλέγουν πληροφορίες για την αμυντική κατάσταση των νησιών.
Το ενδιαφέρον εστιαζόταν στα αντιαεροπορικά όπλα, στα άρματα μάχης και στα οχυρωματικά έργα.

Ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στη Λήμνο, στη Λέσβο και στη Σάμο.

Οι αναλυτές της ΚΥΠ δικαιολογούσαν τις τουρκικές απαιτήσεις

Οι αναλυτές της ΚΥΠ, εξετάζοντας τις ελληνοτουρκικές διαφορές και τις αξιώσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο, σημείωναν ότι η Τουρκία επιδίωκε να δημιουργήσει ένα φράγμα που θα εμπόδιζε την πρόσβαση στα παράλια της Μικράς Ασίας.
Θεωρούσαν μάλιστα ότι η πρόταση της Τουρκίας για διαπραγματεύσεις με σκοπό την ίση κατανομή του «εναλίου πλούτου» δεν φαινόταν παράλογη.

Στο δελτίο της 16ης Αυγούστου, η ΚΥΠ εκτιμούσε ότι η Τουρκία θα επανέφερε το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας ότι αυτή ήταν αδιαχώριστη από τη μικρασιατική ακτή.

Η ίδια Υπηρεσία που είχε καταγράψει τις τουρκικές προετοιμασίες, τις λανθασμένες εκτιμήσεις, την εισβολή, τις παραβιάσεις της εκεχειρίας, τις ωμότητες και την προέλαση προς την Αμμόχωστο, κατέληγε να αντιμετωπίζει ως συζητήσιμες τις τουρκικές απαιτήσεις στο Αιγαίο.

Τα δελτία της ΚΥΠ δεν αποτελούν μόνο πηγή πληροφοριών για τα γεγονότα του 1974.
Αποτελούν και τεκμήριο του τρόπου με τον οποίο η ελληνική κρατική μηχανή αντιλαμβανόταν την κρίση. Με ιδεολογικά φίλτρα, λανθασμένες βεβαιότητες, αδικαιολόγητη αισιοδοξία και μια σταθερή αδυναμία να διακρίνει εγκαίρως ποιος ήταν ο πραγματικός εχθρός.

Η Τουρκία σχεδίαζε, κινητοποιούσε και επιτίθετο.
Η χούντα σχεδίαζε την ανατροπή του Μακαρίου.
Η ΚΥΠ παρακολουθούσε.
Και η Κύπρος πλήρωνε τον λογαριασμό.