Το συλλογικό τραύμα του 1974 και η αντιμετώπιση του στην εκπαίδευση και στην κοινωνία

Το συλλογικό τραύμα του 1974 και η αντιμετώπιση του στην εκπαίδευση και στην κοινωνία – μιλούν τέσσερις ειδικοί και επιστήμονες

52 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η συλλογική μνήμη της τραγωδίας εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της κυπριακής κοινωνίας. Καθώς, όμως, οι άνθρωποι που βίωσαν τα γεγονότα λιγοστεύουν, η μνήμη περνά σταδιακά από τη βιωμένη εμπειρία στην ιστορική αφήγηση. Το ΚΥΠΕ, μέσα από τις απόψεις επιστημόνων στους τομείς της εκπαίδευσης, της πολιτικής, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, επιχειρεί να φέρει στο φως τον τρόπο με τον οποίο η κυπριακή κοινωνία θυμάται, μεταδίδει και επαναπροσδιορίζει τη συλλογική μνήμη της τραγωδίας του 1974, και το πώς διδάσκεται σήμερα στα σχολεία.

Στις σχολικές αίθουσες σήμερα βρίσκονται παιδιά που γεννήθηκαν σχεδόν μισό αιώνα μετά τα γεγονότα του 1974. Για τα περισσότερα, η εισβολή, η προσφυγιά και οι αγνοούμενοι αποτελούν κεφάλαια της Ιστορίας. Για χιλιάδες άλλους Κύπριους, όμως, παραμένουν προσωπικές μνήμες που εξακολουθούν να καθορίζουν τη ζωή τους. Για το πως διδάσκεται σήμερα στα σχολεία, τι συνεχίζει να μην αναφέρεται και τι μπορεί να αναθεωρηθεί στην αναψηλάφιση του συλλογικού τραύματος στην κυπριακσή κοινωνία, μιλούν στο ΚΥΠΕ τέσσερεις ειδικοί στους τομείς τους.

Σοφία Ιωάννου , Πρώτη Λειτουργός Εκπαίδευσης-Γενική Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης

Η Πρώτη Λειτουργός Εκπαίδευσης-Γενική Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης, Σοφία Ιωάννου, μιλώντας στο ΚΥΠΕ είπε ότι στη Δημοτική και στην Προδημοτική έχουμε ένα τριπλό άξονα, τον οποίο θέτουν υπό έμφαση από την αρχή της χρονιάς, δηλαδή ένα στόχο που ονομάζεται: «Γνωρίζω – Δεν Ξεχνώ – Διεκδικώ» και είναι ένας διαχρονικός άξονας και διδάσκεται διαθεματικά , αλλά μπορεί να παρουσιαστεί και σε επετειακές εκδηλώσεις , σε γιορτές του σχολείου, μέσα από τη μουσική και το χορό, μέσω και μαθημάτων όπως της Γεωγραφίας, των Θρησκευτικών κ.ά.

«Η έμφασή μας είναι στο να γνωρίσουν, να αγαπήσουν και να διεκδικήσουν. Στα μάτια των παιδιών να ζωντανέψει η κατεχόμενη γη μας μέσα από προγράμματα, δράσεις, μέσα από την Ιστορία, τα Θρησκευτικά, την Γεωγραφία. Να γνωρίσουν τους τόπους μας, να τους αγαπήσουν, να νιώσουν ότι είναι δικοί μας και να διεκδικήσουν την επιστροφή, την απελευθέρωση, την επανένωση της πατρίδας μας. Χρειάζονται οι δράσεις αυτές, αλλιώς βρισκόμαστε σε μεγάλο κίνδυνο να «ατονήσει» η μνήμη και να ξεχαστούν οι τόποι μας», πρόσθεσε.

Σημείωσε ότι τα τελευταία χρόνια , το σχολείο έχει γίνει πιο εξωστρεφές, αξιοποιώντας ανθρώπους ως ζωντανές αναφορές για το 1974. «Όλα τα σχολεία των βαθμίδων εκπαίδευσης δρουν προς αυτή την κατεύθυνση», είπε η κ. Ιωάννου.

Άννα Κουκκίδη Προκοπίου, Πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικοπολιτικού Προβληματισμού POLITEIA και πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως

Η Πρόεδρος του Κέντρου Κοινωνικοπολιτικού Προβληματισμού POLITEIA και πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Άννα Κουκκίδη-Προκοπίου, μιλώντας στο ΚΥΠΕ είπε ότι το θέμα των βιασμών δεν συζητήθηκε ανοικτά και αυτό είναι υποβόσκον τραύμα που δεν κλείνει, δηλαδή δεν φεύγει από μόνο του.

«Κρύψαμε πάρα πολλά πράγματα σαν κοινωνία κάτω από το χαλί και δεν τα συζητήσαμε. Αυτό είναι πρόβλημα. Επιπρόσθετα, υπάρχει και το τραύμα που περνά μέσα από γενιά σε γενιά. Οι οικογένειες των γυναικών που βιάστηκαν, οι οικογένειες των αγνοουμένων, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, το ότι έχουν ένα άτομο μες στην οικογένεια που έλειπε, που είχαν μια μάμα που ήταν πάντα εύθραυστη και ήταν μόνη της. Δηλαδή όλα αυτά τα ζητήματα που προέκυψαν δεν τα συζητούμε, ότι οι επιπτώσεις υπάρχουν ακόμα στην κοινωνία», πρόσθεσε.

Μια άλλη σημαντική πτυχή, είπε, είναι ότι ξεσηκώθηκαν ολόκληρα χωριά, τοποθετήθηκαν σε συνοικισμούς ανακατωμένα χωρίς να κρατήσουμε το κοινωνικό ιστό.

«Άρα δημιουργήθηκε εκεί και μια απώλεια, ένα κενό, όσον αφορά το δίκτυο υποστήριξης των γυναικών κατά κύριο λόγο, γιατί έχασαν την γειτόνισσα , τη φίλη, εκείνη που ήταν να πιούν μαζί τον καφέ το πρωί, να συζητήσουν τα προβλήματά τους, τα θέματα που τους απασχολούσαν, χάθηκε εκείνη η βοήθεια από τους χωριανούς που ήταν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο. Και αυτά άφησαν αποτυπώματα και άλλαξαν την κοινωνία από τη μια μέρα στην άλλη, ως καταλύτης και ούτε αυτό νομίζω το συζητήσαμε. Άρα, το τραύμα είναι κάτι που αν δεν το αντιμετωπίσεις δεν θα φύγει από μόνο του. Θα βάλεις ένα τσιρότο, θα το επικαλύψεις , θα προσποιηθείς ότι δεν είναι εκεί, αλλά θα έρθει η ώρα που θα έρθει στην επιφάνεια, θα έρθει να σε βρει», σημείωσε.

Το γεγονός, ανέφερε, επίσης, ότι τόσο πολλοί στρατιώτες έζησαν τη βία στον πόλεμο και σίγουρα έχουν το λεγόμενο μετατραυματικό στρες, «ξέρουμε ότι όλοι οι στρατιώτες που έχουν πολεμήσει σε οποιαδήποτε πόλεμο υποφέρουν από αυτό το πράγμα, το αντιμετώπισε κανένας, τους έδωσε κάποιος ψυχολογική βοήθεια;».

«Κανένας δε το συζητά, ειδικά σε μια κοινωνία όπως η κυπριακή, που είναι πατριαρχική, ο άντρας πρέπει να δυναμικός, να μην εκδηλωθεί, να μην δείξει τα συναισθήματά του. Να μην ανοιχτεί και το κεφάλαιο για τους άνδρες που πιθανόν να βιάστηκαν στην εισβολή ή όταν ήταν αιχμάλωτοι. Και αυτό είναι ένα κεφάλαιο που δεν συζητήθηκε ποτέ και ούτε πιθανόν να συζητηθεί», πρόσθεσε.

Είπε, παράλληλα, ότι ως Κυπριακή Δημοκρατία «δεν προχωρήσαμε με τις υποχρεώσεις που έχουμε προς αυτά τα άτομα, δηλαδή το ψήφισμα 2467 του Συμβουλίου Ασφαλείας, είναι ένα ψήφισμα το οποίο αγνοούμε, δεν θέλουμε να εφαρμοστεί και το οποίο λέει ξεκάθαρο ότι μπορούμε να ζητήσουμε μέχρι και την βοήθεια εμπειρογνωμόνων για τις γυναίκες που είναι θύματά σεξουαλικής βίας».

«Θεωρώ πως θα μπορούσαμε να κάνουμε πολύ περισσότερα πράγματα ως πολιτεία», σημείωσε.

Απαντώντας σε ερώτηση, είπε ότι προσπαθούμε να κρατούμε σαν κοινωνία αυτή την συλλογική μνήμη.

Σε ερώτηση αν μπορεί μία κοινωνία να θυμάται χωρίς να εγκλωβίζεται στο παρελθόν, είπε ότι ναι μπορεί, και έφερε ως παράδειγμα τους Γερμανούς, οι οποίοι θυμούνται τι έγινε στον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο, στο ολοκαύτωμα, που αναγνωρίζουν ότι έφταιξαν σε κάποια πράγματα και αυτά τα χρησιμοποίησαν ως μάθημα για να βελτιωθούν.

Σε παρατήρηση αν αυτό είναι κάτι που επηρεάζει τη στάση της κοινωνίας ως προς το Κυπριακό και το πώς αντιλαμβάνεται η κάθε διαφορετική γενιά το πρόβλημα, είπε ότι σύμφωνα με έρευνες που διεξήχθησαν κατά καιρούς, οι πλείστοι έφηβοι Ελληνοκύπριοι δεν ασχολούνται με τη λύση του Κυπριακού, ούτε καν ξέρουν τι είναι το Κυπριακό, δεν τους νοιάζει να έχει λύση του Κυπριακού, ενώ οι Τουρκοκύπριοι έφηβοι είναι πάρα πολλά επίμονοι ότι θέλουν λύση και είναι ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσουν πράγματα, να έχουν διαβατήριο , υποτροφίες κλπ.

«Θεωρούν ότι κερδίζουν, για αυτό θέλουν λύση, γιατί νομίζουν ότι θα αλλάξει η ζωή τους προς το καλύτερο. Σ’ εμάς δεν θα ασχοληθεί κάποιος νεαρός από αυτή την άποψη, εκτός από κάποιους νέους σε κομματικούς σχηματισμούς», ανέφερε.

Σε ερώτηση αν θεωρεί ότι η μνήμη του 1974 με κάποιον τρόπο επηρεάζει το δημόσιο διάλογο, απάντησε καταφατικά, λέγοντας ότι οι πολιτικές θέσεις των κομμάτων έχουν να κάνουν και με τις θέσεις τους στο Κυπριακό.

Ανέφερε, παράλληλα, ότι ένα άλλο πράγμα που θάψαμε ως κοινωνία είναι οι πορείες των γυναικών, όπως στον Άγιο Κασσιανό. «Οι νέες γενιές δεν γνωρίζουν για αυτές τις πορείες», συμπλήρωσε.

Νίκος Περιστιάνης Κοινωνιολόγος

Ο Κοινωνιολόγος Νίκος Περιστιάνης μιλώντας στο ΚΥΠΕ είπε ότι η συλλογική μνήμη είναι από τα βασικά στοιχεία που συγκροτούν μια κοινωνία, προσθέτοντας ότι δεν αφορά μόνο την ανάμνηση ιστορικών γεγονότων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινότητα κατανοεί το παρελθόν της, διαμορφώνει την ταυτότητά της και αποφασίζει πώς θα πορευτεί στο μέλλον.

Σημείωσε ότι στην περίπτωση της Κύπρου, η επέτειος των τραγικών γεγονότων του 1974 αποτελεί μια σηματοδότηση με βαθύ ιστορικό, πολιτικό και ανθρώπινο αποτύπωμα.

«Για τους περισσότερους Ελληνοκύπριους το ‘74 αποτελεί την πιο σημαντική τομή της σύγχρονης ιστορίας του τόπου – χωρίζοντας την ιστορία στα δύο: την προ- και μετά- το 1974 εποχή. Η προ- του ‘74 εποχή αποτελείται από μια μακρά πορεία δυσχερειών αλλά και συνεχούς ανέλιξης του τόπου, με αποκορύφωμα τον «Αγώνα του ‘55», την Ανεξαρτησία και τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του κυπριακού κράτους – της «χρυσής εποχής», που χαρακτηριζόταν από την ελευθερία των κατοίκων της, την αλματώδη οικονομική ανάπτυξη και ευημερία, αλλά και τα πρώτα διεθνή βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως αδέσμευτο κράτος, υπερήφανης και χωρίς εξαρτήσεις από τα δύο μεγάλα στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου, στα οποία μοιραζόταν τότε η υφήλιος», συμπλήρωσε.

Ανέφερε, επίσης, ότι τα γεγονότα του 1974 διατάραξαν αυτή την πορεία ανέλιξης και συνδέθηκαν με την απώλεια του ενός τρίτου σχεδόν των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, χιλιάδων ανθρώπινων ζωών, τον εκτοπισμό, τους αγνοουμένους και τη συνεχιζόμενη διαίρεση του νησιού.

«Η ετήσια μνήμη λειτουργεί ως τρόπος τιμής προς τα θύματα, διατήρησης της ιστορικής γνώσης και υπενθύμισης των συνεπειών του πολέμου. Η συλλογική μνήμη είναι σημαντική γιατί διατηρεί ζωντανή την ιστορική γνώση και μειώνει τον κίνδυνο λήθης ή παραποίησης των γεγονότων, ενισχύει την αίσθηση της κοινής ταυτότητας και συνέχειας μεταξύ των γενεών, αποδίδει αναγνώριση στα θύματα και στις εμπειρίες όσων επλήγησαν, μπορεί να συμβάλει στη δημοκρατική παιδεία και στην πρόληψη της επανάληψης παρόμοιων τραγωδιών», πρόσθεσε.

Ταυτόχρονα, είπε, η συλλογική μνήμη μπορεί να περιλαμβάνει και προκλήσεις.

«Αν παρουσιάζεται αποκλειστικά μέσα από μία οπτική ή χρησιμοποιείται για πολιτική αντιπαράθεση, υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχύσει τη δυσπιστία και να δυσκολέψει τη συμφιλίωση. Αντίθετα, όταν συνδυάζεται με την ιστορική τεκμηρίωση, κριτική σκέψη και αναγνώριση των εμπειριών όλων των ανθρώπων που επηρεάστηκαν, μπορεί να αποτελέσει γέφυρα για διάλογο και ειρηνική συνύπαρξη. Επομένως, η συλλογική μνήμη δεν είναι απλώς μια αναδρομή στο παρελθόν. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες επιλέγουν να θυμούνται, να αποδίδουν νόημα στα ιστορικά γεγονότα και να διαμορφώνουν τις αξίες και τις επιλογές τους για το μέλλον», σημείωσε.

Είπε, παράλληλα, ότι η πρόκληση είναι να διατηρείται η μνήμη με σεβασμό στην ιστορική αλήθεια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, χωρίς να μετατρέπεται σε εμπόδιο για την ειρήνη και τον αμοιβαίο σεβασμό.

«Πρόκειται για ένα σύνθετο ερώτημα και δεν επιδέχεται μια μονοσήμαντη απάντηση. Αν ως «διπλό στόχο» εννοούμε αφενός τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και την απόδοση τιμής στα θύματα και αφετέρου την προώθηση της συμφιλίωσης και της ειρηνικής συνύπαρξης, τότε η εικόνα είναι μικτή. Στην περίπτωση της Κύπρου αυτές οι πτυχές είναι ιδιαίτερα σημαντικές, αφού οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι βλέπουν εντελώς διαφορετικά το 1974 – ως εξελίξεις που τους βοήθησαν να επιβιώσουν έναντι μιας πλειοψηφίας (των Ελληνοκυπρίων) που δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την επιβίωση και την ευημερία της δικής τους κοινότητας», συμπλήρωσε.

Ανέφερε, επιπρόσθετα, ότι αρκετοί μελετητές της συλλογικής μνήμης έχουν επισημάνει ότι ο δημόσιος λόγος στην ελληνοκυπριακή κοινότητα συχνά επικεντρώνεται κυρίως στη θυματοποίηση και στις συνέπειες της τουρκικής εισβολής, ενώ αφιερώνει λιγότερο χώρο στην αυτοκριτική για γεγονότα που προηγήθηκαν, όπως το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, το ρόλο της ελληνικής χούντας, τη δράση της ΕΟΚΑ Β΄ ή τις βιαιοπραγίες που υπέστησαν πολλοί Τουρκοκύπριοι την περίοδο της διακοινοτικής σύγκρουσης – κυρίως μεταξύ του 1964-67.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά τα ζητήματα αποσιωπώνται πλήρως, αλλά ότι δεν έχουν πάντοτε την ίδια προβολή στις επίσημες επετειακές αφηγήσεις. Παράλληλα, υπάρχουν τα τελευταία χρόνια πρωτοβουλίες που επιχειρούν μια πιο πολυφωνική προσέγγιση. Δικοινοτικά εκπαιδευτικά προγράμματα, κοινές εκδηλώσεις συγγενών αγνοουμένων, έργα ιστορικών και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών προσπαθούν να αναδείξουν τις εμπειρίες τόσο των Ελληνοκυπρίων όσο και των Τουρκοκυπρίων, χωρίς να εξισώνουν τις διαφορετικές ιστορικές και νομικές διαστάσεις των γεγονότων. Η προσπάθεια αυτή στοχεύει στο να αναγνωριστεί ο ανθρώπινος πόνος σε όλες του τις πλευρές, διατηρώντας παράλληλα την ιστορική τεκμηρίωση», πρόσθεσε.

Επομένως, συνέχισε ο κ. Περιστιάνης, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ελληνοκυπριακή συλλογική μνήμη επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό τον πρώτο στόχο: τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και την τιμή προς τα θύματα της εισβολής.

«Ωστόσο, η επίτευξη του δεύτερου στόχου –της καλλιέργειας μιας κουλτούρας συμφιλίωσης που να περιλαμβάνει και την κριτική αποτίμηση της δικής της ιστορίας– παραμένει πιο περιορισμένη και αποτελεί αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και επιστημονικής έρευνας. Η πρόκληση για κάθε κοινωνία που έχει βιώσει τραύμα δεν είναι να θυμάται λιγότερο, αλλά να θυμάται με τρόπο που να συνδυάζει την πιστότητα στα ιστορικά γεγονότα, την αναγνώριση του πόνου των θυμάτων και την ετοιμότητα για αυτοκριτική. Αυτά τα στοιχεία δεν αναιρούν το ένα το άλλο: αντίθετα, μπορούν να ενισχύσουν μια πιο ώριμη και ανθεκτική συλλογική μνήμη», σημείωσε.

Η μνήμη και η επούλωση δεν είναι αντίθετες έννοιες

Δρ. Χάρης Ψάλτης, Καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Ο Καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Δρ. Χάρης Ψάλτης, μιλώντας στο ΚΥΠΕ, στηριζόμενος στα αποτελέσματα του ερευνητικού προγράμματος των τελευταίων 20 χρόνων στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου (https://cpsaltis-max.github.io/Bicommunal_Relations_Observatory/), είπε, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα, ότι δεν μεταδίδεται αυτομάτως ένα «τραύμα» σαν να ήταν κληρονομική ασθένεια, ούτε επηρεάζονται με τον ίδιο τρόπο όλοι οι απόγονοι ανθρώπων που έζησαν πόλεμο, εκτοπισμό ή απώλεια.

«Αυτό που μπορεί να μεταδοθεί είναι οι συνέπειες της τραυματικής εμπειρίας: ο φόβος, η ανασφάλεια, η δυσκολία εμπιστοσύνης, η υπερπροστατευτικότητα, η σιωπή, ο θυμός ή ένας συγκεκριμένος τρόπος αφήγησης της ιστορίας. Η μετάδοση γίνεται μέσα από τις οικογενειακές σχέσεις, τις ιστορίες που λέγονται ή αποσιωπούνται, τις επετειακές τελετές, το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης και τον ευρύτερο δημόσιο λόγο. Η διεθνής έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά γονέων με σοβαρά, ανεπεξέργαστα μετατραυματικά συμπτώματα μπορεί να εμφανίζουν αυξημένη ψυχική επιβάρυνση. Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν είναι ομοιόμορφα και δεν πρέπει να παρουσιάζονται μοιρολατρικά. Η ίδια οικογενειακή μνήμη μπορεί να μεταδώσει όχι μόνο φόβο, αλλά και ανθεκτικότητα, αλληλεγγύη και ηθική δέσμευση απέναντι στην ειρήνη», πρόσθεσε.

Ερωτηθείς πως επηρεάζονται παιδιά και εγγόνια προσφύγων, ο κ. Ψάλτης είπε ότι δεν επηρεάζονται όλοι με τον ίδιο τρόπο, σημειώνοντας ότι η ιδιότητα του παιδιού ή εγγονιού πρόσφυγα δεν αποτελεί από μόνη της ψυχολογική διάγνωση.

«Για ορισμένους, η προσφυγική καταγωγή αποτελεί κεντρικό στοιχείο ταυτότητας. Μπορεί να συνδέεται με ένα χωριό ή σπίτι που δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ, με οικογενειακές φωτογραφίες, κλειδιά, τίτλους ιδιοκτησίας και αφηγήσεις επιστροφής. Σε άλλους έχει περισσότερο συμβολική, νομική ή πολιτική σημασία, ενώ για κάποιους νεότερους αποτελεί πλέον ένα σχετικά μακρινό μέρος της οικογενειακής ιστορίας. Η επίδραση εξαρτάται από το οικογενειακό κλίμα. Όταν η μνήμη μεταφέρεται με ανοιχτό διάλογο, ιστορική ακρίβεια και χώρο για ερωτήσεις, μπορεί να ενισχύσει την ταυτότητα και την ενσυναίσθηση. Όταν μεταφέρεται ως αδιάκοπη απειλή, ως υποχρέωση εκδίκησης ή ως απαγόρευση αμφισβήτησης, μπορεί να αυξήσει το άγχος, την καχυποψία και την προκατάληψη», συμπλήρωσε.

Ανέφερε, επίσης, ότι παίζουν επίσης ρόλο οι σημερινές εμπειρίες των νέων: αν έχουν επαφή με Τουρκοκύπριους, αν επισκέπτονται την άλλη πλευρά, τι μαθαίνουν στο σχολείο και πώς ερμηνεύεται το παρελθόν στο δημόσιο λόγο.

«Η μνήμη δεν αντιγράφεται απλώς από τη μία γενιά στην άλλη, κάθε γενιά την ανακατασκευάζει σύμφωνα με τις δικές της συνθήκες», πρόσθεσε.

Σε ερώτηση πώς ισορροπεί μια κοινωνία ανάμεσα στη μνήμη και την επούλωση, ο κ. Ψάλτης είπε ότι η μνήμη και η επούλωση δεν είναι αντίθετες έννοιες.

«Μια κοινωνία δεν θεραπεύεται ξεχνώντας, αλλά ούτε θεραπεύεται επαναλαμβάνοντας τελετουργικά τον πόνο χωρίς να τον επεξεργάζεται. Η υγιής συλλογική μνήμη χρειάζεται πρώτα από όλα αλήθεια και αναγνώριση. Αναγνώριση των θυμάτων, των εκτοπισμένων, των αγνοουμένων, των γυναικών και ανδρών που υπέστησαν σεξουαλική βία, των ανθρώπων που έχασαν συγγενείς, σπίτια και κοινότητες. Χρειάζεται επίσης αναγνώριση της ευθύνης όπου αυτή υπάρχει, ακόμη και όταν αφορά εγκλήματα ή αποτυχίες της δικής μας κοινότητας», σημείωσε.

Η επούλωση, συνέχισε, «προϋποθέτει ότι η μνήμη δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά για να επιβεβαιώνει τη δική μας αθωότητα και την απόλυτη ενοχή του άλλου».

«Χρειάζεται μια ιστορική συνείδηση που κατανοεί τις διαφορετικές εμπειρίες χωρίς να εξισώνει μηχανικά όλα τα γεγονότα ή να συγκαλύπτει ασυμμετρίες ευθύνης. Μνήμη που οδηγεί σε δημοκρατική αυτοκριτική, προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αποτροπή νέας βίας συμβάλλει στην επούλωση. Μνήμη που χρησιμοποιείται για μόνιμη κινητοποίηση φόβου και μίσους αναπαράγει τη σύγκρουση», συμπλήρωσε.

Σε παρατήρηση αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη μνήμη και την προσκόλληση στο τραύμα, ο κ. Ψάλτης είπε ότι υπάρχει σαφής διαφορά.

«Η μνήμη είναι η προσπάθεια να γνωρίζουμε, να κατανοούμε και να αναγνωρίζουμε το παρελθόν. Η προσκόλληση στο τραύμα εμφανίζεται όταν η τραυματική εμπειρία μετατρέπεται στο μοναδικό ή κυρίαρχο πλαίσιο μέσα από το οποίο ερμηνεύουμε το παρόν και το μέλλον. Μια κοινωνία θυμάται δημιουργικά όταν μπορεί να πει: «Αυτό συνέβη, πρέπει να το γνωρίζουμε, να αποδώσουμε δικαιοσύνη και να διασφαλίσουμε ότι δεν θα επαναληφθεί». Εγκλωβίζεται όταν λέει: «Επειδή αυτό συνέβη, ο άλλος θα είναι για πάντα ο ίδιος, η συμφιλίωση είναι προδοσία και το μέλλον πρέπει να οργανωθεί αποκλειστικά γύρω από τον φόβο». Η προσκόλληση στο τραύμα συνδέεται συχνά με μια μόνιμη ταυτότητα θύματος», πρόσθεσε.

Είπε, παράλληλα, ότι η πραγματική θυματοποίηση πρέπει ασφαλώς να αναγνωρίζεται.

«Το πρόβλημα αρχίζει όταν η θέση του θύματος απαλλάσσει μια κοινωνία από κάθε αυτοκριτική ή όταν χρησιμοποιείται για να νομιμοποιεί την εχθρότητα απέναντι σε ολόκληρη την άλλη κοινότητα. Στόχος δεν είναι να εγκαταλείψουμε τη μνήμη, αλλά να μετατρέψουμε τον πόνο σε γνώση, ηθική ευθύνη και πολιτική πρόληψη. O ρόλος της διδασκαλίας της Ιστορίας είναι εδώ κεντρικός. Έχουμε πολλά να μάθουμε από τον τρόπο που η Γερμανία και η Ιταλία αντιμετώπισαν με παρρησία το δύσκολο παρελθόν τους», σημείωσε.

Απαντώντας σε ερώτηση αν έχει ξεπεραστεί ψυχολογικά η «προσωρινότητα» της βαλίτσας ή έχει αφήσει μόνιμο αποτύπωμα, ο κ. Ψάλτης είπε ότι η ερώτηση είναι σημαντική, αλλά δεν μπορούμε να μιλήσουμε για έναν ενιαίο «ψυχισμό των Κυπρίων».

«Δεν διαθέτουμε επαρκή στοιχεία για να πούμε ότι όλοι οι Κύπριοι σχεδιάζουν το μέλλον τους με τον ίδιο τρόπο εξαιτίας της προσφυγικής εμπειρίας. Για την πρώτη γενιά των εκτοπισμένων, η προσωρινότητα ήταν κυριολεκτική. Πολλοί πίστευαν ότι η επιστροφή θα γινόταν σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες. Οι προσωρινοί καταυλισμοί και οι συνοικισμοί μετατράπηκαν όμως σε μόνιμους τόπους ζωής. Αυτή η εμπειρία μπορούσε να δημιουργήσει μια δύσκολη διπλή σχέση: επένδυση στη νέα ζωή, αλλά ταυτόχρονα φόβο ότι η πλήρης αποδοχή της θα ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της επιστροφής», συμπλήρωσε.

Ανέφερε, επίσης, ότι στις επόμενες γενιές η κυριολεκτική προσωρινότητα έχει σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει.

«Ωστόσο, παραμένει μια συμβολική εκκρεμότητα: περιουσίες, τίτλοι ιδιοκτησίας, οικογενειακοί τόποι, πολιτικές διεκδικήσεις και μια σύγκρουση που δεν έχει επιλυθεί. Το μόνιμο αποτύπωμα πιθανόν δεν βρίσκεται σε μια πραγματική «έτοιμη βαλίτσα», αλλά στην εμπειρία ότι η ασφάλεια, η κατοικία και η κοινωνική τάξη μπορούν να ανατραπούν απότομα. Παράλληλα, η μεταπολεμική ανασυγκρότηση δείχνει και μεγάλη κοινωνική ανθεκτικότητα, προσαρμοστικότητα και ικανότητα δημιουργίας νέων δικτύων ζωής», πρόσθεσε.

Ερωτηθείς πώς επηρεάζει την κοινωνία το παρατεταμένο μαρτύριο της αβεβαιότητας για τους αγνοουμένους, ο κ. Ψάλτης είπε ότι εδώ χρειάζεται μια διόρθωση: στην ψυχολογία δεν θεωρούμε πλέον ότι το υγιές πένθος απαιτεί οπωσδήποτε ένα οριστικό «κλείσιμο του κύκλου».

Ιδίως στις περιπτώσεις αγνοουμένων, ο όρος της αμφίσημης απώλειας περιγράφει ακριβώς την κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ψυχικά παρών και φυσικά απών. Η οικογένεια δεν γνωρίζει αν πρέπει να ελπίζει ή να πενθεί. Μπορεί να αισθάνεται ενοχή όταν προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή της, σαν να εγκαταλείπει τον αγνοούμενο. Η αβεβαιότητα μπορεί επίσης να προκαλεί αίσθημα αδυναμίας, θυμό προς τους θεσμούς και διαρκή αναζήτηση πληροφοριών, σημείωσε.

Όπως είπε, το ζήτημα αφορά και τις δύο κοινότητες.

«Ο επίσημος κατάλογος της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων περιλαμβάνει 1.510 Ελληνοκύπριους και 492 Τουρκοκύπριους από τα γεγονότα του 1963–1964 και του 1974. Παρά τη σημαντική πρόοδο των ταυτοποιήσεων, εκατοντάδες περιπτώσεις παραμένουν ανεπίλυτες. Σε κοινωνικό επίπεδο, η παρατεταμένη αβεβαιότητα διατηρεί ανοικτό το αίσθημα αδικίας και υπονομεύει την εμπιστοσύνη. Η ανταπόκριση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ταυτοποίηση λειψάνων. Χρειάζεται συνεχής ψυχοκοινωνική υποστήριξη, πρόσβαση στις πληροφορίες, σεβασμός στο δικαίωμα των οικογενειών να γνωρίζουν και αποφυγή της κομματικής ή εθνικιστικής εκμετάλλευσης του πόνου», συμπλήρωσε.

Απαντώντας σε ερώτηση πώς μετατρέπουμε τη μνήμη του 1974 από καθηλωτικό θυμό ή θυματοποίηση σε ιστορική συνείδηση και ανθεκτικότητα, ο κ. Ψάλτης είπε ότι πρώτον, με ιστορική γνώση και όχι μόνο με επετειακά συνθήματα.

Σημείωσε ότι οι νέοι χρειάζεται να μελετούν πηγές, μαρτυρίες και διαφορετικές οπτικές (βλ. πολυπρισμάτικότητα στην Ιστορία), να κατανοούν το πραξικόπημα, την εισβολή, τον εκτοπισμό, τους αγνοουμένους, τη διακοινοτική βία και τις εμπειρίες και των δύο κοινοτήτων.

Δεύτερον, είπε, με σαφή διάκριση ανάμεσα στην αναγνώριση του πόνου και στην καλλιέργεια συλλογικού μίσους.

«Η αναγνώριση της θυματοποίησης είναι απαραίτητη. Δεν είναι όμως αναγκαίο να κληρονομούν τα παιδιά την εχθρότητα της προηγούμενης γενιάς», πρόσθεσε.

Τρίτον, είπε, με χώρους στους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να αφηγούνται όσα έζησαν χωρίς να υποχρεώνονται ούτε να σωπάσουν ούτε να ενταχθούν σε μία προκαθορισμένη εθνική αφήγηση.

«Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για εμπειρίες που αποσιωπήθηκαν, όπως η σεξουαλική βία, τα μετατραυματικά συμπτώματα των στρατιωτών και η εμπειρία των οικογενειών των αγνοουμένων», συμπλήρωσε.

Τέταρτον, ανέφερε, με επαφή και διάλογο ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

«Η ιστορική συνείδηση δεν οικοδομείται μόνο με γνώση του δικού μας πόνου, αλλά και με την ικανότητα να αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη εμπειρία του άλλου χωρίς να ακυρώνουμε τη δική μας. Ανθεκτικότητα δεν σημαίνει να ξεχάσουμε ή να «ξεπεράσουμε» το 1974. Σημαίνει να μπορούμε να θυμόμαστε χωρίς να παραλύουμε, να διεκδικούμε δικαιοσύνη χωρίς να κληροδοτούμε μίσος και να χρησιμοποιούμε τη γνώση του παρελθόντος για να δημιουργούμε ένα ασφαλέστερο κοινό μέλλον», κατέληξε.

Η μνήμη της τραγωδίας συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς για την κυπριακή κοινωνία

Ως κατακλείδι, καθώς η γενιά που έζησε τα γεγονότα του 1974 αποχωρεί σταδιακά από το προσκήνιο, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτή μεταδίδεται στις επόμενες γενιές. Ανάμεσα στην ιστορική γνώση, τη βιωμένη εμπειρία και τη συλλογική ταυτότητα, η μνήμη της τραγωδίας συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς για την κυπριακή κοινωνία, υπενθυμίζοντας ότι η κατανόηση του παρελθόντος παραμένει αναγκαία προϋπόθεση για τον διάλογο, την ιστορική συνείδηση και τη διαμόρφωση του μέλλοντος.

Μύρια Βασιλείου, Πρόεδρος ΠΟΕΔ

Η εκπαιδευτικός και Πρόεδρος της ΠΟΕΔ, Μύρια Βασιλείου, ανέφερε ότι η συλλογική μνήμη της τραγωδίας του 1974 παραμένει ζωντανή, όχι μόνο γιατί αποτελεί ένα καθοριστικό ιστορικό γεγονός για τον τόπο μας, αλλά και γιατί οι συνέπειές της εξακολουθούν να είναι παρούσες στην κυπριακή κοινωνία.

«Πενήντα δύο χρόνια μετά, η μνήμη δεν αποτελεί μόνο μια τυπική αναφορά στο παρελθόν. Είναι στοιχείο της ιστορικής μας συνείδησης, της ταυτότητάς μας και της ευθύνης μας απέναντι στις νεότερες γενιές», πρόσθεσε.

Επισημαίνει, ερωτηθείσα σχετικά, ότι για τον εκπαιδευτικό κόσμο, η τραγωδία του 1974 δεν αποτελεί απλώς μια μαύρη σελίδα της ιστορίας, αλλά είναι μέρος της δικής του ιστορικής διαδρομής.

«Το προδομένο καλοκαίρι του 1974, οι εκπαιδευτικοί της Κύπρου υπερασπίστηκαν με αυταπάρνηση την πατρίδα, πληρώνοντας βαρύ τίμημα. Με βαθύ σεβασμό μνημονεύουμε τους ήρωες δασκάλους Πανίκο Πουργουρίδη, Νίκο Νικολάου, Παναγιώτη Λάμπρου, Γεώργιο Γεωργίου, Ανδρέα Κυπριανού και Παντελή Νικηφόρο, καθώς και τους αγνοούμενους Παντελή Κωνσταντίνου και Κακουλλή Μουστακά. Η θυσία και η προσφορά τους αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής μνήμης της εκπαίδευσης και της πατρίδας μας», σημειώνει.

Υπενθυμίζει, παράλληλα, ότι οι συνέπειες της τουρκικής εισβολής υπήρξαν καταστροφικές και για την εκπαίδευση.

Όπως αναφέρει, δεκάδες σχολεία κατελήφθησαν ή καταστράφηκαν, χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες και εκατοντάδες εκπαιδευτικοί βίωσαν τον ξεριζωμό, αιχμαλωτίστηκαν ή εγκλωβίστηκαν στις κατεχόμενες περιοχές.

«Μέσα σε αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες, η ΠΟΕΔ στάθηκε δίπλα σε εκπαιδευτικούς, παιδιά και στις οικογένειές τους, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαχείριση των προβλημάτων τους αλλά και στη διατήρηση της λειτουργίας του Δημόσιου Σχολείου. Ίσως, όμως, η μεγαλύτερη προσφορά των εκπαιδευτικών εκείνης της περιόδου να ήταν ότι, παρά τον προσωπικό τους πόνο και τον ξεριζωμό, δεν λύγισαν. Στα αντίσκηνα, στους προσφυγικούς καταυλισμούς και στους συνοικισμούς κράτησαν όρθιο το Δημόσιο Σχολείο, προσφέροντας όχι μόνο γνώση, αλλά ελπίδα, ασφάλεια και προοπτική στα χιλιάδες προσφυγόπουλα», συμπληρώνει.

Η κ. Βασιλείου αναφέρθηκε, επίσης, και στους εκπαιδευτικούς που άσκησαν και ασκούν το λειτούργημα τους με αυταπάρνηση, θάρρος και βαρύ αίσθημα ευθύνης στα κατεχόμενα σχολεία όπου φοιτούσαν και συνεχίζουν να φοιτούν εγκλωβισμένα παιδιά, διατηρώντας ζωντανή τη φλόγα της ελληνικής παιδείας.

«Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί σε όλη την Κύπρο ανέλαβαν έναν ακόμη σημαντικό ρόλο: να διατηρήσουν άσβεστη τη μνήμη της κατεχόμενης γης μας, μέσα από το διαχρονικό μήνυμα «Δεν Ξεχνώ», το οποίο η ΠΟΕΔ στήριξε διαχρονικά μέσα από δράσεις, εκδηλώσεις, ψηφίσματα και πρωτοβουλίες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης», πρόσθεσε.

Σήμερα, είπε η κ. Βασιλείου, το σχολείο εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερα καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση αυτής της συλλογικής μνήμης.

Όπως ανέφερε, η διδασκαλία της τραγωδίας του 1974 δεν περιορίζεται σε επετειακές εκδηλώσεις ή σε μια απλή παράθεση ιστορικών γεγονότων.

Στο πλαίσιο αυτό, συνέχισε, οι εκπαιδευτικοί της Κύπρου καλλιεργούν στους μαθητές και στις μαθήτριες ιστορική γνώση, κριτική σκέψη και σεβασμό στην ιστορική αλήθεια, αξιοποιώντας ιστορικές πηγές, προσωπικές μαρτυρίες και σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις.

Είπε, ταυτόχρονα, ότι καλλιεργούνται οι αξίες της Δημοκρατίας, της Ειρήνης, της Ελευθερίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τον σεβασμό στον άνθρωπο.

Ενδεικτικά, ανέφερε, ότι στα σχολεία, συνηθίζεται να πραγματοποιείται εβδομάδα αφιερωμένη στον στόχο του «Γνωρίζω, δεν ξεχνώ, διεκδικώ», ενώ δράσεις σε σχέση με τον στόχο αυτό πραγματοποιούνται διαθεματικά και καθόλη τη διάρκεια της χρονιάς.

«Καθεχρονικά τα σχολεία προχωρούν με μια σειρά από βιωματικές δράσεις όπως για παράδειγμα επισκέψεις σε χώρους μνήμης που σχετίζονται με την κυπριακή τραγωδία, γνωριμία με συγγραφείς, καλλιτέχνες, αθλητές κ.ά. με καταγωγή από τις κατεχόμενες περιοχές, γνωριμία με συγγραφικό έργο που έχει ως θέμα την προσφυγιά και τα κατεχόμενα μέρη μας, μελέτη-έρευνα για τα μνημεία και τον πολιτισμό της κατεχόμενης γης μας, συλλογές με φωτογραφίες, δημιουργία μουσείου με σχετικά αντικείμενα, συμμετοχή σε θεατρικές παραστάσεις και προβολές σε σχέση με το θέμα αυτό και πολλά άλλα», σημείωσε.

Χρειάζονται οι δράσεις αλλιώς βρισκόμαστε σε μεγάλο κίνδυνο να «ατονήσει» η μνήμη και να ξεχαστούν οι τόποι μας

Πηγή: ΚΥΠΕ