
Δεκαέξι χρόνια μετά την εμπρηστική επίθεση στην τράπεζα Marfin επί της οδού Σταδίου, οι δύο συλλήψεις επαναφέρουν στο προσκήνιο μια από τις πιο τραγικές και ανεξιχνίαστες υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Για τις οικογένειες της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, του Επαμεινώνδα Τσακάλη και της Παρασκευής Ζούλια, και για τους διασωθέντες, ο χρόνος φυσικά δεν στάθηκε αρκετός για να απαλύνει την απώλεια, ούτε να κλείσει τον κύκλο της αναζήτησης Δικαιοσύνης. Αντίθετα, κάθε νέα εξέλιξη αναζωπυρώνει, έστω και λίγο, την ελπίδα ότι, ακόμη και μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, η μνήμη των ανθρώπων που χάθηκαν τόσο άδικα, θα δικαιωθεί και οι υπεύθυνοι θα λογοδοτήσουν.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα νέας έρευνας που πραγματοποιούνταν εδώ και περίπου έναν χρόνο από τις αρμόδιες Αρχές, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, ενώ αναζητείται ακόμη μία 46χρονη γυναίκα που κατοικεί στην Αγγλία.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναζητήθηκε ψηφιακό υλικό από ξένους δημοσιογράφους που είχαν καλύψει τα επεισόδια της 5ης Μαΐου 2010 στο κέντρο της Αθήνας, κατά την διάρκεια διαδήλωσης, ενώ παράλληλα, μία ανώνυμη καταγγελία σε ηλεκτρονική μορφή με παραλήπτη το ελληνικό FBI ήταν η αφορμή, για να προχωρήσουν οι αρχές στην ανάσυρση της δικογραφίας για την υπόθεση της Marfin.
«Το πρώτο πράγμα που ένιωσα, ήταν ταραχή»
«Όποιος δεν το έχει ζήσει αυτό, δεν μπορεί να αντιληφθεί το πόσο έχουμε καταρρακωθεί εμείς. Έχουμε αρρωστήσει και δεν θα επανέλθουμε ποτέ». Αυτά είναι τα πρώτα λόγια της Μαρίας Καραγιάννη στο tanea.gr λίγη ώρα μετά τις συλλήψεις. Η ίδια απεικονίζεται σε φωτογραφία από το 2010 να βρίσκεται στο μπαλκόνι του υποκαταστήματος της τράπεζας και να ζητά βοήθεια ενώ καπνοί έβγαιναν μέσα από το κτίριο.
Η κα Καραγιάννη τόνισε πως της είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστεί την είδηση των δύο συλλήψεων, από την στιγμή που την πληροφορήθηκε. «Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν ταραχή. Αντιμετωπίζω με επιφυλακτικότητα την είδηση, καθώς μου έχουν δοθεί αφορμές από το παρελθόν. Ο φάκελος άνοιξε άλλες 2-3 φορές. Δικαίως αισθάνομαι και θυμό, γιατί τόσα χρόνια δεν έχουν αποκαλυφθεί οι δράστες».
Όπως λέει, με τόσες κάμερες στο κέντρο της Αθήνας, της φαίνεται αδιανόητο να μην έχει εξιχνιαστεί ήδη η τραγική υπόθεση. «Πιστεύω ότι τους ξέρανε, τους ξέρουν, και δεν γνωρίζω γιατί δεν τους αποκαλύπτουν. Επιπλέον, μου προκαλεί οργή το ενδεχόμενο, να χρησιμοποιηθεί η τραγωδία για πολιτικούς λόγους. Δεν θα ήθελα να γίνει για ακόμη μία φορά, γιατί έχουν εκμεταλλευθεί πολιτικά τις ψυχές μας και τον πόνο των συγγενών που είναι σε άθλια κατάσταση».
«Μακάρι να είναι οι πραγματικοί δράστες»
Επισημαίνει πως, σε περίπτωση που όντως οι Αρχές έχουν προχωρήσει στη σύλληψη των δραστών της εμπρηστικής επίθεσης, ζητεί να «υπάρξει μία ηθική αποκατάσταση. Δηλαδή, να δικαστούν και να φυλακιστούν. Γιατί, χωρίς να τους φταίμε, αυτά τα ανθρωποφάγα πλάσματα θέλανε να μας σκοτώσουν όλους. Είχαν πλήρη επίγνωση ότι βρισκόμασταν μέσα, οι συνάδελφοι τους εκλιπαρούσαν να μην ρίξουν φωτιά στο εύφλεκτο υγρό. Αυτό είναι το αδιανόητο στην περίπτωσή μας, ότι ένας άνθρωπος, ήθελε να προκαλέσει τόσο μεγάλο κακό, σε άλλον άνθρωπο».
Η ελπίδα της, 16 χρόνια αργότερα, όπως λέει, δεν έχει σβήσει. «Έχω όμως αυτό το αναπάντητο γιατί. Γιατί δεν έχουμε απάντηση εδώ και τόσα χρόνια. Από κάπου ξεκίνησαν οι δράστες, κάποια στιγμή μπήκαν ανάμεσα στο σώμα των διαδηλωτών. Δεν είναι δυνατόν να μην τους κατέγραψε κανένα οπτικό μέσο. Τα πρώτα χρόνια, όλοι είχαμε την επιθυμία να επιτεθούμε βιαίως στους δράστες. Τώρα πια όχι. Σε περίπτωση που είναι αυτοί, τι να τους ρωτήσω; Τι ρωτάς σε έναν δολοφόνο; Με αυτή την απορία θα φύγουμε από την ζωή».
Το ζήτημα για την ίδια, είναι να αποδίδεται Δικαιοσύνη, «για να υφίσταται κανείς, έστω και λίγο, το κακό που έχει προκαλέσει. Θέλω να δω αυτούς τους ανθρώπους να δικάζονται και να φυλακίζονται. Γιατί να ζουν ελεύθεροι; Έχουμε τρεις νεκρούς, ενώ εμείς καταστραφήκαμε τόσο ψυχικά, όσο και σωματικά. Επιθυμώ ηθικά, να τακτοποιηθεί το ζήτημα. Υποτίθεται πως ζούμε σε μία ευνομούμενη κοινωνία. Εγώ θέλω την τιμωρία τους. Να υποστούν ό,τι προβλέπει ο νόμος. Μακάρι να είναι οι πραγματικοί δράστες».
Η εμπρηστική επίθεση
Στις 5 Μαΐου του 2010, στην Αθήνα εξελισσόταν μία από τις μαζικότερες διαδηλώσεις των τελευταίων δεκαετιών. Η χώρα είχε παραλύσει από τις απεργιακές κινητοποιήσεις ενάντια στην ψήφιση του 1ου μνημονίου στη Βουλή. Τα επεισόδια στους δρόμους ήταν εκτεταμένα και η ένταση οξυμένη. Η ημέρα εκείνη, έχει σημαδευτεί για πάντα από την εμπρηστική επίθεση, με μολότοφ, στο υποκατάστημα της Marfin Bank, στην οδό Σταδίου 23, που οδήγησε στον ασφυκτικό θάνατο τριών ανθρώπων.
Σε ανύποπτο χρόνο, οι άγνωστοι δράστες έριξαν μολότοφ και μπουκάλι με εύφλεκτο υγρό στο υποκατάστημα, όπου βρίσκονταν περίπου 25-30 εργαζόμενοι. Όσοι εγκλωβίστηκαν στο υποκατάστημα, φώναζαν για βοήθεια. Η τράπεζα μέσα σε λίγα λεπτά τυλίχθηκε στις φλόγες ενώ οι αναθυμιάσεις και οι καπνοί ανάγκασαν τους τέσσερις εργαζόμενους της τράπεζας να βγουν στα μικρά μπαλκόνια, χωρίς όμως να μπορούν να διαφύγουν από το κλειδωμένο κτίριο.
Ακολούθησαν στιγμές πανικού. Τα οχήματα της πυροσβεστικής δεν κατάφεραν να προσεγγίσουν αμέσως το σημείο καθώς οι κουκουλοφόροι εμπόδιζαν την πρόσβασή τους, ενώ πολλοί από τους υπόλοιπους διαδηλωτές φώναζαν στα θύματα: «Να καείτε!».
Η φωτιά μετά από λίγη ώρα έσβησε, αλλά ήταν ήδη αργά για τους τρεις εργαζόμενους, που ανασύρθηκαν νεκροί από ασφυξία. Πρόκειται για την 35χρονη Παρασκευή Ζούλια, τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσακάλη και την 32χρονη έγκυο στο πρώτο της παιδί, Αγγελική Παπαθανασοπούλου.
Η 35χρονη Παρασκευή εντοπίστηκε από την Πυροσβεστική στον δεύτερο όροφο του κτιρίου, η 32χρονη Αγγελική, η οποία ήταν έγκυος βρέθηκε κοντά στην μπαλκονόπορτα και ο 36χρονος Επαμεινώνδας εντοπίστηκε στις σκάλες μεταξύ του πρώτου και δεύτερου ορόφου.
Το 2013 στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για ανεπαρκή μέτρα πυρασφάλειας, ενώ η υπόθεση συνέχισε να απασχολεί τη Δικαιοσύνη.
Τον Δεκέμβριο του 2024, η υπόθεση επανήλθε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, έπειτα από αναίρεση του Αρείου Πάγου, ο οποίος διαπίστωσε νομικές ασάφειες στην προηγούμενη απόφαση και διέταξε να εξεταστούν εκ νέου οι ευθύνες της τράπεζας και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας.
Η τραγωδία της Μαρφίν παραμένει έως σήμερα μία από τις πιο βαριές και αμφιλεγόμενες υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με βαθύ κοινωνικό και δικαστικό αποτύπωμα.