Η Ουάσινγκτον κατανόησε λίγο μετά την έναρξη του πολέμου πως η κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος δεν ήταν εφικτή και ζήτησε από το Ισραήλ να σταματήσει τις δολοφονίες αξιωματούχων της Τεχεράνης, με τους οποίους θα μπορούσε να συζητήσει
Μπορεί ο πόλεμος κατά του Ιράν να ξεκίνησε σαν κοινή επιχείρηση των ΗΠΑ με το Ισραήλ στο τέλος Φεβρουαρίου, ωστόσο, μέσα στις εβδομάδες που ακολούθησαν, αναδείχτηκαν σαφείς διαφωνίες μεταξύ Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ σχετικά με τους στόχους που είχαν θέσει και τη δυνατότητα υλοποίησής τους.
Το Ισραήλ επιδίωκε την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος και, βάσει των πληροφοριών που είχε από τις μυστικές του υπηρεσίες, μπορούσε να τον καταφέρει. Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, αντιλήφθηκε από νωρίς ότι αυτός ο στόχος δεν επρόκειτο να επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης και, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που μίλησαν στη Washington Post, επικεντρώθηκε στα πλήγματα κατά των στρατιωτικών δυνατοτήτων και του στόλου του πολεμικού ναυτικού του Ιράν.
Στη συνέχεια, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, η Ουάσινγκτον στράφηκε προς τη διπλωματική οδό, επιδιώκοντας διαπραγματεύσεις και προειδοποιώντας το Ισραήλ να μην προχωρήσει σε δολοφονίες «πραγματιστών» πολιτικών ηγετών που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο σε μελλοντικές συνομιλίες.
«Διαφορετικοί στόχοι στον πόλεμο»
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών και σύμβουλος κυβερνήσεων τόσο των Ρεπουμπλικάνων όσο και των Δημοκρατικών, ανέφερε στην Post: «Αυτό αποκαλύπτει την απόκλιση στους πολεμικούς στόχους μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ και αντανακλά την αποφασιστικότητα του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου να υπονομεύσει οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις μέσω των οποίων οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να πετύχουν αποτελέσματα».
Από την πλευρά τους, ενημερωμένοι αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι οι διαφωνίες μεταξύ των Αμερικανών και Ισραηλινών συμμάχων εντάθηκαν μετά τη δολοφονία από το Ισραήλ του κορυφαίου αξιωματούχου εθνικής ασφάλειας του Ιράν, Αλί Λαριτζανί, στα μέσα Μαρτίου.
Αυτό ήταν το σημείο καμπής
Δυτικός αξιωματούχος δήλωσε χαρακτηριστικά: «Το σημείο καμπής δεν ήταν η δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, αλλά η δολοφονία του Λαριτζανί. Η Ουάσινγκτον αναζητούσε έναν Ιρανό αξιωματούχο με τον οποίο θα μπορούσε να συνεργαστεί και ξαφνικά εκείνος δεν υπήρχε πια».
Τον Μάρτιο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ άφησε δημόσια να εννοηθεί ότι η εκστρατεία στοχευμένων δολοφονιών του Ισραήλ είχε περιπλέξει τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν. «Ξέρετε, είναι λίγο δύσκολο… Έχουν εξουδετερώσει σχεδόν τους πάντες… Δεν θέλω να τους σκοτώσω», είχε δηλώσει τότε σε δημοσιογράφους.
Το Ιράν ανακοίνωσε επίσημα στις 17 Μαρτίου τον θάνατο του 67χρονου Λαριτζανί, μαζί με τον γιο του Μορτεζά, έναν συνεργάτη του και αρκετούς ακόμη συνοδούς του, σε ισραηλινή αεροπορική επιδρομή.
Σύμφωνα με την Τεχεράνη, η δολοφονία πραγματοποιήθηκε με πλήγμα στο σπίτι της κόρης του στην περιοχή Παρντίς, βορειοανατολικά της Τεχεράνης, τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Μαρτίου, με τη χρήση πολεμικών αεροσκαφών που αποδόθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Η ανακοίνωση ήρθε μία ημέρα αφότου ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ίσραελ Κατζ, είχε δηλώσει ότι ο Λαριτζανί σκοτώθηκε σε ισραηλινή επίθεση, λίγες ημέρες μετά τη δημόσια εμφάνισή του σε δρόμο της Τεχεράνης για τη συμμετοχή του σε πορεία για την «Ημέρα της Ιερουσαλήμ» (Quds Day).
Πηγή: protothema.gr
Το άρθρο Washington Post: Σημείο καμπής στις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ η δολοφονία του Αλί Λαριτζανί εμφανίστηκε πρώτα στο Cyprus Times.