
Ο κόσμος του ποδοσφαίρου τούς έχρισε από πολύ νωρίς διαδόχους των μεγαλύτερων θρύλων, όμως η ιστορία δεν γράφεται μόνο με ταλέντο.
Ο Αντριάνο, ο Αλεσάντρ Πάτο και ο Μπόγιαν Κρκιτς είναι τρεις από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ποδοσφαιριστών που έμοιαζαν προορισμένοι για την κορυφή, αλλά έμειναν για πάντα να στοιχειώνουν το άβολο ερώτημα: «τι θα γινόταν αν;».
Τραυματισμοί, πίεση, λάθος επιλογές, προσωπικές δυσκολίες ή απλά η σκληρή πραγματικότητα του αθλητισμού στάθηκαν εμπόδιο σε καριέρες που είχαν όλα τα στοιχεία για να γίνουν μυθικές.
Αντριάνο: Ο Αυτοκράτορας που έχασε τη μάχη με τους δαίμονές του
Υπήρξε μια στιγμή που ο Αντριάνο έμοιαζε προορισμένος να κατακτήσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ένας επιθετικός με σπάνιο συνδυασμό δύναμης, τεχνικής και εκρηκτικότητας, ένα αριστερό πόδι που έμοιαζε να κρύβει κεραυνούς και μια παρουσία που έκανε κάθε άμυνα να νιώθει φόβο. Στις αρχές των 00s, ο «Αυτοκράτορας» της Ίντερ θεωρούνταν ο άνθρωπος που θα διαδεχόταν τον Ρονάλντο στην κορυφή της Βραζιλίας.
Στην Πάρμα και στη συνέχεια στην Ίντερ, ο Αντριάνο άγγιξε το επίπεδο των κορυφαίων. Με τη φανέλα των «νερατζούρι» αγωνίστηκε σε 177 παιχνίδια, σημείωσε 74 γκολ και κατέκτησε τίτλους, ενώ με τη Βραζιλία πανηγύρισε το Κόπα Αμέρικα του 2004, σκοράροντας στον τελικό απέναντι στην Αργεντινή. Όλα έδειχναν πως μπροστά του απλωνόταν μια καριέρα γεμάτη θρύλους.

Όμως η ζωή του άλλαξε σε μια στιγμή. Το 2004, ο θάνατος του πατέρα του, Αλμίρ, αποτέλεσε το σημείο καμπής. Ο ίδιος είχε μιλήσει αργότερα για το πόσο βαθιά τον επηρέασε εκείνη η απώλεια. Ο άνθρωπος που μέχρι τότε έβρισκε καταφύγιο στο ποδόσφαιρο άρχισε να χάνει τη χαρά του για το παιχνίδι και να βυθίζεται σε μια εσωτερική μάχη που κανείς έξω από τον ίδιο δεν μπορούσε να καταλάβει.
Η αλλαγή φάνηκε γρήγορα. Ο Αντριάνο άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα με το βάρος του, ενώ η σχέση του με το αλκοόλ επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Από το σώμα-μηχανή που τρόμαζε τους αμυντικούς, έφτασε να εμφανίζεται στο γήπεδο εμφανώς εκτός φυσικής κατάστασης. Η εικόνα του ανθρώπου που κάποτε έμοιαζε ασταμάτητος άρχισε να σβήνει.
Η Ίντερ προσπάθησε να τον στηρίξει, όμως ο Αντριάνο δεν κατάφερε ποτέ να επιστρέψει πραγματικά σε εκείνο το επίπεδο. Ακολούθησαν η αποχώρηση από την Ιταλία, επιστροφές στη Βραζιλία και προσπάθειες για μια νέα αρχή, αλλά ο παλιός «Αυτοκράτορας» εμφανίστηκε μόνο σε στιγμές.
Αλεσάντρε Πάτο: Το παιδί που προοριζόταν να γίνει ο επόμενος μεγάλος Βραζιλιάνος σταρ
Στα τέλη της δεκαετίας του 2000, το παγκόσμιο ποδόσφαιρο περίμενε με ανυπομονησία τον επόμενο μεγάλο επιθετικό της Βραζιλίας. Μετά τον Ρονάλντο, τον Ρομάριο, και έστω για λίγο, τον Αντριάνο, όλοι έψαχναν το νέο φαινόμενο που θα συνέχιζε την παράδοση της «σελεσάο». Και για μια στιγμή, όλοι πίστεψαν πως το είχαν βρει στο πρόσωπο του Αλεσάντρε Πάτο.
Ένα παιδί μόλις 17 ετών που έφτασε στην Ευρώπη με την ταμπέλα του θαύματος. Η ταχύτητα, η εκρηκτική του κίνηση, η τεχνική του κατάρτιση και η ψυχραιμία του μπροστά στην εστία δημιουργούσαν την αίσθηση πως η Μίλαν είχε αποκτήσει έναν ποδοσφαιριστή που θα κυριαρχούσε για την επόμενη δεκαετία.
Ο Πάτο έκανε το μεγάλο βήμα από την Ιντερνασιονάλ στο Μιλάνο το 2007 και το ντεμπούτο του με τους «ροσονέρι» τον Ιανουάριο του 2008 ήταν σαν σκηνή από ταινία. Σκόραρε απέναντι στη Νάπολι και από εκείνη τη στιγμή άρχισε η τρέλα γύρω από το όνομά του. Στην πρώτη του πλήρη σεζόν σημείωσε 18 γκολ και αναδείχθηκε καλύτερος νεαρός παίκτης της Serie A.
Με τη φανέλα της Μίλαν έζησε τις καλύτερες στιγμές της καριέρας του. Σε συνολικά 150 συμμετοχές πέτυχε 63 γκολ και έδωσε 18 ασίστ, ενώ πανηγύρισε το πρωτάθλημα Ιταλίας τη σεζόν 2010-11 και το Σούπερ Καπ Ιταλίας. Ήταν ο παίκτης που μπορούσε με μια κίνηση να αφήσει πίσω του έναν αμυντικό, με μια επιτάχυνση να αλλάξει τη ροή ενός αγώνα και με ένα τελείωμα να θυμίσει γιατί όλοι μιλούσαν για έναν μελλοντικό ηγέτη της Βραζιλίας.
Όμως η καριέρα του Πάτο άρχισε να αλλάζει πριν προλάβει να φτάσει στην κορυφή. Ο μεγαλύτερος αντίπαλός του δεν ήταν κάποιος αμυντικός, αλλά το ίδιο του το σώμα. Οι συνεχόμενοι τραυματισμοί, κυρίως μυϊκοί, άρχισαν να του στερούν ρυθμό, αυτοπεποίθηση και τη δυνατότητα να χτίσει συνέχεια. Από το παιδί που έμοιαζε ασταμάτητο, έγινε ένας ποδοσφαιριστής που συχνά προσπαθούσε πρώτα να μείνει υγιής και μετά να αποδείξει το ταλέντο του.
Η αποχώρησή του από τη Μίλαν το 2013 ήταν ουσιαστικά το τέλος της μεγάλης ευρωπαϊκής του πορείας. Επέστρεψε στη Βραζιλία, βρήκε ξανά κάποιες καλές στιγμές με Κορίνθιανς και Σάο Πάουλο και έτσι ήρθε η ευκαιρία για μια νέα επιστροφή στην Ευρώπη. Το 2016 η Τσέλσι τον απέκτησε ως δανεικό, όμως η παρουσία του στο Λονδίνο εξελίχθηκε σε μεγάλη απογοήτευση. Αγωνίστηκε μόλις σε δύο παιχνίδια στην Premier League και πέτυχε ένα γκολ, χωρίς ποτέ να πείσει ότι μπορούσε να επιστρέψει στο επίπεδο του παρελθόντος.
Το μεγάλο ερώτημα για τον Πάτο θα μείνει για πάντα αναπάντητο. Τι θα γινόταν αν οι τραυματισμοί δεν είχαν εμφανιστεί τόσο νωρίς; Αν το σώμα του είχε αντέξει την πίεση μιας καριέρας που ξεκίνησε με τόσο μεγάλες προσδοκίες;
Μπόγιαν Κρκιτς: Το παιδί που κουβάλησε το βάρος του να είναι «ο νέος Μέσι»
Στη ζωή ενός ποδοσφαιριστή υπάρχουν συγκρίσεις που μοιάζουν με ευλογία και άλλες που μπορούν να γίνουν βάρος. Για τον Μπόγιαν Κρκιτς, το να μεγαλώνει στη Λα Μασία την ίδια εποχή με τον Λιονέλ Μέσι ήταν ταυτόχρονα ένα όνειρο και μια σκιά που τον ακολούθησε σε ολόκληρη την καριέρα του. Γιατί πριν ακόμη προλάβει να γράψει τη δική του ιστορία, πολλοί είχαν ήδη αποφασίσει πως μπροστά τους βρισκόταν ο επόμενος μεγάλος μάγος της Μπαρτσελόνα.
Ο Μπόγιαν δεν ήταν ένας τυχαίος ποδοσφαιριστής. Στις ακαδημίες της Μπαρτσελόνα θεωρούνταν ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που είχαν περάσει ποτέ από τη Λα Μασία. Στα τμήματα υποδομής σημείωσε εκατοντάδες γκολ και έσπασε ρεκόρ που είχαν δημιουργήσει τεράστια προσδοκία γύρω από το όνομά του.
Photo Credits: UEFA
Στα 17 του χρόνια, ο Φρανκ Ράικαρντ του έδωσε την ευκαιρία να κάνει το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα και ο νεαρός επιθετικός έδειξε αμέσως πως δεν φοβόταν τη μεγάλη σκηνή. Τη σεζόν 2007-08 έγινε ο νεότερος σκόρερ στην ιστορία της Μπαρτσελόνα στη La Liga εκείνη την περίοδο και ολοκλήρωσε την πρώτη του χρονιά με 12 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις.
Το πρόβλημα για τον Μπόγιαν ήταν πως αγωνιζόταν δίπλα σε έναν ποδοσφαιριστή που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον. Ο Μέσι δεν ήταν απλώς ένας συμπαίκτης του. Ήταν το μέτρο σύγκρισης. Κάθε ντρίμπλα, κάθε γκολ, κάθε εμφάνιση του Μπόγιαν περνούσε μέσα από το φίλτρο του «αν μπορεί να γίνει σαν τον Αργεντινό».
Και η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ήταν εύκολο να ξεφύγει από αυτή τη σύγκριση. Ο Μπόγιαν είχε τεχνική, εξαιρετική κίνηση χωρίς την μπάλα και ένστικτο σκόρερ, όμως δεν είχε εκείνη τη μοναδική έκρηξη και τη μαγεία που έκανε τον Μέσι έναν από τους κορυφαίους όλων των εποχών.
Με την Μπαρτσελόνα αγωνίστηκε σε 183 παιχνίδια, σημείωσε 48 γκολ και κατέκτησε τα πάντα: Tρία πρωταθλήματα Ισπανίας, δύο Champions League και συνολικά 11 τρόπαια με τους «μπλαουγκράνα». Όμως η αίσθηση ήταν πάντα πως μπορούσε να δώσει περισσότερα.
Η μεγάλη δυσκολία του δεν ήταν μόνο αγωνιστική. Ο ίδιος έχει μιλήσει ανοιχτά για την πίεση που ένιωσε από πολύ μικρή ηλικία, για το άγχος και το βάρος των προσδοκιών. Ένα παιδί που στα 17 του χρόνια θεωρούνταν το επόμενο μεγάλο αστέρι της Ευρώπης βρέθηκε ξαφνικά να προσπαθεί να αποδείξει πως δεν ήταν απλώς «ο παίκτης που έμοιαζε με τον Μέσι».
Το 2011 έφυγε από την Καταλονία και ακολούθησε μια διαδρομή σε Ρόμα, Μίλαν, Άγιαξ, Στόουκ, Μάιντς και άλλες ομάδες, ψάχνοντας εκείνη τη σταθερότητα που δεν κατάφερε ποτέ να βρει. Μακριά από τη σκιά της Μπαρτσελόνα, έδειξε πως ήταν ένας αξιόλογος ποδοσφαιριστής, αλλά όχι ο παίκτης που πολλοί είχαν φανταστεί.