
«Τι υπάρχει σ’ ένα όνομα; Αυτό που ονομάζουμε τριαντάφυλλο, με οποιοδήποτε άλλο όνομα θα μύριζε εξίσου ωραία»: όταν ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έβαλε τους δύο ερωτευμένους νέους στη Βερόνα να διατυμπανίζουν πως τα ονόματα δεν έχουν σημασία, δεν ήξερε πως σχεδόν τέσσερις αιώνες αργότερα, σε μια μικρή χώρα του ηπειρωτικού νότου, ένα όνομα θα γινόταν συνώνυμο μιας ολόκληρης εποχής. Δεν ήξερε πως στο άκουσμα των λέξεων «Ανδρέας Παπανδρέου», ακόμα και 30 χρόνια μετά τον θάνατό του, χιλιάδες Ελληνες θα είχαν μια ιστορία να αφηγηθούν – για εκείνη τη φορά που τον ψήφισαν ή για εκείνη που πανηγύρισαν την ήττα του, για το ρίγος που ένιωσαν τις πρώτες μέρες της Αλλαγής ή για το σούσουρο του νεύματος από το αεροπλάνο, για εκείνη την 3η Σεπτέμβρη, όταν, με την Ιδρυτική Διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ ανά χείρας, ο Ανδρέας έγινε κλασικός, προσφέροντας υλικό για πολιτικό κοπιάρισμα στις επόμενες γενιές.
Τι υπάρχει, λοιπόν, σ’ αυτό το συγκεκριμένο όνομα; Οταν ο Γιώργος Α. Παπανδρέου, γιος και εγγονός πρωθυπουργού, αναφέρθηκε στην παρακαταθήκη του πατέρα του, ήταν απολύτως ξεκάθαρος: «Ο πατέρας μου στη διαθήκη του μου έδωσε ένα μόνο πράγμα. Το όνομά του». Και όταν, λίγους μήνες πριν, ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου μίλησε, για πρώτη φορά δημόσια, για τον συνονόματο παππού του όπως εκείνος τον έζησε, το ερώτημα που κυριάρχησε στα πηγαδάκια πέριξ του ΠΑΣΟΚ ήταν ένα: Μήπως το πεπρωμένο του ονόματος δεν αποφεύγεται τελικά, όσο κι αν προσπαθεί κανείς; Και δεν είναι πως ο Ανδρέας Παπανδρέου ο νεότερος δεν προσπάθησε. Από τα Οικονομικά στη Βοστώνη, την Κοινωνιολογία στη Σουηδία και τις Διεθνείς Σχέσεις στο Κεντ βρέθηκε για χρόνια στην Κρήτη, ασχολήθηκε με τη μελισσοκομική, τις καλλιέργειες και τον βελονισμό, μακριά από τη δημόσια σφαίρα, μακριά από το κόμμα που φέρει την υπογραφή της οικογένειάς του.
Ως κοινωνιολόγος – είπε τον περασμένο Ιούνιο στην ΕΡΤ – πιστεύει πως δεν του αρκεί η θεωρία, αλλά πως πρέπει να βγει στην κοινωνία, να δει αν αυτά που διαβάζει όντως εφαρμόζονται στην πράξη. Δεν έκρυψε πως έκανε πολλά και διαφορετικά επαγγέλματα, ενώ πιο πρόσφατα είχε προκαλέσει συζητήσεις όταν διορίστηκε άμισθο μέλος στο ΔΣ του Εθνικού Κήπου από τον Χάρη Δούκα. Στην Αθήνα, πλέον, ασχολείται με τη διαμεσολάβηση – «μια έμπρακτη κοινωνιολογία», είπε. «Ολοι έχουμε το δικαίωμα της συμμετοχής στα κοινά», ανέφερε όταν ρωτήθηκε για την πιθανότητα να πολιτευτεί. «Δεν είναι κάτι που περνάει από το μυαλό μου επειδή με λένε και εμένα Ανδρέα Παπανδρέου (…). Καταλαβαίνω τη σύνδεση που επιχειρείται, αλλά είναι κάτι το οποίο δεν προεξοφλείται. Ετσι μας έμαθε». Δεν το απέκλεισε, δεν το επιβεβαίωσε.
Το ίδιο θολές είναι και οι απαντήσεις από τη Χαριλάου Τρικούπη για το ενδεχόμενο ένα μέλος της επόμενης γενιάς των Παπανδρέου να δοκιμαστεί στον στίβο της πολιτικής σκηνής – αφήνοντας, εκ των πραγμάτων, το ενδεχόμενο ανοιχτό, χωρίς όμως να παραδέχονται πως έχει υπάρξει τέτοια συζήτηση. Το μεγαλύτερο ερώτημα στο ενδεχόμενο μιας νέας παπανδρεϊκής καθόδου δεν είναι, άλλωστε, η υποδοχή του. Είναι το αν και κατά πόσο αυτή θα επηρέαζε το ψηφοδέλτιο της Αχαΐας, το οποίο σε αυτή τη φάση βασίζεται στην παρουσία του πρώην πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου (καθώς ο Τσίπρας συγκεντρώνει και πασοκικές δυνάμεις στη συγκεκριμένη Περιφέρεια, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα στα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ). Εμπειρα κομματικά στελέχη, όταν ρωτούνται θεωρητικά, επισημαίνουν πως δεν είναι η πρώτη φορά που συγγενικά πρόσωπα κατεβαίνουν στις ίδιες κάλπες και πως, αναλόγως τις διαθέσεις, «φόρμουλες υπάρχουν».
Η στιγμή, πάντως, για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης μοιάζει ιδανική: ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου, ο οποίος πιστεύει πως η προσωπολατρία υποχωρεί προς χάρη της ομάδας, θα μπορούσε να είναι μια δυνατή προσθήκη σε ένα πολιτικό ρόστερ που αναζητά τη σύνδεση μεταξύ του ένδοξου παρελθόντος και του μέλλοντος. Και κάποιο ψηφοδέλτιο της Κρήτης – ειδικά αυτό του Ηρακλείου το οποίο ψιθυρίζεται πως θα μπορούσε να επιλεγεί – δυνητικά θα πληρούσε τις προϋποθέσεις όλων των πλευρών και θα εξασφάλιζε στη Χαριλάου Τρικούπη μια ταύτιση σημαντική, σε μια περιοχή όπου το κόμμα έχει ήδη δυνάμεις, αλλά θέλει να θωρακίσει την κυριαρχία του μπροστά στον Αλέξη Τσίπρα. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο νεότερος Ανδρέας και έχει πολλές πιθανότητες εκλογής και προσφέρει το όνομά του στην υπηρεσία του κόμματος που ίδρυσε ο παππούς του – μια συνθήκη win-win. Στο ΠΑΣΟΚ, άλλωστε, θέλουν να έχει δίκιο: αν κερδίζουν οι ομάδες και όχι τα πρόσωπα, τότε καμία μάχη από αυτές που έχουν μπροστά τους δεν έχει χαθεί.
Στο τέλος, βέβαια, μπορεί όλα αυτά να είναι απλώς σενάρια του αποκαλόκαιρου. Ο Σαίξπηρ, όπως προσφέρει στον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα το αναπόφευκτο του πεπρωμένου, έτσι το συνθλίβει κάτω από κοινωνικές συμβάσεις, πιεστικούς θεσμούς και κακό χρονισμό. Κι όμως, η γοητεία των συμπτώσεων παραμένει: το 1964, ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιος του Γεωργίου, κατέβηκε για πρώτη φορά υποψήφιος βουλευτής. Ηταν 45 χρόνων. Ακριβώς όσο θα είναι και ο εγγονός του το 2027.