Η ατσάλινη νοοτροπία του Μίλτου

Στο άλμα εις μήκος η ψυχολογική πίεση έρχεται πάντα από τους αριθμούς και λιγότερο από τους αντιπάλους. Είναι τα εκατοστά που λείπουν από την πρώτη θέση, οι προσπάθειες που απομένουν, το σημάδι στη βαλβίδα που πρέπει να διορθωθεί, ο αέρας.

Δεν υπάρχει χρόνος για υπερανάλυση, ούτε φυσικά περιθώριο για κάποιον αθλητή υψηλού επιπέδου να κρυφτεί πίσω από την κακή ημέρα. Εχεις έξι άλματα και κάποια στιγμή ο αγώνας σε αναγκάζει να απαντήσεις.

Εκεί ακριβώς ο Μίλτος Τεντόγλου έχει δημιουργήσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πια, χαρακτηριστικά της καριέρας του. Δεν είναι μόνο ότι εφόσον είναι υγιής  «έχει» το άλμα για να κερδίσει. Είναι ότι, όταν οι συνθήκες του ζητούν συγκεκριμένη επίδοση σε συγκεκριμένη στιγμή, καταφέρνει σχεδόν πάντα να την πετύχει! Αυτό είναι ο ορισμός του μεγάλου αθλητή. Το «relentless» που λένε και οι Αμερικανοί. Αυτό το «ό,τι και αν γίνει».

Το Μπέρμιγχαμ μάς πρόσφερε ακόμη ένα τέτοιο παράδειγμα.

Ο τελικός του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος δεν εξελισσόταν ιδανικά. Ο αντίθετος άνεμος δημιουργούσε προβλήματα, ο Μίλτος δεν έβρισκε το πάτημα που ήθελε και οι πρώτες τρεις προσπάθειές του – 8,27 μ., 8,19 μ. και ξανά 8,27 μ. – έδειχναν ότι υπήρχε απόσταση ανάμεσα σε αυτό που μπορούσε να κάνει και σε αυτό που μέχρι τότε έβγαζε στον διάδρομο.

Και ύστερα ο Σίμον Εχάμερ πήδηξε 8,29 μ.

Η αντίδραση του Τεντόγλου ήταν σχεδόν… μαθηματική. Στην τέταρτη προσπάθεια διόρθωσε τη φόρα, πλησίασε πολύ περισσότερο στη βαλβίδα και προσγειώθηκε στα 8,44 μ. Με αντίθετο άνεμο, σε έναν τελικό που μέχρι εκείνο το σημείο δεν του είχε «καθίσει», έβγαλε μακράν το καλύτερο άλμα του ακριβώς όταν χρειάστηκε.

Ο Τεντόγλου δεν αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό ως απειλή. Μοιάζει περισσότερο να τον χρησιμοποιεί ως μέτρο. Αν κάποιος κάνει 8,29 μ., γνωρίζει πλέον τι ακριβώς ζητάει ο αγώνας και αυτομάτως προσαρμόζεται σε αυτή την απαίτηση.

Το «μοτίβο» αυτό δεν εμφανίστηκε πρώτη φορά στο Μπέρμιγχαμ. Στον ολυμπιακό τελικό στο Τόκιο το 2021 η κατάσταση ήταν πολύ πιο ακραία. Πριν από την έκτη προσπάθεια ο Τεντόγλου βρισκόταν τέταρτος. Δεν είχε άλλη ευκαιρία. Ο Χουάν Μιγκέλ Ετσεβαρία προηγούνταν με 8,41 μ. και ο Μίλτος χρειαζόταν ουσιαστικά το καλύτερο άλμα του αγώνα για να αλλάξει την κατάταξη.

Στην τελευταία του προσπάθεια έκανε 8,41 μ. Ισοφάρισε τον Κουβανό και κατέκτησε το χρυσό χάρη στην καλύτερη δεύτερη επίδοση. Δεν υπήρχε «μετά». Ενα άλμα «μια και έξω», ένας ολυμπιακός τίτλος.

Οταν ο πίνακας γίνεται οδηγός

Η Βουδαπέστη το 2023 πρόσθεσε μία ακόμη παραλλαγή στο ίδιο σενάριο.

Ο Τεντόγλου είχε ξεκινήσει εντυπωσιακά τον τελικό του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος με 8,50 μ. Ο Γουέιν Πίνοκ, όμως, απάντησε επίσης με 8,50 μ. και κρατούσε την πρώτη θέση λόγω καλύτερης δεύτερης προσπάθειας.

Ο αγώνας έφτασε ξανά στην έκτη προσπάθεια.

Ο Τεντόγλου μπήκε στον διάδρομο γνωρίζοντας ότι το 8,50 δεν του αρκούσε πλέον. Το είχε ήδη κάνει. Χρειαζόταν κάτι παραπάνω. Και ο… αθεόφοβος πήδηξε 8,52 μ.! Δύο εκατοστά ήταν αρκετά για να κατακτήσει το μοναδικό μεγάλο χρυσό ανοικτού στίβου που έλειπε τότε από τη συλλογή του.

Αυτό το επαναλαμβανόμενο σκηνικό δημιουργεί εύκολα τον μύθο του αθλητή που «λατρεύει την πίεση». Η πραγματικότητα πιθανότατα είναι λιγότερο ρομαντική.

Οι κορυφαίοι δεν παύουν να αισθάνονται πίεση. Μαθαίνουν να μην της επιτρέπουν να καταλαμβάνει χώρο από την εκτέλεση.

Ο Πομάσκι και οι διορθώσεις

Στην περίπτωση του Τεντόγλου αυτό φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί μέσα στον αγώνα. Συζητά με τον Γιώργο Πομάσκι, παρακολουθεί τη φόρα του, υπολογίζει το πάτημα, διαβάζει τον άνεμο, ξέρει πού έχασε εκατοστά. Αντί να εγκλωβίζεται σε ένα αχανές «πρέπει», σπάει το πρόβλημα σε μικρότερα κομμάτια που τα λύνει ένα ένα.

Φυσικά, ο Τεντόγλου δεν κερδίζει κάθε διοργάνωση και δεν μετατρέπει κάθε έκτη προσπάθεια σε θαύμα. Καμία αθλητική καριέρα δεν λειτουργεί έτσι. Αυτό που διακρίνει όμως τη δική του είναι η εξαιρετικά μικρή απόσταση ανάμεσα στην πίεση και στην απόδοση. Εκεί όπου πολλοί αθλητές αρχίζουν να αλλάζουν βιαστικά πράγματα, να σκέφτονται το μετάλλιο ή να κυνηγούν το τέλειο άλμα, εκείνος συχνά δείχνει να περιορίζει το πρόβλημα στα απολύτως απαραίτητα.

Τόκιο: χρειάζονται 8,41 μ.

Βουδαπέστη: χρειάζεται κάτι καλύτερο από 8,50 μ.

Μπέρμιγχαμ: ο Εχάμερ μόλις πήδηξε 8,29 μ.

Τρεις διαφορετικές βραδιές, με κοινό παρονομαστή την ατσάλινη νοοτροπία του Τεντόγλου, που δεν «πελαγώνει» και δεν γίνεται ξαφνικά άλλος αθλητής όταν ο αγώνας «στραβώνει».