Η συμφωνία αμοιβαίας άμυνας που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν στη Μέκκα μεταβάλλει μια παράμετρο της ελληνικής στρατηγικής που μέχρι σήμερα μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να θεωρείται δεδομένη: ότι μια σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση θα εξελισσόταν πρωτίστως μέσα στο δυτικό σύστημα ασφαλείας, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ να διαθέτουν τα κυριότερα μέσα επιρροής επί των δύο πλευρών.
Η νέα συμφωνία δημιουργεί παράλληλα προς αυτό το σύστημα ένα δεύτερο πλαίσιο στρατηγικών δεσμεύσεων, στο οποίο συμμετέχει η Τουρκία μαζί με δύο κράτη εκτός ΝΑΤΟ, εκ των οποίων το ένα διαθέτει πυρηνικά όπλα και εξαιρετικά στενή στρατιωτική σχέση με την Κίνα.
Η σημασία της συμφωνίας προκύπτει καταρχάς από τη διατύπωσή της.
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, χαρακτήρισε μάλιστα τη ρήτρα τεχνικά αντίστοιχη προς το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι ο συγκεκριμένος τρόπος αντίδρασης θα αποφασίζεται κατόπιν διαβουλεύσεων. Προβλέπεται επίσης υπουργική επιτροπή και μόνιμη γραμματεία στη Σαουδική Αραβία, στοιχεία που υποδηλώνουν πρόθεση θεσμοποίησης της συνεργασίας πέρα από μια απλή πολιτική διακήρυξη.
Για την Ελλάδα, αυτό δημιουργεί μια ιδιόμορφη ασυμμετρία.
Ελλάδα και Τουρκία εξακολουθούν να ανήκουν στην ίδια συμμαχία και οποιαδήποτε σοβαρή σύγκρουση μεταξύ τους θα δημιουργούσε θεμελιώδες πολιτικό πρόβλημα στο ΝΑΤΟ, του οποίου οι μηχανισμοί συλλογικής άμυνας έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση εξωτερικής επίθεσης και όχι για πόλεμο μεταξύ συμμάχων.
Η Τουρκία αποκτά πλέον μια δεύτερη αμυντική σχέση με κράτη που δεν έχουν αντίστοιχη υποχρέωση απέναντι στην Ελλάδα.
Σε μια κρίση στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, το ΝΑΤΟ θα επιδίωκε κατά πάσα πιθανότητα την αποκλιμάκωση μεταξύ δύο μελών του, ενώ το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία θα εισέρχονταν στην ίδια κρίση έχοντας θεσμική σχέση αμοιβαίας άμυνας αποκλειστικά με την Άγκυρα.
Η ουσιαστική μεταβολή για την Αθήνα βρίσκεται επομένως στην αύξηση των στρατηγικών επιλογών της Τουρκίας πέρα από τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η Δύση μπορούσε παραδοσιακά να επηρεάζει τη συμπεριφορά της.
Η πρακτική σημασία αυτής της ασυμμετρίας δεν εξαντλείται στην πιθανότητα άμεσης στρατιωτικής επέμβασης.
Μεγαλύτερη αξία μπορούν να αποκτήσουν οι ενδιάμεσες μορφές συνδρομής: πληροφορίες, πυρομαχικά, ανταλλακτικά, αεράμυνα, ηλεκτρονικός πόλεμος, επιτήρηση, οικονομική υποστήριξη και αναπλήρωση απωλειών. Σε μια σύγχρονη σύγκρουση υψηλής έντασης, όπου η κατανάλωση πυρομαχικών είναι μεγάλη, η δυνατότητα διατήρησης των επιχειρήσεων μετά τις πρώτες εβδομάδες έχει σχεδόν την ίδια σημασία με την αρχική ισχύ. Η στρατηγική αξία της συμφωνίας για την Τουρκία βρίσκεται επομένως και στη διεύρυνση της υλικής και πολιτικής της αντοχής σε μια παρατεταμένη κρίση.
Η πυρηνική διάσταση απαιτεί προσοχή. Το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη, όμως δεν υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση ότι έχει παραχωρήσει στην Τουρκία πυρηνική εγγύηση ή ότι τα πυρηνικά του όπλα περιλαμβάνονται στις υποχρεώσεις της συμφωνίας. Ωστόσο, η παρουσία πυρηνικού κράτους σε ένα σύστημα συλλογικής άμυνας δημιουργεί στρατηγική αμφισημία. Για την Ελλάδα, το ζήτημα αφορά κυρίως την πιθανή επίδραση της πακιστανικής προστασίας στον τουρκικό υπολογισμό κινδύνου και στα όρια του αποδεκτού ρίσκου μιας κρίσης.
Παράλληλα, σημαντική είναι η διάσταση της Κίνας. Η σχέση Πακιστάν–Κίνας υπερβαίνει την απλή αμυντική συνεργασία, με το Πεκίνο να αποτελεί τον σημαντικότερο μακροπρόθεσμο στρατηγικό εταίρο και προμηθευτή του Ισλαμαμπάντ.
Η Τουρκία διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ και αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, ενώ η Σαουδική Αραβία προσθέτει οικονομική δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλων προγραμμάτων. Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες μακροπρόθεσμες συνέπειες για την Ελλάδα.
Η τουρκοπακιστανική συνεργασία είχε ήδη επεκταθεί σε ναυπήγηση πολεμικών πλοίων, εκπαίδευση, οπλικά συστήματα και κοινή έρευνα και ανάπτυξη. Εάν η σαουδαραβική χρηματοδότηση επιταχύνει κοινά προγράμματα σε πυραύλους, drones, αεράμυνα, ηλεκτρονικό πόλεμο, ναυτικές πλατφόρμες και αεροπορική τεχνολογία, η Τουρκία θα αποκτήσει περισσότερες εναλλακτικές απέναντι στους δυτικούς προμηθευτές της.
Η συμφωνία εντάσσεται στη σταδιακή μεταβολή της αμερικανικής θέσης στη Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ παραμένουν η σημαντικότερη εξωτερική στρατιωτική δύναμη της περιοχής, όμως κράτη όπως η Σαουδική Αραβία επιδιώκουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση των εγγυήσεων ασφαλείας τους. Η περιφερειακή ασφάλεια οργανώνεται πλέον μέσω επικαλυπτόμενων σχέσεων, με κράτη να συνεργάζονται ταυτόχρονα με την Ουάσιγκτον, το Πεκίνο και περιφερειακές δυνάμεις.
Αυτή η νέα δομή ευνοεί ιδιαίτερα την Τουρκία, η οποία διατηρεί τα πλεονεκτήματα του ΝΑΤΟ ενώ διευρύνει τις εξωτερικές επιλογές της. Καθώς μειώνεται η εξάρτησή της από τη Δύση, περιορίζεται και η δυνατότητα της Αθήνας να θεωρεί την αμερικανική ή νατοϊκή παρέμβαση επαρκή μηχανισμό ελέγχου μιας ελληνοτουρκικής κρίσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά μεγαλύτερη σημασία η στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ. Η αμυντική συνεργασία έχει επεκταθεί στη διαλειτουργικότητα, τις ασκήσεις, την αμυντική τεχνολογία, την κυβερνοάμυνα και την αντιμετώπιση drones. Ιδιαίτερη αξία έχει η ισραηλινή τεχνογνωσία στην αεράμυνα, την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων, τον ηλεκτρονικό πόλεμο, τις πληροφορίες και τους αισθητήρες.
Η συνεργασία αυτή αποκτά μεγαλύτερη στρατηγική αξία μέσα σε ένα ευρύτερο περιφερειακό πλέγμα. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και την Ιορδανία, αποφεύγοντας μια περιφερειακή διαίρεση που θα την ταύτιζε αποκλειστικά με έναν ελληνοϊσραηλινό άξονα και θα άφηνε στην Άγκυρα μεγαλύτερο περιθώριο στον αραβικό κόσμο.
Ιδιαίτερα με τη Σαουδική Αραβία υπάρχει ήδη σημαντικό κεφάλαιο συνεργασίας, με κοινές ασκήσεις και την ελληνική ανάπτυξη συστοιχίας Patriot για την προστασία κρίσιμων υποδομών. Η συμμετοχή του Ριάντ στο νέο σύμφωνο αντανακλά κυρίως τις δικές του ανάγκες ασφαλείας και την επιθυμία διαφοροποίησης των στρατηγικών του εξαρτήσεων.
Η Τουρκία έχει ήδη δηλώσει ότι θεωρεί την Αίγυπτο υποψήφια για ένταξη, ενώ Τουρκία, Αίγυπτος, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν συνεργάζονται ήδη στο τετραμερές πλαίσιο R4. Η αιγυπτιακή συμμετοχή παραμένει ανοικτή, καθώς το Κάιρο έχει λόγους να επιφυλάσσεται απέναντι σε δεσμεύσεις συλλογικής άμυνας που θα μπορούσαν να το εμπλέξουν σε κρίσεις πέρα από τα άμεσα συμφέροντά του.
Εάν εντασσόταν, η σημασία του συμφώνου για την Ελλάδα θα άλλαζε ποιοτικά. Η ελληνοαιγυπτιακή σχέση αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ελληνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και η συμμετοχή του Καΐρου σε δομή συλλογικής άμυνας με την Τουρκία θα σήμαινε ότι ένας βασικός περιφερειακός εταίρος της Ελλάδας θα είχε παράλληλες αμυντικές υποχρεώσεις προς την Άγκυρα.
Η ελληνική πολιτική απέναντι στην Αίγυπτο χρειάζεται, επομένως, να βασίζεται στην εμβάθυνση της αμοιβαίας χρησιμότητας και όχι στην απαίτηση αποκλειστικότητας.
Το Κάιρο έχει δικά του συμφέροντα στη Λιβύη, στο Σουδάν, στη Γάζα, στην Ερυθρά Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο και επιδιώκει να διατηρεί περιθώρια κινήσεων απέναντι σε όλες τις περιφερειακές δυνάμεις.
Το ελληνικό συμφέρον είναι να καταστήσει τη σχέση με την Αθήνα αρκετά σημαντική ώστε το Κάιρο να διατηρεί την αυτονομία του απέναντι στην Τουρκία, ακόμη και αν διευρύνει τη συνεργασία του με την Άγκυρα.
Για το ΝΑΤΟ, η τουρκοπακιστανική σχέση δημιουργεί ζήτημα προστασίας συμμαχικών πληροφοριών και τεχνολογιών, λόγω της στενής πακιστανικής στρατιωτικής συνεργασίας με την Κίνα. Το ελληνικό ενδιαφέρον θα πρέπει να επικεντρωθεί στους μηχανισμούς προστασίας ευαίσθητων πληροφοριών και τεχνολογιών, ιδιαίτερα εάν η συνεργασία επεκταθεί σε ηλεκτρονικό πόλεμο, αισθητήρες, αεράμυνα και προηγμένες επικοινωνίες.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, η Ελλάδα χρειάζεται κυρίως να παρακολουθεί τη μετάβαση του συμφώνου από την πολιτική διακήρυξη στην επιχειρησιακή συνεργασία. Κρίσιμοι δείκτες θα είναι τα κοινά σχέδια επιχειρήσεων, η ανταλλαγή πληροφοριών, οι ασκήσεις υψηλής έντασης, η πρόσβαση σε βάσεις, η προτοποθέτηση υλικού, η ολοκλήρωση συστημάτων αεράμυνας και τα κοινά εξοπλιστικά προγράμματα. Η έκτασή τους θα δείξει εάν η συμφωνία εξελίσσεται σε πραγματική στρατιωτική αρχιτεκτονική ή παραμένει πλαίσιο πολιτικής συνεννόησης και αμυντικής συνεργασίας.
Η ουσιαστικότερη συνέπεια για την Ελλάδα αφορά τη μεταβολή του περιφερειακού συστήματος μέσα στο οποίο ασκείται η ελληνική πολιτική. Την προηγούμενη δεκαπενταετία, η Αθήνα αντιμετώπισε την τουρκική ισχύ οικοδομώντας ένα δίκτυο σχέσεων με την Κύπρο, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και κράτη του Κόλπου, αυξάνοντας το διπλωματικό και στρατιωτικό της βάθος. Η Άγκυρα οικοδομεί πλέον ένα αντίστοιχο, αλλά διαφορετικής μορφής, δίκτυο, συνδέοντας τη θέση της στο ΝΑΤΟ με τις σχέσεις της με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
Το σύμφωνο της Μέκκας δεν αλλάζει από μόνο του τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων στο Αιγαίο, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτός θα λειτουργήσει σε μια μελλοντική κρίση. Το κρίσιμο για την Ελλάδα είναι ότι η Τουρκία αποκτά περισσότερες στρατηγικές επιλογές, ενώ μειώνεται η δυνατότητα της Αθήνας να βασίζεται στους περιορισμούς που επιβάλλει το δυτικό σύστημα στην τουρκική συμπεριφορά.
Η διατήρηση της ελληνικής αποτροπής θα εξαρτάται, επομένως, όλο και περισσότερο από τον συνδυασμό της δικής της στρατιωτικής ισχύος με ένα ευρύ περιφερειακό δίκτυο σχέσεων.
The post Η Ελλάδα απέναντι στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.