
Σε στενό κλοιό βρίσκεται η Αττική από τα κουνούπια που μεταδίδουν τον ιό του Δυτικού Νείλου. Σοβαρά κρούσματα έχουν καταγραφεί από τη Βούλα και τη Γλυφάδα έως την Παλλήνη και από την Αγία Παρασκευή έως τη Φυλή, με το Λεκανοπέδιο να συγκεντρώνει τις περισσότερες μολύνσεις πανελλαδικά. Λόγω, μάλιστα, της ευρείας διασποράς του ιού, το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ) εφαρμόζει μοριακό έλεγχο (NAT), καθώς ο αποκλεισμός αιμοδοτών με γεωγραφικά κριτήρια δεν αποτελεί πλέον ρεαλιστική λύση.
Οπως διευκρινίζει στα «ΝΕΑ» η πρόεδρος του ΕΚΕΑ, Ελένη Τσάγκαρη, «ο έλεγχος είναι οριζόντιος, καλύπτοντας το σύνολο των αιμοδοσιών στις περιοχές όπου εφαρμόζεται το μέτρο». Στο πλαίσιο αυτό, όλες οι μονάδες αίματος που συλλέγονται στις επηρεαζόμενες αλλά και στις περιοχές υψηλού κινδύνου αποστέλλονται στο ΕΚΕΑ και υποβάλλονται σε μοριακό έλεγχο, όπως συμβαίνει και για άλλους ιούς που ελέγχονται στις αιμοδοσίες – π.χ. για τον HIV και τους ιούς της ηπατίτιδας. Το μέτρο αυτό επιτρέπει τον εντοπισμό ακόμη και ασυμπτωματικών φορέων του ιού. «Ο στόχος είναι διπλός», καταλήγει η Ε. Τσάγκαρη. «Αφενός να μην επιδεινώσουμε την εποχική έλλειψη αίματος και αφετέρου να διασφαλίσουμε την ασφάλεια των μεταγγίσεων».
Τι λέει η τελευταία έκθεση
Αναλυτικότερα και σύμφωνα με την τελευταία επιδημιολογική έκθεση του ΕΟΔΥ, σε διάστημα μόλις μιας εβδομάδας δηλώθηκαν επιπλέον 23 εγχώρια κρούσματα ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των επιβεβαιωμένων λοιμώξεων σε 65. Από τα κρούσματα αυτά, τα 54 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) – δηλαδή, εγκεφαλίτιδα ή/και μηνιγγίτιδα ή/και οξεία χαλαρή παράλυση – ενώ τα υπόλοιπα εμφάνισαν ήπιες εκδηλώσεις.
Πάντως, οι 38 ασθενείς έχουν λάβει ήδη εξιτήριο από τα νοσοκομεία της χώρας, ενώ ακόμη 20 συνεχίζουν να νοσηλεύονται – είτε σε απλούς θαλάμους (12 νοσηλευόμενοι) είτε σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (8). Επιπρόσθετα και σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, έχουν καταγραφεί συνολικά έξι θάνατοι σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό και εκδηλώσεις από το ΚΝΣ, ηλικίας άνω των 65 ετών.
Εν τω μεταξύ, οι επιστήμονες υπενθυμίζουν ότι ο αριθμός των δηλωμένων κρουσμάτων υποεκτιμά την πραγματική διάσταση της εξάπλωσης του ιού στην κοινότητα και των μολύνσεων. Και αναφέρονται στα αποτελέσματα οροεπιδημιολογικής μελέτης που είχε διεξαχθεί το 2010 και έχει δείξει ότι για κάθε ένα κρούσμα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου με προσβολή του ΚΝΣ αντιστοιχούν περίπου 140 μολυνθέντες από τον ιό (με ήπια συμπτωματολογία ή ασυμπτωματικοί).
Αναλυτικότερα, ο ιός του Δυτικού Νείλου μεταδίδεται κυρίως με το τσίμπημα μολυσμένων «κοινών» κουνουπιών. Τα κουνούπια μολύνονται από μολυσμένα πτηνά (ορισμένα είδη κυρίως άγριων πτηνών), ενώ οι άνθρωποι που έχουν μολυνθεί δεν μεταδίδουν περαιτέρω τον ιό σε άλλα κουνούπια. Και παρότι η πλειονότητα των ατόμων που μολύνονται από τον ιό δεν αρρωσταίνει καθόλου ή παρουσιάζει μόνο ήπια νόσο, λίγα άτομα (<1% όσων μολύνονται) εμφανίζουν σοβαρή νόσο που προσβάλλει το νευρικό σύστημα (κυρίως εγκεφαλίτιδα ή μηνιγγίτιδα).
Σύμφωνα με τους ειδικούς, άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (άνω των 50 ετών) κινδυνεύουν περισσότερο να αρρωστήσουν σοβαρά, καθώς και άτομα με ανοσοκαταστολή και χρόνια υποκείμενα νοσήματα.
