Είναι και αυτή η αγανάκτηση που σε πνίγει, σαν την κοκκινίλα του τραυλού στην προσπάθεια του να φωνάξει….
Για τις φωτιές που δεν μας στερούν μόνο την ανάσα, αλλά και την ελπίδα πως κάποτε θα μάθουμε από τα λάθη μας.
Γιατί αυτά που καίγονται κάθε χρόνο δεν είναι μόνο τα δάση, οι περιουσίες και οι ανθρώπινες ζωές, αλλά και η αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει και οι καταστροφές τόσων δεκαετιών δεν μας έχουν γίνει μάθημα.
Δυστυχώς δεν μαθαίνουμε.
Κάθε χρόνο οι ίδιες τρομακτικές εικόνες, οι ίδιες δικαιολογίες για «ακραία καιρικά φαινόμενα», οι ίδιες υποσχέσεις ότι το επόμενο καλοκαίρι θα είμαστε πιο έτοιμοι.
Και όταν έρχεται «το επόμενο καλοκαίρι» μια από τα ίδια.
Και άντε πάλι από την αρχή μέχρι να μην μείνει ούτε ένα δένδρο.
Η έλλειψη σχεδιασμού και εναέριων μέσων, αφήνουν πίσω τους μια διαρκή επανάληψη και τα ίδια συναισθήματα οργής και απόγνωσης μέχρι «το επόμενο καλοκαίρι».
Μέχρι που κάποια στιγμή δεν θα έχουμε τίποτα να θρηνήσουμε.
Μια χώρα με πολλά αποκαΐδια και την βεβαιότητα πως τελικά δεν είναι η φωτιά που μας νίκησε.
Είναι η ανικανότητα να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο σε μια χώρα που μας περισσεύει η θάλασσα αλλά μας λείπει η οργάνωση και η ευθύνη.
Μια χώρα που κάθε καλοκαίρι ξαναζεί την ίδια τραγωδία, τις ίδιες εικόνες, τους ίδιους θρήνους, τις ίδιες υποσχέσεις και στο τέλος τις ίδιες στάχτες.
Και φυσικά μαζί με την κρατική ευθύνη, υπάρχει και η δική μας.
Γιατί μια φωτιά δεν ξεκινά πάντα από την έλλειψη πυροπροστασίας.
Ξεκινά από την δική μας αδιαφορία, την επιπολαιότητα, την εγκληματική πρόθεση και την παραβίαση ενός κανόνα που θεωρήθηκε «υπερβολικός» και έγινε αφετηρία της καταστροφής.
Είναι φυσικό η Ελλάδα να μην επενδύει τεράστια χρηματικά ποσά για τον χιονιά, όταν στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας η διάρκειά του είναι μικρή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να είναι απροστάτευτη και από αυτόν τον κίνδυνο.
Αλλά είναι αφύσικο να μην επενδύει στο διαχρονικό της πρόβλημα την φωτιά, που τρώει κάθε χρόνο τα σπλάχνα της.
Εδώ δεν χωρούν άλλο οι δικαιολογίες περί «ακραίων καιρικών φαινομένων».
Η φωτιά για την χώρα δεν είναι κάτι απρόβλεπτο.
Μιλάμε για έναν κίνδυνο που γνωρίζουμε, που διαρκεί πέντε μήνες και οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι να τον αντιμετωπίσουμε.
Αντί λοιπόν να αναζητούμε κάθε καλοκαίρι τις αιτίες ας επενδύσουμε σε ανθρώπινο δυναμικό, σε σύγχρονα επίγεια και εναέρια μέσα, σε υποδομές, στην πρόληψη, στην εκπαίδευση και στον συντονισμό.
Η πολιτική προστασία δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική του
«βλέπουμε και κάνουμε».
Χρειάζεται σχεδιασμός με βάση την εμπειρία τόσων ετών, την μορφολογία του εδάφους και τις καιρικές συνθήκες.
Και δεν είναι σπατάλη να επενδύεις σε κάτι που ξέρεις ότι θα χρειαστείς.
Η φωτιά δεν είναι έκτακτη ανάγκη που εμφανίζεται ξαφνικά.
Είναι η μόνιμη ετήσια δοκιμασία μας. Και μια χώρα που γνωρίζει το κακό που έρχεται, δεν έχει καμία δικαιολογία να παραμένει απροετοίμαστη.
Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να αποτρέψουμε κάθε φωτιά και τα δυσάρεστα αποτελέσματά της.
Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε πόσο έτοιμοι θα είμαστε πριν και όταν αυτή ξεσπάσει.
Και για μια χώρα που γνωρίζει εδώ και δεκαετίες ποιος είναι ο μεγάλος της εχθρός, η ετοιμότητα δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι στοιχειώδης υποχρέωσή της.
Ας σταματήσουμε επιτέλους να κλαίμε σαν τις μωρές παρθένες πάνω στα αποκαΐδια αναζητώντας άλλοθι στη ζέστη και στον αέρα.
Ναι, η ζέστη τρέφει τη φωτιά.
Ναι, οι ισχυροί άνεμοι την κάνουν πιο επικίνδυνη και δύσκολα αντιμετωπίσιμη.
Αλλά δεν είναι ούτε η ζέστη ούτε ο άνεμος δικαιολογία για την έλλειψη σχεδιασμού και οργάνωσης.
Δεν γίνεται κάθε φορά που η φωτιά ξεφεύγει να ανακαλύπτουμε ξανά την «πρωτοφανή ένταση των φαινομένων» και να σηκώνουμε τα χέρια ψηλά.
Η κλιματική πραγματικότητα δεν είναι άλλοθι για τις ελλείψεις και την ανικανότητα.
Το αντίθετο.
Είναι ακόμη ένας λόγος για να οργανωθούμε καλύτερα.
Ας αφήσουμε λοιπόν τα δάκρυα και ας επενδύσουμε στην πρόληψη, σε ανθρώπινο δυναμικό και κυρίως σε εναέρια μέσα.
Τέρμα πια με τις δικαιολογίες.
Ζούμε σε μια χώρα που περιβάλλεται από νερό.
Και αναρωτιέμαι, αν εμείς που έχουμε αυτόν τον φυσικό πλούτο δίπλα μας δυσκολευόμαστε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά μια πυρκαγιά, τι πρέπει να κάνουν οι χώρες που δεν βρέχονται από θάλασσα ή η πρόσβαση σε αυτή, είναι πολύ χρονοβόρα.
Και το ερώτημα δεν γίνεται για να συγκρίνουμε χώρες.
Είναι για να καταλάβουμε το εξής αυτονόητο.
Κάθε χώρα οφείλει να βρίσκει τον τρόπο να υπερασπίζεται τον εαυτό της απέναντι στους κινδύνους που αντιμετωπίζει με βάση την κουκίδα της στον χάρτη.
Οι χώρες του Βορρά έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν τον δικό τους που είναι το χιόνι.
Κι όμως, οι δρόμοι τους παραμένουν ανοιχτοί και δεν παραλύουν οι μεταφορές κάθε φορά που χιονίζει, γιατί έχουν επενδύσει σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό για αυτόν τον κίνδυνο.
Οι Ολλανδοί έχουν χτίσει μια ολόκληρη τεχνογνωσία για να προστατεύσουν τις πόλεις και τα χωριά τους από το νερό και δεν παρακαλούν τον Θεό μην βρέξει, ούτε επικαλούνται τα «ακραία καιρικά φαινόμενα».
Κοίταξαν τον «εχθρό» στα μάτια και δεν πλημυρίζουν ποτέ.
Άλλες χώρες έχουν οργανώσει την άμυνά τους απέναντι στους σεισμούς και στους τυφώνες όχι πάντα αποτελεσματικά, όμως έχουν κατανοήσει κάτι θεμελιώδες.
Δεν μπορείς να καταργήσεις τον φυσικό κίνδυνο, μπορείς όμως να περιορίσεις τις συνέπειές του.
Και δικός μας διαχρονικός κίνδυνος είναι η φωτιά και αντί να βρούμε τρόπους να την αντιμετωπίσουμε με όσο το δυνατόν λιγότερα δυσάρεστα αποτελέσματα, επικαλούμαστε κάθε φορά τον «στρατηγό άνεμο».
Δεν γίνεται κάθε καλοκαίρι να αντιμετωπίζουμε τη φωτιά σαν να είναι μια απρόβλεπτη συμφορά που μας βρήκε για πρώτη φορά.
Ξέρουμε από τι κινδυνεύουμε.
Ξέρουμε πότε κινδυνεύουμε.
Ξέρουμε πώς εξαπλώνεται η φωτιά.
Ξέρουμε τι μέσα απαιτούνται, τι υποδομές χρειάζονται όχι φυσικά για να εξαλείψουμε το φαινόμενο, αλλά να μην μπαίνουμε στην διαδικασία να επιλέγουμε κάθε φορά ποιά φωτιά θα αντιμετωπίσουμε και ποιά θα αφήσουμε να δρα ανεξέλεγκτη από έλλειψη εναέριων μέσων.
Και στο τέλος – τέλος δεν ζητάμε η χώρα να νικήσει τα στοιχειά της φύσης.
Ζητάμε να νικήσει την απρονοησία, την αδράνεια και την αντίληψη ότι κάθε καταστροφή είναι μοιραία.
Να επενδύσει εκεί που πραγματικά κινδυνεύει με κάθε κόστος, για να περιοριστούν τα οδυνηρά αποτελέσματα.
Γιατί τα φυσικά φαινόμενα δεν αλλάζουν και αν μεταβάλλονται είναι προς το χειρότερο.
Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο μια χώρα αποφασίζει να προστατεύσει τους ανθρώπους και τον τόπο της.
The post Κάθε καλοκαίρι η ίδια ιστορία appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.