
Η πρόσφατη τεχνική αστοχία στο σύστημα τηλεματικής του ΟΑΣΑ αναδεικνύει ένα σοβαρό ζήτημα επιχειρησιακής συνέχειας και διοικητικής ευθύνης, σύμφωνα με ανακοίνωση του Τομέα Υποδομών και Μεταφορών της ΕΛ.Α.Σ.
Η πολυήμερη διακοπή του συστήματος τηλεματικής δεν αποτελεί μια απλή δυσλειτουργία εφαρμογής, τονίζεται στην ανακοίνωση, όπου προστίθεται πως πρόκειται για κρίσιμη ψηφιακή υποδομή στις δημόσιες συγκοινωνίες της Αττικής, που εξυπηρετεί την πληροφόρηση των επιβατών σε πραγματικό χρόνο, καθώς και την παρακολούθηση, εποπτεία και διαχείριση του συγκοινωνιακού έργου.
Κανείς δεν επιχαίρει για αστοχίες τέτοιας έκτασης, συνεχίζει η ΕΛ.Α.Σ. και συμπληρώνει πως το ζητούμενο είναι να αποφεύγονται και, όταν συμβαίνουν, να αποκαθίστανται γρήγορα με τη μικρότερη δυνατή επίπτωση στους πολίτες.
Όπως επισημαίνει το κόμμα, η διοίκηση κρίνεται από την ικανότητά της να προλαμβάνει, να διαχειρίζεται και να αποκαθιστά τέτοιου είδους συμβάντα. Όταν η διάρκεια ή η σοβαρότητα των προβλημάτων υπερβαίνει το εύλογο, δεν πρόκειται πλέον μόνο για τεχνικό ζήτημα, αλλά εγείρονται ερωτήματα για τη διοικητική οργάνωση και την επιχειρησιακή ετοιμότητα, αναφέρεται.
Ο ΟΑΣΑ ανακοίνωσε στις 27 Αυγούστου ότι το σύστημα τηλεματικής τέθηκε προσωρινά εκτός λειτουργίας, χωρίς να αναφέρει την αιτία της βλάβης. Η χρονική συγκυρία έχει – κατά την ΕΛ.Α.Σ. – ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αρχική Σύμβαση Σύμπραξης της τηλεματικής είχε γνωστή ημερομηνία λήξης την 30ή Ιουνίου 2026, οπότε το σύστημα θα μεταβιβαζόταν στον ΟΑΣΑ ή σε τρίτο που θα υπεδείκνυε ο Οργανισμός.
Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η λήξη της σύμβασης αιφνιδίασε τον Οργανισμό, σημειώνει ο Τομέας Υποδομών και Μεταφορών της ΕΛ.Α.Σ., υπενθυμίζοντας πως από τον Οκτώβριο του 2024 υπήρχε εξωτερικός σύμβουλος για την προετοιμασία της μετάβασης, ενώ το 2025 προκηρύχθηκαν ειδικές υπηρεσίες Τεχνικού Συμβούλου Τηλεματικής. Μεταξύ των παραδοτέων, γράφει η ανακοίνωση, ήταν η αποτύπωση της τεχνικής κατάστασης, ο τελικός τεχνικός έλεγχος και η καταγραφή των εκκρεμών εργασιών. Το κρίσιμο ερώτημα που θέτει η Αμαλίας είναι γιατί μια προγραμματισμένη μετάβαση δεν διασφάλισε την αδιάλειπτη και ανθεκτική λειτουργία του συστήματος.
Η τεχνική διάσταση
Η ανακοίνωση συνεχίζει τονίζοντας πως ο νέος διαγωνισμός για το σύστημα τηλεματικής ορίζει συγκεκριμένες απαιτήσεις επιχειρησιακής ανθεκτικότητας: Σχέδιο Επιχειρησιακής Συνέχειας (BCP) για τη συνέχιση λειτουργίας κρίσιμων υπηρεσιών σε περίπτωση σοβαρής αστοχίας και Σχέδιο Ανάκαμψης από Καταστροφή (DRP) για την τεχνική επαναφορά συστημάτων και δεδομένων. Προβλέπονται επίσης ο Στόχος Σημείου Ανάκτησης (RPO), που καθορίζει τη μέγιστη αποδεκτή απώλεια δεδομένων, και ο Στόχος Χρόνου Ανάκαμψης (RTO), που ορίζει τον μέγιστο αποδεκτό χρόνο αποκατάστασης μιας κρίσιμης λειτουργίας. Απαιτούνται ακόμη εφεδρικοί εξυπηρετητές και πραγματικές δοκιμές αποκατάστασης.
Η ύπαρξη αυτών των απαιτήσεων στον νέο διαγωνισμό δεν αποδεικνύει ότι αντίστοιχες δικλίδες έλειπαν παλαιότερα, υπογραμμίζει η ανακοίνωση που διατυπώνει συγκεκριμένα ερωτήματα: Ποιο σχέδιο επιχειρησιακής συνέχειας ίσχυε στις 27 Αυγούστου, ποιος ήταν ο προβλεπόμενος χρόνος αποκατάστασης, ποιες εφεδρείες υπήρχαν και γιατί η πλήρης επαναφορά καθυστέρησε;
Η οικονομική διάσταση
Το σύστημα τηλεματικής καλύπτει 2.000 οχήματα και 1.000 «έξυπνες» στάσεις, μαζί με κεντρικά συστήματα, αμαξοστάσια, λογισμικό και λοιπές υποδομές λειτουργίας.
Η βασική εκτιμώμενη αξία του νέου πενταετούς συμβατικού πλαισίου ανέρχεται σε 29,42 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ, με δυνατότητα προαίρεσης έως 25%, δηλαδή περίπου 7,36 εκατ. ευρώ επιπλέον. Η μέγιστη δυνητική αξία μπορεί να φθάσει τα 36,78 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ ή περίπου 45,6 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ. Η προαίρεση δεν σημαίνει ότι το πρόσθετο ποσό θα καταβληθεί υποχρεωτικά, αλλά αποτελεί δυνατότητα πρόσθετης δημόσιας δαπάνης που πρέπει να αιτιολογείται τεχνικά και οικονομικά.
Δεν είναι υπεύθυνο να χαρακτηρίζεται εκ των προτέρων το κόστος υπερβολικό χωρίς συγκριτικά στοιχεία. Είναι όμως υποχρέωση λογοδοσίας, συνεχίζει η ανακοίνωση, να εξηγηθεί πώς ο αρχικός σχεδιασμός των 23 εκατ. ευρώ το 2025 διαμορφώθηκε σε βασική εκτιμώμενη αξία 29,421 εκατ. ευρώ, ποιο επιπλέον φυσικό αντικείμενο προστέθηκε, ποιες τεχνικές απαιτήσεις μεταβλήθηκαν και ποια επιμέρους κόστη αυξήθηκαν.
Οι απαντήσεις που ζητά η ΕΛ.Α.Σ.
Καταλήγοντας, η ΕΛ.Α.Σ. ζητά από τον ΟΑΣΑ και το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών να δημοσιοποιήσουν:
- την Ανάλυση Βασικής Αιτίας, δηλαδή την τεχνική διερεύνηση που προσδιορίζει όχι απλώς τι χάλασε, αλλά γιατί συνέβη η αστοχία και γιατί δεν την περιόρισαν οι προβλεπόμενες δικλίδες ασφαλείας,
- το Σχέδιο Επιχειρησιακής Συνέχειας και το Σχέδιο Ανάκαμψης από Καταστροφή που ίσχυαν κατά τον χρόνο του συμβάντος, τους προβλεπόμενους Στόχο Σημείου Ανάκτησης και Στόχο Χρόνου Ανάκαμψης και την τελευταία επιτυχή δοκιμή ανάκαμψης,
- το πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής μετά τη λήξη της Σύμπραξης και τα παραδοτέα του Τεχνικού Συμβούλου,
- την πράξη με την οποία καθορίστηκε το μεταβατικό συμβατικό καθεστώς μετά τις 30 Ιουνίου 2026, το κόστος του και τα Συμφωνημένα Επίπεδα Υπηρεσιών (SLA), δηλαδή τους δεσμευτικούς χρόνους απόκρισης, αποκατάστασης και διαθεσιμότητας, μαζί με τυχόν απομειώσεις ή κυρώσεις,
- την ακριβή κατάσταση του νέου διαγωνισμού και το χρονοδιάγραμμα ενεργοποίησης της νέας σύμβασης,
- καθώς και συγκριτική οικονομική και τεχνική ανάλυση μεταξύ του σχεδιασμού των 23 εκατ. ευρώ και της τελικής εκτιμώμενης αξίας των 29,421 εκατ. ευρώ.
Η ΕΛ.Α.Σ. επισημαίνει πως δεν υιοθετεί ανεπιβεβαίωτα σενάρια περί κυβερνοεπίθεσης και ξεκαθαρίζει, πως αν υπήρξε τέτοιο περιστατικό, πρέπει να τεκμηριωθεί από τις αρμόδιες αρχές. Αν επρόκειτο για τεχνική αστοχία, απαιτείται να εξηγηθεί ποιο υποσύστημα αστόχησε, γιατί συνέβη και γιατί οι εφεδρικοί μηχανισμοί δεν περιόρισαν αποτελεσματικά τη διάρκεια της διακοπής, τονίζεται στην ανακοίνωση.
Η ψηφιοποίηση των δημόσιων συγκοινωνιών δεν κρίνεται μόνο όταν όλα λειτουργούν. Κρίνεται κυρίως όταν κάτι αστοχεί. Η σοβαρότητα και η διάρκεια τέτοιων συμβάντων δεν προσφέρονται για μικροπολιτική εκμετάλλευση. Αποτελούν όμως δείκτη της πραγματικής διοικητικής και επιχειρησιακής επάρκειας ενός οργανισμού. Ο πολιτικός έλεγχος οφείλει να είναι συγκεκριμένος: τι συνέβη, τι είχε προβλεφθεί, τι δεν λειτούργησε, πόσο κόστισε, ποιος είχε την ευθύνη και τι αλλάζει ώστε να μην επαναληφθεί, καταλήγει η ανακοίνωση.