
Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που μεγαλώνουν μέσα στο παιχνίδι. Και υπάρχουν εκείνοι που μοιάζουν να έχουν γεννηθεί ήδη μέσα σε αυτό. Ο Κωνσταντίνος Καρέτσας ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στα 18 του χρόνια, με τη φανέλα της Ντόρτμουντ πλέον, δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία μεγάλη μεταγραφή ενός ελληνικού ταλέντου. Είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον ποδοσφαιρικό αφήγημα που έχει εμφανιστεί στη χώρα εδώ και πολλά χρόνια.
Η μετακίνησή του στη γερμανική ομάδα, έναν από τους σημαντικότερους «παραγωγούς» αστέρων της Ευρώπης, δεν είναι μόνο μια επιβράβευση. Είναι μια δήλωση προθέσεων, τόσο του ίδιου όσο και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου που βλέπει πάνω του κάτι περισσότερο από έναν ακόμη πολλά υποσχόμενο νεαρό.
Γεννήθηκε στο Γκενκ του Βελγίου, σε μια οικογένεια ελλήνων μεταναστών. Μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο γλώσσες, δύο κουλτούρες και δύο ποδοσφαιρικές σχολές. Το σπίτι του ήταν ελληνικό, η καθημερινότητά του βελγική. Αυτή η διπλή ταυτότητα αποτυπώνεται ακόμη και στον τρόπο που παίζει. Η φαντασία και το αυθόρμητο στυλ του θυμίζουν τη μεσογειακή σχολή, ενώ η τακτική του πειθαρχία και η ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων φέρουν τη σφραγίδα της βορειοευρωπαϊκής εκπαίδευσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι πέρασε από τις ακαδημίες της Γκενκ και της Άντερλεχτ, δύο από τα κορυφαία φυτώρια ποδοσφαίρου στην Ευρώπη. Εκεί δεν του έμαθαν μόνο να ντριμπλάρει ή να σκοράρει. Του έμαθαν να σκέφτεται το παιχνίδι.
Η πιο σημαντική απόφαση της ζωής του ίσως να μην πάρθηκε μέσα σε ένα γήπεδο αλλά έξω από αυτό. Όταν ήρθε η ώρα να επιλέξει εθνική ομάδα, είχε μπροστά του μια ποδοσφαιρική υπερδύναμη, το Βέλγιο, και την Ελλάδα των ονείρων, των οικογενειακών ιστοριών και της συναισθηματικής σύνδεσης.
Σε μια εποχή όπου οι επιλογές γίνονται συχνά με ψυχρούς υπολογισμούς καριέρας, ο Καρέτσας επέλεξε την καρδιά. Δεν ήταν μια εύκολη απόφαση. Ηταν όμως εκείνη που τον έκανε αμέσως κάτι περισσότερο από έναν πολλά υποσχόμενο ποδοσφαιριστή. Τον έκανε σημείο αναφοράς μιας νέας γενιάς Ελλήνων που γεννήθηκαν μακριά από την πατρίδα αλλά δεν έπαψαν ποτέ να τη θεωρούν δική τους.
Όποιος τον παρακολουθεί για πρώτη φορά κάνει σχεδόν πάντα το ίδιο λάθος. Προσέχει την ντρίμπλα. Στην πραγματικότητα, όμως, το μεγαλύτερο προσόν του δεν είναι η τεχνική του. Είναι ο χρόνος.
Ο Καρέτσας παίζει σαν να βλέπει το παιχνίδι λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα από τους υπόλοιπους. Αντιλαμβάνεται τους χώρους πριν δημιουργηθούν. Ξέρει πότε να επιταχύνει και, κυρίως, πότε να σταματήσει. Η αριστερή του ποδοσφαιρική παιδεία συνδυάζεται με μια σπάνια ικανότητα να αλλάζει κατεύθυνση χωρίς να χάνει την ισορροπία του. Δεν βασίζεται στη δύναμη. Βασίζεται στην ευφυΐα.
Γι’ αυτό και οι προπονητές τον χρησιμοποιούν τόσο ως επιτελικό μέσο όσο και ως ακραίο δημιουργό. Δεν περιορίζεται από τη θέση. Τη μεταμορφώνει.
Η Ντόρτμουντ δεν αγοράζει απλώς ποδοσφαιριστές. Δημιουργεί πρωταγωνιστές. Από τον Λεβαντόφσκι μέχρι τον Ντεμπελέ, από τον Μπέλιγχαμ μέχρι τον Χάαλαντ και τον Σάντσο, ο γερμανικός σύλλογος έχει εξελιχθεί στο σημαντικότερο εργαστήριο εξέλιξης νεαρών ποδοσφαιριστών στην Ευρώπη. Εκεί δεν αρκεί το ταλέντο. Πρέπει να αντέχεις την πίεση, την απαίτηση και τη διαρκή σύγκριση.
Αυτός είναι ίσως και ο μεγαλύτερος λόγος που η μεταγραφή του αποκτά τόσο μεγάλη σημασία.
Η Ντόρτμουντ δεν επενδύει στο παρελθόν. Επενδύει σχεδόν αποκλειστικά στο μέλλον. Και για να διαθέσει περίπου 30 εκατομμύρια ευρώ για έναν 18χρονο ποδοσφαιριστή, σημαίνει ότι βλέπει σε εκείνον έναν παίκτη γύρω από τον οποίο μπορεί να χτίσει την επόμενη γενιά της.
Η πρόκληση
Η πραγματική ιστορία, βέβαια, αρχίζει τώρα. Η Μπουντεσλίγκα δεν συγχωρεί τη στασιμότητα. Κάθε εβδομάδα είναι μια νέα εξέταση. Οι αντίπαλοι είναι πιο δυνατοί, πιο γρήγοροι, πιο έμπειροι. Τα παιδικά λάθη κοστίζουν.
Οι καλές εμφανίσεις ξεχνιούνται εύκολα. Μόνο η συνέπεια χτίζει καριέρες. Ο Καρέτσας θα χρειαστεί να μάθει να ζει με τις προσδοκίες. Να αποδεχθεί ότι κάθε του πάσα, κάθε του ντρίμπλα και κάθε του λάθος θα αναλύονται περισσότερο από ποτέ. Είναι το τίμημα της μεγάλης σκηνής.
Ίσως όμως η μεγαλύτερη αξία του να μην αφορά αποκλειστικά τον ίδιο. Η Ελλάδα δείχνει επιτέλους να παράγει μια νέα γενιά ποδοσφαιριστών που δεν μεγαλώνει με το σύνδρομο της επαρχίας. Παιδιά που εκπαιδεύτηκαν σε ευρωπαϊκές ακαδημίες, μιλούν πολλές γλώσσες, κατανοούν διαφορετικές ποδοσφαιρικές κουλτούρες και αντιμετωπίζουν την κορυφή ως φυσικό προορισμό, όχι ως άπιαστο όνειρο. Ο Καρέτσας είναι ίσως το πιο λαμπερό πρόσωπο αυτής της γενιάς.
Όχι επειδή θεωρείται «θαύμα», αλλά επειδή μοιάζει εξαιρετικά φυσιολογικό μέσα σε ένα περιβάλλον που απαιτεί το εξαιρετικό.
Οι μεγάλες καριέρες δεν ξεκινούν όταν ένας ποδοσφαιριστής υπογράφει το πρώτο μεγάλο συμβόλαιο. Ξεκινούν όταν συνειδητοποιεί ότι το συμβόλαιο δεν σημαίνει τίποτα χωρίς την επόμενη προπόνηση.
Η φωτογραφία με την κιτρινόμαυρη φανέλα θα μείνει. Τα πρωτοσέλιδα θα ξεχαστούν. Οι συγκρίσεις με άλλους μεγάλους Ελληνες θα πολλαπλασιαστούν. Εκείνος όμως θα συνεχίσει να κάνει αυτό που έκανε από παιδί στα γήπεδα του Γκενκ: να ψάχνει μια ακόμη πάσα που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σπάνιο χαρακτηριστικό του. Σε μια εποχή που το ποδόσφαιρο κυνηγά διαρκώς τον επόμενο μεγάλο σταρ, ο Κωνσταντίνος Καρέτσας δείχνει να κυνηγά μόνο το επόμενο σωστό άγγιγμα της μπάλας. Ολα τα υπόλοιπα, η φήμη, τα εκατομμύρια, οι τίτλοι και οι προβολείς, μοιάζουν απλώς να τον ακολουθούν.