Οταν το κινητό αποφασίζει τι θα μπει στο καλάθι

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι καταναλωτές διάβαζαν – αν διάβαζαν – τις ετικέτες των τροφίμων. Σήμερα αρκεί ένα σκανάρισμα του barcode με το κινητό και η «ετυμηγορία» εμφανίζεται στην οθόνη σχετικά με το πόσο υγιεινό είναι ένα τρόφιμο. Η επίδραση των νέων ψηφιακών εργαλείων δεν περιορίζεται όμως, μόνον στο τι θα μπει ή όχι στο καλάθι του σουπερμάρκετ. Αρχίζει να επηρεάζει τις ίδιες τις συνταγές των προϊόντων και τις αποφάσεις της βιομηχανίας τροφίμων.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται από τη Γαλλία. Η μεγάλη αλυσίδα σουπερμάρκετ «Intermarché» ανακοίνωσε ότι από το 2017 έχει αναδιαμορφώσει περισσότερες από 3.000 συνταγές προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας και έχει αφαιρέσει 160 πρόσθετα τροφίμων. Η αιτία; Η ολοένα μεγαλύτερη επιρροή εφαρμογών αξιολόγησης τροφίμων, όπως η Yuka, στις αγοραστικές επιλογές των καταναλωτών.

Μάλιστα, τόσο το συγκεκριμένο όσο και τα υπόλοιπα app, που όλα δείχνουν ότι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις επιλογές των καταναλωτών, έχουν διευρύνει το πεδίο δράσης τους. Πιο συγκεκριμένα, αρκετά πλέον συμπεριλαμβάνουν την αξιολόγηση επιπλέον προϊόντων όπως είναι καλλυντικά και προσωπικά είδη υγιεινής (π.χ. αφρόλουτρα και αποσμητικά), γεγονός που αποδεικνύει πως δεν πρόκειται για μια απλή τάση. Ομως, κατά πόσο τα ψηφιακά αυτά εργαλεία μάς βοηθούν να τρώμε πιο υγιεινά;

«Οι σύγχρονες εφαρμογές διατροφής που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη για την αναγνώριση τροφίμων ή συστήματα αξιολόγησης όπως το Traffic Light και το Nutri-Score (ABCDE) μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα εργαλεία εκπαίδευσης του καταναλωτή, όμως δεν πρέπει να θεωρούνται αλάνθαστοι οδηγοί επιλογής τροφίμων», σημειώνει μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο κλινικός διαιτολόγος – βιολόγος και προϊστάμενος του Διαιτολογικού Τμήματος στο νοσοκομείο «Λαϊκό» Χάρης Δημοσθενόπουλος. Και προσθέτει με νόημα ότι «η αξιοπιστία μιας εφαρμογής ή ενός συστήματος αξιολόγησης τροφίμων δεν εξαρτάται από τον χρωματικό κώδικα ή την ευκολία χρήσης του, αλλά από την επιστημονική του τεκμηρίωση και τη διαφάνεια του αλγορίθμου που χρησιμοποιεί».

Πιο συγκεκριμένα και όπως ο ίδιος εξηγεί, ένα αξιόπιστο εργαλείο πρέπει να βασίζεται σε δημοσιευμένες επιστημονικές μελέτες, να αξιολογείται από ανεξάρτητους επιστήμονες, να αναθεωρείται όταν προκύπτουν νέα δεδομένα και να επιβεβαιώνεται ότι δεν προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων.

Πάντως, η απήχηση αυτών των apps δείχνει ότι οι καταναλωτές «διψούν» για διαφάνεια και ενημέρωση. Η Yuka δημιουργήθηκε στη Γαλλία το 2015 και σήμερα έχει περισσότερους από 85 εκατομμύρια χρήστες σε 12 χώρες. Και οι ανάμεσα στις υπηρεσίες που προσφέρει – όπως η αξιολόγηση της διατροφικής αξίας, της περιεκτικότητας σε ζάχαρη, αλάτι και κορεσμένα λιπαρά – είναι και η ανάδειξη εναλλακτικών προϊόντων με καλύτερη βαθμολογία.

Το εύρημα όμως που δείχνει ότι τα ψηφιακά αυτά εργαλεία έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και σταδιακά διαμορφώνουν τις αγοραστικές συνήθειες είναι ότι σύμφωνα με έρευνα σε 20.000 χρήστες, το 94% δήλωσε ότι επιστρέφει στο ράφι ένα προϊόν όταν η εφαρμογή το χαρακτηρίσει με «κόκκινη» ένδειξη.

Η αλλαγή αυτή έχει, μοιραία, οικονομικές συνέπειες, καθώς οι εταιρείες τροφίμων έχουν να αντιμετωπίσουν έναν νέο παράγοντα πίεσης που δεν είναι άλλος από τη, θετική ή αρνητική, ψηφιακή φήμη των προϊόντων τους.

Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι οι εφαρμογές αυτές δεν αποτελούν από μόνες τους λύση στο πρόβλημα της ανθυγιεινής διατροφής ενώ έχουν και περιορισμούς. «Οι περισσότερες εφαρμογές αξιολογούν τρόφιμα ανά 100 γραμμάρια ή 100 ml και όχι με βάση τη συνήθη μερίδα κατανάλωσης ενώ δεν λαμβάνουν υπόψη παράγοντες όπως η συνολική ποιότητα του διαιτολογίου, ο βαθμός επεξεργασίας, οι ατομικές ανάγκες, οι χρόνιες παθήσεις ή ο τρόπος ζωής», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Χ. Δημοσθενόπoυλος. Ετσι, όμως, ένα τρόφιμο μπορεί να λάβει χαμηλή βαθμολογία, αλλά να αποτελεί μέρος μιας υγιεινής διατροφής όταν καταναλώνεται στη σωστή ποσότητα και συχνότητά.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται, επίσης, και στο ζήτημα των πρόσθετων ουσιών. Η παρουσία ενός κωδικού «Ε» στην ετικέτα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ένα προϊόν είναι επικίνδυνο, καθώς «οι εγκεκριμένες πρόσθετες ουσίες έχουν αξιολογηθεί ως ασφαλείς όταν χρησιμοποιούνται στα επιτρεπόμενα επίπεδα. Ωστόσο, η συχνή παρουσία πολλών πρόσθετων μπορεί να αποτελεί ένδειξη υψηλού βαθμού επεξεργασίας ενός τροφίμου, ένα ζήτημα που βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας», τονίζει ο ειδικός.

Υπολογίζουν και τις… θερμίδες

Εδαφος όμως κερδίζουν και τα apps που υπόσχονται ότι υπολογίζουν πόσες θερμίδες καταναλώνει κανείς, αρκεί να φωτογραφήσει και να ανεβάσει μια εικόνα του πιάτου ή του σνακ που λαχταρά.

Ομως, πόσο αξιόπιστα είναι τα αποτελέσματα; Ευρήματα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Διατροφής (ASN) κατέληξαν ότι τέσσερις δημοφιλείς εφαρμογές (πρόκειται για τις MyFitnessPal, LoseIt!, CalAI και Appediet), υποεκτιμούσαν τις θερμίδες των γευμάτων κατά 250 έως 345, κατά μέσον όρο, όπως και την περιεκτικότητά τους σε λίπος (κατά περίπου 30 γρ.).

Η σύγκριση έδειξε ακόμα ότι και τα τέσσερα apps υπολόγιζαν τους υδατάνθρακες με μεγαλύτερη αξιοπιστία από τα υπόλοιπα συστατικά. «Οσοι χρησιμοποιούν τέτοιου είδους εφαρμογές δίχως να προσαρμόζουν το μέγεθος των μερίδων ή να καταχωρίζουν την ποσότητα της τροφής, πρέπει να είναι επιφυλακτικοί με τα αποτελέσματα που λαμβάνουν», δήλωσε ο Dr. Aaron Hengist, μεταδιδακτορικός επισκέπτης ερευνητής στο Εθνικό Ιδρυμα Διαβήτη, Πεπτικών και Νεφρικών Νόσων (NIDDKD) των ΗΠΑ και επικεφαλής της έρευνας.

«Οι εφαρμογές αυτές τείνουν να υποτιμούν τις θερμίδες, ιδίως όσες προέρχονται από λίπος. Επομένως οι χρήστες τους πιθανώς καταναλώνουν περισσότερες θερμίδες από όσες νομίζουν» κατέληξε.