Σαν σήμερα… δύο δολοφονίες και 52 χρόνια χωρίς απάντηση (pics-video)

Ο άλυτος γρίφος της δολοφονίας του πρέσβη των ΗΠΑ Ρότζερ Ντέϊβις -που δεν είναι και τόσο γρίφος- της επίθεσης στην αμερικανική πρεσβεία, οι ένοπλοι στο γιαπί, το φιλμ που δεν έφτασε στο δικαστήριο και το όπλο που έδειχνε τη χούντα Ιωαννίδη

Στις 19 Αυγούστου 1974, τρεις ημέρες μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής και την κατάληψη της Αμμοχώστου, ο πρέσβης των ΗΠΑ Ρότζερ Ντέιβις έπεφτε νεκρός μέσα στην αμερικανική πρεσβεία στη Λευκωσία. Δίπλα του σκοτώθηκε η Αντουανέτα Βαρνάβα, 30 ετών, Μαρωνίτισσα υπάλληλος της πρεσβείας, στην οποία εργαζόταν για περίπου μία δεκαετία.

Cbf5c633 6762 4d8c 9da7 36ca32902ce2

Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, οι δύο φόνοι παραμένουν ανεξιχνίαστοι. Όχι επειδή δεν υπήρξαν ύποπτοι, μάρτυρες και ευρήματα. Υπήρξαν ονόματα, συλλήψεις, καταθέσεις, κινηματογραφικό υλικό, βαλλιστικές εξετάσεις και αμερικανικά τηλεγραφήματα. Κανένας, όμως, δεν καταδικάστηκε για τις δύο δολοφονίες και ουδέποτε αποδείχθηκε δικαστικά ποιος έδωσε την εντολή, ποιος έριξε τις θανατηφόρες σφαίρες και ποιο ήταν το ακριβές κίνητρο.

Αυτό το χάσμα, ανάμεσα σε όσα φαίνεται να γνώριζαν αστυνομικοί, στρατιωτικοί και αμερικανικές υπηρεσίες και σε όσα τελικά παρουσιάστηκαν ενώπιον δικαστηρίου, τροφοδότησε επί δεκαετίες υποψίες συγκάλυψης και κάθε λογής θεωρίες συνωμοσίας. Νέα στοιχεία συγκέντρωσε και παρουσίασε ο δημοσιογράφος Αντρέας Χατζηκυριάκος στο βιβλίο του «Η Αόρατη Συνωμοσία», επανεξετάζοντας την υπόθεση μέσα από αστυνομικές καταθέσεις, δικαστικά πρακτικά, αμερικανικά και ελληνικά έγγραφα, βαλλιστικές εκθέσεις και μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα.

Cac51699 F86c 476f 8847 De0110062b1c

Μια πρωτεύουσα γεμάτη όπλα και οργή

Η Λευκωσία της 19ης Αυγούστου 1974 ήταν μια πόλη σε κατάσταση διάλυσης. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου είχε ανατρέψει τον Μακάριο, η Τουρκία είχε εισβάλει στις 20 Ιουλίου και ο «Αττίλας 2», από τις 14 μέχρι τις 16 Αυγούστου, είχε επεκτείνει την κατοχή περίπου στο 36% του νησιού. Δεκάδες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εγκατέλειπαν ως πρόσφυγες τις πόλεις και τα χωριά τους. Άλλοι αναζητούσαν συγγενείς, ζωντανούς, νεκρούς και αγνοουμένους, ενώ ολόκληρες κοινότητες είχαν ξεριζωθεί μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα.

Ο Νίκος Σαμψών είχε αποχωρήσει και καθήκοντα Προέδρου ως προεδρεύων, ασκούσε ο Γλαύκος Κληρίδης, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της Βουλής, αφού ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε διαφύγει στη Βρετανία μετά το πραξικόπημα. Η χούντα του Δημήτρη Ιωαννίδη είχε καταρρεύσει στην Αθήνα, τα δίχτυα της όμως δεν είχαν εξαφανιστεί από την Εθνική Φρουρά, την Αστυνομία, την ελληνική ΚΥΠ και την ΕΟΚΑ Β’. Όπλα κυκλοφορούσαν παντού, η πειθαρχία ήταν ανύπαρκτη και τα όρια ανάμεσα στον αστυνομικό, τον στρατιωτικό, τον παραστρατιωτικό και τον ένοπλο πολίτη ήταν συχνά δυσδιάκριτα.

Η οργή εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και προσωπικά του Χένρι Κίσινγκερ είχε πραγματική πολιτική βάση. Η Ουάσιγκτον γνώριζε την κλιμάκωση της σύγκρουσης ανάμεσα στον Μακάριο και τη χούντα των Αθηνών και είχε δεχθεί προειδοποιήσεις για πιθανή κίνηση του Ιωαννίδη. Οι παρεμβάσεις της παρέμειναν χαμηλού επιπέδου και αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές.
Η πολιτική αποτίμηση που έκαναν αργότερα οι ίδιες οι ΗΠΑ αναγνώριζε ότι υπήρχαν αρκετά προειδοποιητικά σημάδια και χαρακτήριζε τη διπλωματική αντίδραση της Ουάσιγκτον «αδύναμη και μη αποφασιστική». Κατέγραφε ακόμη ότι η στάση αυτή θα μπορούσε να είχε εκληφθεί στην Αθήνα ως ανοχή στα σχέδια του Ιωαννίδη. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στα επίσημα έγγραφα της σειράς Foreign Relations of the United States που έχουν αποδεσμευθεί.

Η αμερικανική στάση κατά τις δύο φάσεις της εισβολής ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η Ουάσιγκτον, έχοντας ως κύρια προτεραιότητα τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τις σχέσεις της με την Τουρκία, δεν αξιοποίησε την επιρροή της για να ανακόψει εγκαίρως την τουρκική προέλαση. Το αντιαμερικανικό αίσθημα στην Κύπρο και στην Ελλάδα είχε, συνεπώς, συγκεκριμένες αιτίες. Η πολιτική ευθύνη της Ουάσιγκτον για τις επιλογές και τις παραλείψεις της, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με τον ισχυρισμό ότι οι ΗΠΑ σχεδίασαν κάθε στάδιο του πραξικοπήματος και της εισβολής. Τα διαθέσιμα αρχεία τουλάχιστον δεν τεκμηριώνουν αυτή την απόλυτη εκδοχή.

Η διαδήλωση έγινε ένοπλη επίθεση

Από το πρωί της 19ης Αυγούστου υπήρχαν πληροφορίες για διαδήλωση στη Λευκωσία. Η αμερικανική πρεσβεία ζήτησε επανειλημμένως αστυνομική προστασία και τελικά στάλθηκαν περίπου 30 με 40 αστυνομικοί, δύναμη ανεπαρκής για μια κινητοποίηση εκατοντάδων ανθρώπων με άγριες διαθέσεις. Οι εκτιμήσεις της εποχής υπολόγιζαν το πλήθος μεταξύ 300 και 600 ατόμων και όχι σε χιλιάδες, όπως αναφέρθηκε σε μεταγενέστερες αφηγήσεις.
Οι διαδηλωτές έφτασαν στην πρεσβεία, απέναντι από το τότε ξενοδοχείο Χίλτον, κρατώντας συνθήματα εναντίον του Κίσινγκερ, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Ακολούθησαν πετροβολισμοί, κατέβασμα και κάψιμο της αμερικανικής σημαίας, πυρπόληση αυτοκινήτων και χρήση δακρυγόνων από τους Αμερικανούς πεζοναύτες που φρουρούσαν το κτήριο.

6d89659b 1300 4c1d 93aa 71cbf16164bf

Η λεπτομερής ανταπόκριση του περιοδικού Time, λίγες ημέρες αργότερα, κατέγραφε ότι πυρπολήθηκαν δέκα αυτοκίνητα. Λίγο πριν από τη μία το μεσημέρι άρχισαν πυροβολισμοί με αυτόματα όπλα και διατρητικές σφαίρες των 7,62 χιλιοστών. Σύμφωνα με εκείνη την καταγραφή, οι ένοπλοι πυροβολούσαν από το γιαπί πολυκατοικίας και από δεύτερο σημείο κοντά σε ύψωμα, στοχεύοντας προς την πλευρά όπου βρίσκονταν το γραφείο και η κατοικία του πρέσβη. Το δημοσίευμα του Time παραμένει μία από τις πληρέστερες περιγραφές όσων συνέβησαν εκείνη την ημέρα.

Σφαίρες στον εσωτερικό διάδρομο

Οι 38 εργαζόμενοι που δεν ανήκαν στο προσωπικό ασφαλείας είχαν απομακρυνθεί από τα παράθυρα και είχαν καταφύγει σε εσωτερικό διάδρομο. Εκεί βρισκόταν και ο πρέσβης Ρότζερ Ντέιβις. Μία σφαίρα διαπέρασε τα ξύλινα παντζούρια του γραφείου, το τζάμι και εσωτερικά χωρίσματα και τον βρήκε στο στήθος, στην περιοχή της καρδιάς.
Η Αντουανέτα Βαρνάβα έτρεξε προς το μέρος του και δεύτερη σφαίρα τη χτύπησε στο κεφάλι και έπεσε νεκρή δίπλα του. Θραύσμα άλλης σφαίρας τραυμάτισε ελαφρά στο πόδι τον οικονομικό ακόλουθο της πρεσβείας Τζέι Γκράχαμ.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης Τζέιμς Άλαν Ουίλιαμς, αυτόπτης μάρτυρας μέσα στην πρεσβεία, εκτίμησε αργότερα ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο ένοπλοι. Πίστευε ότι οι βολές κατευθύνονταν προς τα σημεία στα οποία ήταν πιθανότερο να βρίσκεται ο πρέσβης. Χαρακτήρισε, πάντως, τη μοιραία σφαίρα «τυφλή», επειδή ο σκοπευτής δεν μπορούσε να βλέπει τον Ντέιβις στον εσωτερικό διάδρομο. Η μαρτυρία του περιλαμβάνεται στο αρχείο της Association for Diplomatic Studies and Training.

Ο προεδρεύων της Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης έσπευσε στην πρεσβεία και εισήλθε στο κτήριο φορώντας αντιασφυξιογόνο μάσκα. Είδε τον Ντέιβις νεκρό και μερίμνησε για τη μεταφορά του στο νοσοκομείο όπου απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Στην τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθησε, ο Κίσινγκερ αναγνώρισε ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο του Κληρίδη, απαίτησε όμως να τερματιστεί η αντιαμερικανική κινητοποίηση. Η συνομιλία έχει αποχαρακτηριστεί και βρίσκεται στο αρχείο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Δεύτερη έρευνα χαμένο τον φάκελο της πρώτης

Η πρώτη έρευνα, το 1974, δεν οδήγησε στην απαγγελία κατηγοριών για τους δύο φόνους. Εκδόθηκαν εντάλματα για τρία πρόσωπα, έγιναν συλλήψεις και ανακρίσεις, αλλά η υπόθεση σύντομα χάθηκε από το προσκήνιο.

Το 1976, έπειτα από προσωπική πίεση του Κίσινγκερ προς τον Μακάριο, η έρευνα άνοιξε ξανά. Τότε διαπιστώθηκε ότι ο αρχικός αστυνομικός φάκελος είχε εξαφανιστεί. Ο αστυνόμος Φάνης Δημητρίου, στον οποίο ανατέθηκε η νέα έρευνα, διέθετε δεύτερο φάκελο και διαβεβαίωνε ότι το αποδεικτικό υλικό υπήρχε και μπορούσε να ανασυσταθεί.
Οι Αμερικανοί, οι οποίοι δεν εμπιστεύονταν την αρχική έρευνα, αποφάσισαν να εμπλακούν άμεσα στη νέα προσπάθεια. Ο ερευνητής Τζον Φέρσον συνεργάστηκε με τον υπαστυνόμο του ΤΑΕ Αντρέα Πετρίδη, ενώ ανακρίσεις έγιναν ακόμη και μέσα στην πρεσβεία.
Τα αμερικανικά τηλεγραφήματα αποτυπώνουν ένα ευρύ πλέγμα υπόπτων και μαρτύρων. Ανακρίθηκαν ή εξετάστηκαν οι κινήσεις του Νεοπτόλεμου Γεωργίου, γνωστού ως Λεφτή, του αστυνομικού Λοΐζου Σάββα, γνωστού και ως Λοΐζου Νικολάου, του πυροσβέστη Ανδρέα Κωνσταντίνου, του Ξενοφώντα Ξενοφώντος, του Νίκου Δημητριάδη, του Χριστάκη Νικολάου Χαραλάμπους και του Χρίστου Λεωνίδα. Ερευνήθηκε επίσης η παρουσία του Βασίλη Πρόεστου, ο οποίος συνελήφθη στις 21 Αυγούστου 1974, ανακρίθηκε και αφέθηκε ελεύθερος την επόμενη ημέρα.

Η έρευνα επεκτάθηκε στον πρώην αρχηγό της Αστυνομίας Μιχαλάκη Παντελίδη, στον ανώτερο αστυνόμο Αντρέα Ρήγα και στον Αντρέα Παρισινό, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως «υφυπουργός παρά τω προέδρω» κατά την οκταήμερη πραξικοπημσατική διακυβέρνηση του Νίκου Σαμψών. Τα ονόματα αυτά περιλαμβάνονται σε αποχαρακτηρισμένο αμερικανικό τηλεγράφημα του 1976. Η αναφορά ενός προσώπου σε ανακριτικό ή διπλωματικό έγγραφο, βεβαίως, δεν συνιστά απόδειξη ενοχής ή εμπλοκής στις δολοφονίες.

Ο μάρτυρας, το γιαπί και το φιλμ του ABC

Κομβικός μάρτυρας ήταν άνδρας με το επώνυμο Σωτηρίου. Σύμφωνα με την έρευνα, είχε δει ενόπλους να πυροβολούν από το γιαπί της πολυκατοικίας «Αλπάν», απέναντι από την πρεσβεία. Κατονόμασε τον Ιωάννη, ή Γιαννάκη, Κτηματία ως έναν από τους ενόπλους και συνέδεσε με το σημείο τον Νεοπτόλεμο Γεωργίου – Λεφτή, καθώς και άλλα άτομα.
Οι Αμερικανοί εντόπισαν αμοντάριστο κινηματογραφικό υλικό του τηλεοπτικού δικτύου ABC, στο οποίο φαίνονταν ένοπλοι μέσα στην οικοδομή. Κατά την ανακριτική εκδοχή, στο φιλμ ο υπαστυνόμος Αντρέας Ιερείδης φαίνεται να προσπαθεί να εμποδίσει τον Ιωάννη Κτηματία να συνεχίσει να πυροβολεί.

Το ABC παραχώρησε το υλικό με αυστηρούς όρους. Δεν θα αποκαλυπτόταν η πηγή του, δεν θα χρησιμοποιούνταν ως δικαστικό τεκμήριο και δεν θα ανακρίνονταν τα μέλη του τηλεοπτικού συνεργείου. Οι περιορισμοί σχεδόν μηδένισαν την αποδεικτική αξία της ταινίας και στέρησαν από τη δίκη υλικό που θα μπορούσε να φωτίσει κρίσιμες πτυχές της επίθεσης.

Σε ρεπορτάζ του 1977, η Washington Post ανέφερε ότι στελέχη της αρμόδιας επιτροπής πληροφοριών της αμερικανικής Βουλής είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως το φιλμ έδειχνε τρεις ή τέσσερις ενόπλους να πυροβολούν προς την πρεσβεία. Το ίδιο δημοσίευμα, επικαλούμενο πηγές της επιτροπής, υποστήριζε ότι στελέχη της CIA στη Λευκωσία γνώριζαν μέσα σε λίγες ώρες την ταυτότητα όσων πυροβόλησαν. Επρόκειτο, ωστόσο, για δημοσιογραφική πληροφορία και όχι για γεγονός που αποδείχθηκε δικαστικά. Η εφημερίδα κατέγραφε επίσης καταγγελίες για εξαφάνιση στοιχείων και εκφοβισμό μαρτύρων.

Έξι κατηγορούμενοι, καμία καταδίκη

Το 1977 οδηγήθηκαν ενώπιον δικαστηρίου έξι πρόσωπα. Ο Ιωάννης Κτηματίας, ο Νεοπτόλεμος Γεωργίου, – Λεφτής, και ο Λοΐζος Σάββα αντιμετώπισαν αρχικά κατηγορίες ανθρωποκτονίας, παράνομης οπλοφορίας και συμμετοχής σε οχλαγωγία. Ο Κτηματίας και ο Σάββα υπηρετούσαν στην Αστυνομία την εποχή των γεγονότων. Οι υπόλοιποι κατηγορήθηκαν για μικρότερης σοβαρότητας αδικήματα σχετικά με όπλα, εκρηκτικά, καταστροφές και τα επεισόδια.

Οι κατηγορίες ανθρωποκτονίας κατέρρευσαν λόγω ανεπάρκειας παραδεκτής μαρτυρίας. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Δημήτριος Δημητριάδης έκρινε ότι τα στοιχεία δεν συνέδεαν με την απαιτούμενη ασφάλεια τους κατηγορουμένους με τις δύο θανατηφόρες βολές. Η κύρια μαρτυρία εμφάνιζε αποκλίσεις, ενώ το φιλμ του ABC δεν μπορούσε να κατατεθεί εξαιτίας των δεσμεύσεων που είχαν αναληφθεί έναντι του αμερικανικού δικτύου.
Ο Κτηματίας καταδικάστηκε τελικά σε επτά χρόνια φυλάκισης και ο Λεφτής σε πέντε χρόνια για αδικήματα οπλοφορίας και οχλαγωγίας. Ο Σάββα παραδέχθηκε συμμετοχή σε οχλαγωγία και καταδικάστηκε σε οκτώ μήνες φυλάκιση. Οι ποινές μειώθηκαν και οι δύο βασικοί καταδικασθέντες αποφυλακίστηκαν περίπου 18 μήνες αργότερα. Κανένας δεν καταδικάστηκε για τη δολοφονία του Ρότζερ Ντέιβις ή της Αντουανέτας Βαρνάβα. Η εξέλιξη της δίκης καταγράφηκε τόσο στα αμερικανικά τηλεγραφήματα όσο και στα ρεπορτάζ της Washington Post εκείνης της περιόδου.

Το FN που δεν εμφανίστηκε ποτέ

Η έρευνα του δημοσιογράφου Αντρέα Χατζηκυριάκου προσθέτει ένα βαλλιστικό εύρημα ιδιαίτερης σημασίας. Από το εσωτερικό της πρεσβείας είχαν παραδοθεί στην Αστυνομία τέσσερα βλήματα και δύο θραύσματα. Έξω από την οικοδομή «Αλπάν» εντοπίστηκαν 67 κάλυκες και ακόμη ένας πάνω σε σκαλωσιά του δεύτερου ορόφου.
Οι κάλυκες προέρχονταν από διαφορετικούς τύπους όπλων, μεταξύ των οποίων Enfield, τσεχικά Μ58, Καλασνίκοφ, Μ52 και Μ57 και πιθανώς πολυβόλο Browning. Είκοσι πέντε κάλυκες, όμως, ήταν διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών και είχαν βληθεί από το ίδιο βελγικό αυτόματο FN. Από τις έξι σφαίρες και τα θραύσματα που βρέθηκαν μέσα στην πρεσβεία, τα πέντε συνδέονταν με το FN και μόνο ένα με Καλασνίκοφ.
Το οπλοπολυβόλο FN FAL δεν ήταν συνηθισμένο όπλο της ΕΟΚΑ Β ή των διάφορων ένοπλων πολιτικών ομάδων της εποχής. Τέτοια όπλα, σύμφωνα με την έρευνα του Αντρέα Χατζηκυριάκου, διέθετε η ΕΛΔΥΚ, ενώ μικρός αριθμός είχε διανεμηθεί σε αξιωματικούς των Καταδρομών μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης φάσης της εισβολής.

Στην ίδια έρευνα παρουσιάζεται μαρτυρία για ομάδα ενόπλων με στρατιωτικές στολές, η οποία φέρεται να εξήλθε από το γειτονικό στρατόπεδο «Α. Παναγίδης» και να αναπτύχθηκε γύρω και μέσα στην οικοδομή «Αλπάν». Ως επικεφαλής κατονομάζεται ο Ελλαδίτης ταγματάρχης των ΛΟΚ Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του φωτορεπόρτερ Τάκη Ιωαννίδη, έδωσε τη διαταγή, «βαράτε τους».
Ο Αντρέας Χατζηκυριάκος συνδέει τα γεγονότα με τον μηχανισμό του δικτάτορα Ιωαννίδη, ο οποίος επιχειρούσε να επιβιώσει μετά την πτώση της χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας με την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το Παρίσι. Το πρωί της δολοφονίας, η νέα κυβέρνηση στην Αθήνα είχε απομακρύνει τον χουντικό αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριο Μπονάνο, τον αρχηγό Στρατού Ανδρέα Γαλατσάνο και άλλους ανώτατους αξιωματικούς που είχε τοποθετήσει ο Ιωαννίδης σε καίριες θέσεις.

Η εκδοχή αυτή στηρίζεται σε σοβαρά στοιχεία και ερευνητική τεκμηρίωση, δεν αποτελεί, όμως, δικαστική διαπίστωση, καθώς η ταυτότητα του ανθρώπου που έριξε τις δύο θανατηφόρες σφαίρες ουδέποτε αποδείχθηκε.

Η σκιά της συγκάλυψης

Οι υποψίες συγκάλυψης δεν προέκυψαν αποκλειστικά από την καχυποψία της εποχής. Ο πρώτος φάκελος εξαφανίστηκε, οι ύποπτοι δεν συνελήφθησαν εγκαίρως και αμερικανικό τηλεγράφημα αναφέρει ότι ο Ξενοφών Ξενοφώντος, ένας από τους πρώτους υπόπτους, προστατεύθηκε από τον τότε αρχηγό της Αστυνομίας μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψής του. Δεν οδηγήθηκαν σε δίκη όλοι όσοι παραδέχθηκαν ότι πυροβόλησαν προς την πρεσβεία και η μαρτυρία για παρουσία και διαταγή αξιωματικού από την Ελλάδα δεν παρουσιάστηκε ποτέ στο δικαστήριο. Επίσης το κινηματογραφικό υλικό που θα μπορούσε να ξεκαθαρίσει κρίσιμες λεπτομέρειες παρέμεινε εκτός της αποδεικτικής διαδικασίας.

Η εκδοχή ότι η ίδια η CIA δολοφόνησε τον Ρότζερ Ντέιβις για να μην αποκαλύψει όσα γνώριζε για το πραξικόπημα παραμένει θεωρία συνωμοσίας χωρίς κανένα αποδεικτικό υπόβαθρο, ενώ συγκρούεται και με τα αμερικανικά τηλεγραφήματα, τα οποία καταγράφουν επίμονη πίεση προς τον Μακάριο, αλλά και με την άμεση συμμετοχή Αμερικανού ερευνητή και την έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας.

Περισσότερο βάσιμη εμφανίζεται η υποψία εσωτερικής συγκάλυψης ή πολιτικής αυτοπροστασίας. Το κράτος του 1974 προσπαθούσε να λειτουργήσει ξανά, την ώρα που σημαντικά τμήματα της Αστυνομίας, της Εθνικής Φρουράς και των υπηρεσιών ασφαλείας παρέμεναν επηρεασμένα από ανθρώπους του πραξικοπήματος και της ΕΟΚΑ Β. Μια πλήρης έρευνα ενδεχομένως να αποκάλυπτε ευθύνες πολύ ψηλότερα από τους ενόπλους της πολυκατοικίας «Αλπάν» και να προκαλούσε νέα κρίση στις σχέσεις Λευκωσίας και Αθήνας.
Ο Ρότζερ Ντέιβις και η Αντουανέτα Βαρνάβα δεν σκοτώθηκαν από κάποια απρόσωπη «οργή του πλήθους». Τους σκότωσαν πραγματικά όπλα που κρατούσαν συγκεκριμένοι άνθρωποι. Στη σκηνή υπήρχαν μάρτυρες, αστυνομικοί, στρατιωτικοί, κάλυκες, βλήματα και κινηματογραφικό υλικό.

Εκείνο που δεν υπήρξε ήταν η βούληση ή η δυνατότητα να μετατραπούν όλα αυτά σε αποδείξεις ικανές να αντέξουν ενώπιον δικαστηρίου. Γι’ αυτό, 52 χρόνια μετά, γνωρίζουμε με αρκετή ακρίβεια πώς εκδηλώθηκε η επίθεση και διαθέτουμε σοβαρές ενδείξεις για τους ανθρώπους και τους μηχανισμούς που κινήθηκαν γύρω από αυτήν. Εξακολουθούμε, όμως, να μην έχουμε δικαστική απάντηση για τους δύο φόνους.