Το «Πάσχα του Καλοκαιριού» και οι αμέτρητες Παναγίες του ελληνισμού

Γιατί η Κοίμηση της Θεοτόκου θεωρείται το «Πάσχα του καλοκαιριού», οι εκατοντάδες Παναγίες του Ελληνισμού, το όνομα Μαρία, τα προσκυνήματα, οι θρύλοι, τα τραγούδια, τα πανηγύρια και τα γλέντια του Δεκαπενταύγουστου.

Υπάρχουν γιορτές που καταγράφονται στο ημερολόγιο και υπάρχουν γιορτές που αλλάζουν τον ρυθμό μιας ολόκληρης χώρας. Ο Δεκαπενταύγουστος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Οι δρόμοι των πόλεων αδειάζουν, τα αεροδρόμια και τα λιμάνια «βουλιάζουν», τα χωριά αποκτούν ξανά ζωή και οι πλατείες στρώνονται για πανηγύρια. Άνθρωποι που μπορεί να μην εκκλησιάζονται συχνά θα ανάψουν ένα κερί, θα ταξιδέψουν σε ένα μοναστήρι, θα εκπληρώσουν ένα τάμα ή απλώς θα καθίσουν στο οικογενειακό τραπέζι. Τα τηλέφωνα θα χτυπούν από το πρωί για τις ευχές στις Μαρίες, στους Παναγιώτηδες, στις Παναγιώτες και στις Δέσποινες.

Μαζί με το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, η 15η Αυγούστου αποτελεί, στην ελληνική κοινωνική συνείδηση, την τρίτη μεγάλη γιορτή του χρόνου. Δεν πρόκειται για κάποια επίσημη εκκλησιαστική κατάταξη. Είναι περισσότερο μια διαπίστωση που προκύπτει από το μέγεθος της συμμετοχής, τον αριθμό των προσκυνημάτων, τη διασπορά των πανηγυριών και τη θέση που κατέχει η Παναγία στην ιστορική και λαϊκή μνήμη των Ελλήνων.
Ο Δεκαπενταύγουστος δεν είναι μόνο μια θρησκευτική επέτειος. Είναι ημέρα επιστροφής, συνάντησης και συλλογικής μνήμης. Για πολλά ελληνικά και κυπριακά χωριά είναι η μία ημέρα του χρόνου κατά την οποία οι απόδημοι επιστρέφουν, τα κλειστά σπίτια ανοίγουν και οι οικογένειες συναντώνται πάλι στο ίδιο τραπέζι.

Γιατί «Πάσχα του Καλοκαιριού»

Ο χαρακτηρισμός δεν είναι αυθαίρετος. Είναι όρος περασμένος στην ίδια την εκκλησιαστική γλώσσα, και η αιτία είναι απλή. Όπως με το Πάσχα γιορτάζεται η μετάβαση από τον θάνατο στη ζωή μέσω της Ανάστασης του Χριστού, έτσι και τον Δεκαπενταύγουστο γιορτάζεται, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, η μετάσταση της Παναγίας «προς την ζωήν». Γι’ αυτό και η ημέρα δεν έχει πένθιμο χαρακτήρα, παρότι επίσημα τιμά έναν θάνατο.

Στην πράξη αυτό μεταφράζεται σε μια δεκαπενθήμερη προετοιμασία που λειτουργεί σαν μικρή Σαρακοστή. Αυστηρή νηστεία από την 1η έως τις 14 Αυγούστου, με μοναδική εξαίρεση την 6η Αυγούστου (Μεταμόρφωση του Σωτήρος), οπότε επιτρέπεται να φάμε ψάρι. Αυτά για όσους τηρούν απαρεγκλίτως τις εκκλησιαστικές νηστείες, αν και για τους πολλούς αυτό, ακόμα και αν το θέλουν, είναι δύσκολο. Καλοκαιρινές διακοπές, ταβερνάκια, θάλασσα και νηστεία, είναι δύσκολο εγχείρημα. Η Εκκλησία καλό είναι να ξέρουμε δεν τελεί γάμους αυτό το διάστημα. Ιστορικά, η γιορτή δεν καθιερώθηκε πάντα στις 15 Αυγούστου. Αρχικά ήταν στις 13 του μηνός, και από το 460 μ.Χ. μετατέθηκε στη σημερινή της ημερομηνία.
Η εικόνα της Κοιμήσεως αποτυπώνει με ιδιαίτερο τρόπο αυτή την ιδέα. Η Παναγία βρίσκεται στη νεκρική κλίνη, ενώ ο Χριστός κρατά την ψυχή της σαν σπαργανωμένο βρέφος. Είναι μια αντιστροφή της Γέννησης. Στη Βηθλεέμ η Παναγία κρατά τον Χριστό ως βρέφος. Στην Κοίμηση ο Χριστός κρατά την ψυχή της μητέρας του. Αυτή η εικονογραφική παράδοση είναι γνωστή ήδη από τη βυζαντινή εποχή και διασώζεται σε εικόνες και έργα μεγάλων μουσείων, όπως το Metropolitan Museum of Art.

Υπάρχει και μια πιο πρακτική διάσταση στον παραλληλισμό με το Πάσχα. Είναι η περίοδος μαζικής επιστροφής στην πατρίδα. Απόδημοι, φοιτητές, εργαζόμενοι στα αστικά κέντρα κατεβαίνουν στα χωριά τους ακριβώς αυτές τις μέρες για να βρεθούν με τους δικούς τους. Στην Ελλάδα, αλλά και στη Κύπρο σε κάθε περιοχή, υπάρχει μια Παναγία γύρω από την οποία οργανώνεται όλη αυτή η κοινωνική τελετουργία.

Τι λέει η παράδοση για την Κοίμηση της Παναγίας

Δεν υπάρχει καμία αναφορά στην Καινή Διαθήκη για τον θάνατο της Παναγίας. Όλη η αφήγηση προέρχεται από την εκκλησιαστική παράδοση, με την παλαιότερη αναφορά του τόπου ταφής να χρονολογείται στον 5ο αιώνα και να συνδέεται με τα Ιεροσόλυμα, ενώ οδοιπορικά του 6ου αιώνα προσδιορίζουν συγκεκριμένα τον τάφο στη Γεθσημανή.
Κατά την παράδοση, όταν η Παναγία πληροφορήθηκε τον επικείμενο θάνατό της, προσευχήθηκε στο Όρος των Ελαιών και ενημέρωσε τους Αποστόλους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν εσπευσμένα κοντά της. Μετά την Κοίμησή της, τη μετέφεραν στον κήπο της Γεθσημανής για την ταφή. Απών από την ταφή ήταν ο Απόστολος Θωμάς. Όταν έφτασε τρεις μέρες αργότερα και άνοιξαν τον τάφο, διαπίστωσαν πως το σώμα είχε εξαφανιστεί. Αυτό το στοιχείο, η απουσία σώματος στον τάφο, είναι το κέντρο βάρους της εορτής. Η Εκκλησία δεν τη γιορτάζει ως θρήνο αλλά ως μετάσταση, ανάληψη σώματος και ψυχής μαζί. Είναι ενδεικτικό ότι και η Καθολική Εκκλησία, αν και με διαφορετική θεολογική διατύπωση, κατέληξε σε ανάλογο δόγμα μόλις το 1950, με εγκύκλιο του Πάπα Πίου ΙΒ, απόδειξη ότι το ίδιο ερώτημα απασχόλησε τον χριστιανικό κόσμο επί αιώνες, σε ανατολή και δύση.

Οι αμέτρητες Παναγίες

Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι τα προσωνύμια της Παναγίας στον ελληνικό χώρο ξεπερνούν τα 300, με ορισμένες καταγραφές να φτάνουν ακόμα και τα 1.620, αν συνυπολογιστούν όλες οι τοπικές παραλλαγές σε Ελλάδα, Κύπρο και διασπορά.

Μια κατηγορία ονομάτων προέρχεται από τον τρόπο απεικόνισης της εικόνας. Η Βρεφοκρατούσα κρατά το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά, η Γλυκοφιλούσα δείχνει τα πρόσωπα Μητέρας και Παιδιού να αγγίζονται τρυφερά μάγουλο με μάγουλο, η Οδηγήτρια κρατά τον Χριστό δείχνοντάς Τον με το χέρι, η Ελεούσα συνδέεται με το έλεος, η Πλατυτέρα απεικονίζεται με τον Χριστό μπροστά στο στήθος της, η Δεομένη με υψωμένα χέρια σε στάση προσευχής. Υπάρχει και η σπανιότερη Τριχερούσα, με τρία χέρια, αποτέλεσμα τάματος του Ιωάννη του Δαμασκηνού, που φέρεται να «θεραπεύτηκε» θαυματουργικά αφού του είχε κοπεί το χέρι.

8be9e1a2 Acda 4e56 953d 271daa363806

Μια δεύτερη κατηγορία αντλεί το όνομα από τον τρόπο εύρεσης της εικόνας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η Τρυπητή του Αιγίου, όπου η θαυματουργή εικόνα βρέθηκε μέσα σε «τρύπα» βράχου από ναυαγό που έγινε κατόπιν ο πρώτος ασκητής του μοναστηριού. Στην ίδια λογική εντάσσονται η Σπηλαιώτισσα, η Φανερωμένη, η Μυρτιδιώτισσα και η Πορταΐτισσα του Αγίου Όρους.

2964aa98 6ee3 4106 B834 4a813ad31a34

Μια τρίτη κατηγορία αντλεί το όνομα από τον τόπο προέλευσης. Αθηνιώτισσα, Βατοπεδινή, Πολίτισσα (από την Κωνσταντινούπολη), Ψαριανή, Σουμελά (από την Τραπεζούντα του Πόντου). Μια τέταρτη από διάφορα γνωρίσματα. Θαλασσινή, Σαραντασκαλιώτισσα, Γκρεμιώτισσα, Μεγαλόμματα και μια πέμπτη από την παλαιότητα της εικόνας. Γερόντισσα, Μαυριώτισσα κλπ

Ρόλο έχει παίξει και η γεωγραφία. Στην Άρτα λατρεύονται η Παναγία Ροβελίστρα, η Κυρία Πεφανερωμένη, η Γερόντισσα και η Σκουληκαριά. Στην Κόνιτσα τιμάται η Μολυβδοσκέπαστη, στην Ίμβρο η Μπαλωμένη, στη Σχοινούσα η Ακαθή, στη Ρόδο η Φιλερήμου, η Παραμυθιά, η Τσαμπίκα και η Φανερωμένη Ιξιάς, στη Λέρο η Παναγία του Κάστρου και η Γουρλομάτα, στη Θεσσαλονίκη η Δεξιά, η Γοργοϋπήκοος και η Παναγία των Χαλκέων, στις Πρέσπες η Πορφυρά. Σχεδόν κάθε νησί, κάθε επαρχία, κάθε γειτονιά έχει «τη δική της» Παναγία.

Κάθε σπίτι και μία Μαρία

Η γιορτή της Κοιμήσεως είναι μία από τις πλέον «πολυπρόσωπες» του ελληνικού εορτολογίου, ακριβώς επειδή γύρω από το όνομα της Παναγίας έχει αναπτυχθεί ένα ολόκληρο δίκτυο ονομάτων και υποκοριστικών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2011, στη Κύπρο καταγράφηκαν 39.883 άτομα με το όνομα Μαρία, γεγονός που το κατέτασσε πρώτο μεταξύ όλων των ονομάτων. Ακολουθούσαν ο Ανδρέας, η Ελένη και ο Γιώργος. Η Κυπριακή Στατιστική Υπηρεσία συμπεριέλαβε στην ίδια κατηγορία συγγενικές μορφές ονομάτων όπως Μάρω, Μαρούλα και Μαίρη.

Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, το 8,3% του γυναικείου πληθυσμού της Ελλάδας ονομάζεται Μαρία. Ακολουθούν η Ελένη με 5,2%, η Αικατερίνη με 3,7% και η Βασιλική με 3,2%. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αναλογία μειώνεται στις νεότερες γενιές, χωρίς όμως το όνομα να χάνει την πρώτη θέση. Στις γυναίκες που γεννήθηκαν το 2021 το ποσοστό ήταν περίπου 7,7%.
Το όνομα προέρχεται από το εβραϊκό Μαριάμ και πέρασε μέσω της ελληνικής γλώσσας σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Η ακριβής ετυμολογία του δεν είναι βέβαιη. Στην ελληνική οικογένεια, πάντως, συνδέθηκε τόσο στενά με την Παναγία ώστε για αιώνες μεταδιδόταν από γιαγιά σε εγγονή.

Το βασικό όνομα, φυσικά, είναι η Μαρία, αλλά είναι εντυπωσιακό το πόσες εκδοχές κυκλοφορούν. Μάρω, Μαριώ, Μαριωρή, Μαρίκα, Μαριγώ, Μαριγούλα, Μαρούλα, Μαρίτσα, Μανιώ, Μαίρη, Μαρινίκη, Μάνια, Μάρα, Μαράκι, Μαργέτα, Μαριέττα, Μαργετίνα. Στην ανδρική εκδοχή, υπάρχει μόνο ο Μάριος.

Παράλληλα γιορτάζουν όσοι βαφτίστηκαν με ονόματα που παράγονται απευθείας από τη λέξη «Παναγία». Ο Παναγιώτης και η Παναγιώτα, με τις γνωστές συντομεύσεις Πάνος, Γιώτης, Τάκης, Πανίκος , Γιώτα, Παναγιούλα, Γιούλα, Παναγούλα, Νάγια, καθώς και τα σπανιότερα Πανούσος, Παναγής και Πανάγος. Στην ίδια «οικογένεια» ανήκει η Δέσποινα (τίτλος που αποδίδεται στην Παναγία ως «Δέσποινα των Αγγέλων») με τις παραλλαγές Δέσπω, Ντέπη, Πέπη και Ζέπω κλπ. Γιορτάζουν ακόμη ο Θεοτόκης και η Θεοτοκία, απευθείας παράγωγα του τίτλου «Θεοτόκος», καθώς και σπανιότερα ονόματα εμπνευσμένα από τοπωνύμια της παράδοσης, όπως η Γεσθημανή.
Όλος αυτός ο «σιδηρόδρομος» των ονομάτων δείχνει πόσο βαθιά έχει περάσει το πρόσωπο της Παναγίας στην ονοματοδοσία των Ελλήνων, σε βαθμό που ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, ίσως το μεγαλύτερο ως προς την συχνότητα του ονόματος, να γιορτάζει την ίδια μέρα.

Παναγία του Κύκκου, η καρδιά της κυπριακής λατρείας

Από τα 67 μοναστήρια που αναφέρονταν στην Κύπρο το 1825, τα 27, δηλαδή περίπου το 40%, ήταν αφιερωμένα στην Παναγία, σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Μελετών της Μονής Κύκκου. Ωστόσο αν υπάρχει ένα σημείο στην Κύπρο όπου συμπυκνώνεται όλη η βαρύτητα του Δεκαπενταύγουστου, αυτό είναι η Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Κύκκου, κοντά στο Θρονί της Παναγίας. Ο χαρακτηρισμός «Βασιλική» δεν είναι τυπικός. Η μονή ιδρύθηκε στα τέλη του 11ου αιώνα με προσωπική οικονομική συνεισφορά του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού.

Η Μονή της Παναγίας του Κύκκου

E1fd85a1 3543 4ba3 B6b3 Dd8eb069d6cc

12851adc Ff24 4563 8fb6 2380b940fa52

Ο ιδρυτικός θρύλος έχει όλα τα στοιχεία κλασικού βυζαντινού αφηγήματος μετάνοιας. Στα βουνά του Κύκκου ζούσε μέσα σε σπηλιά ο ερημίτης Ησαΐας. Ο τότε βυζαντινός διοικητής της Κύπρου, στρατηγός Μανουήλ Βουτομίτης, χάθηκε κυνηγώντας στην περιοχή και ζήτησε από τον Ησαΐα να του δείξει τον δρόμο. Ο ασκητής, αποφεύγοντας κάθε επαφή με τα εγκόσμια, αρνήθηκε να απαντήσει. Ο εξοργισμένος Βουτομίτης τον έβρισε και τον κακοποίησε. Λίγο αργότερα ο διοικητής προσβλήθηκε από ανίατη ασθένεια, τη θεώρησε τιμωρία, μετανόησε και αναζήτησε τον Ησαΐα για συγχώρεση. Ο ερημίτης ζήτησε αντί άλλης αποζημίωσης να του φέρουν από την Κωνσταντινούπολη την εικόνα που, κατά την παράδοση, είχε αγιογραφήσει ο Απόστολος Λουκάς επτά χρόνια μετά τη Σταύρωση, με πρότυπο την ίδια τη Θεοτόκο.

Μετά τον θάνατο της Παναγίας μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε μέχρι που οι φύλακές της αιχμαλωτίστηκαν από πειρατές. Για να μη βεβηλωθεί, την έριξαν στη θάλασσα, όπου δύο βυζαντινά πλοία τη διέσωσαν και τη μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάζοντάς την στον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό. Από εκεί έφτασε τελικά στη σπηλιά του Ησαΐα, γεννώντας τη σημερινή μονή. Το 1931 κειμήλια της μονής, μεταξύ τους πολύτιμος σταυρός με Τίμιο Ξύλο, δώρο του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Γ΄ Κομνηνού, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα από τον Αρχιμανδρίτη Αμβρόσιο Σουμελιώτη, επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου.

Άλλα μοναστήρια της Παναγίας στην Κύπρο

Ο Κύκκος είναι το γνωστότερο αλλά όχι το μοναδικό προσκύνημα της Θεοτόκου στο νησί. Καταγράφονται συνολικά 36 εκκλησίες και μοναστήρια αφιερωμένα στην Παναγία σε ολόκληρη την Κύπρο.

Η Μονή του Μαχαιρά, φιλοξενεί τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Μαχαιριώτισσας, μία από τις εβδομήντα εικόνες που η παράδοση αποδίδει στον Απόστολο Λουκά. Το όνομά της συνδέεται με δύο εκδοχές. Είτε προέρχεται από την επιγραφή «Αγιοσορίτισσα» πάνω στην εικόνα, που παρέπεμπε στην Αγία Σορό της Θεοτόκου στις Βλαχέρνες και σταδιακά «μεταλλάχθηκε» γλωσσικά σε «Μαχαιριώτισσα», είτε από το μαχαίρι. Το 1145 μ.Χ. ένας άγνωστος ερημίτης είχε φέρει την εικόνα από τη Μικρά Ασία· μετά την Κοίμησή του, οι μετέπειτα κτήτορες της Μονής, Νεόφυτος και Ιγνάτιος, χρησιμοποίησαν μαχαίρι για να καθαρίσουν πυκνούς θάμνους και να αποκτήσουν πρόσβαση σε σπηλιά με στήλη φωτός, εξ ου και το όνομα. Ο Λεόντιος Μαχαιράς αφήνει μάλιστα να εννοηθεί ότι η μονή είναι αρχαιότερη κι από τον Κύκκο.

Η Μονή Παναγίας Τροοδίτισσας, στην ψηλότερη θέση απ’ όλα τα μοναστήρια της Κύπρου, πήρε το όνομά της από το γεγονός ότι η θαυματουργή εικόνα της ανακαλύφθηκε σε πλαγιά του Τροόδους. Η παράδοση τοποθετεί την ίδρυσή της στην περίοδο της Εικονομαχίας, όταν εικόνες που κινδύνευαν στο Βυζάντιο μεταφέρονταν κρυφά σε ασφαλέστερα μέρη όπως η Κύπρος. Δυτικότερα, κοντά στο χωριό Παναγιά και στο δάσος δυτικά της Πάφου, βρίσκεται η Μονή Παναγίας Χρυσορρογιάτισσας, που ιδρύθηκε το 1152.
Άλλε «Παναγίες» είναι Παναγία του Άρακα, της Ασίνου, της Ποδίθου και η Παναγία του Μουτουλλά. Οι αγιογραφημένοι ναοί του Τροόδους έχουν ενταχθεί στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.

Μονή Παναγίας Τροοδίτισσας

E6865f1e Ab4c 4cee 8ba8 Da42a6063879Ιδιαίτερη θέση κατέχει και η Παναγία Αγγελόκτιστη στο Κίτι, με το σπάνιο ψηφιδωτό του 6ου ή των αρχών του 7ου αιώνα. Στα κατεχόμενα, η Παναγία Κανακαριά στη Λυθράγκωμη έγινε διεθνές σύμβολο της λεηλασίας της κυπριακής πολιτιστικής κληρονομιάς, όταν τμήματα των παλαιοχριστιανικών ψηφιδωτών της αφαιρέθηκαν και διοχετεύθηκαν παράνομα στο εξωτερικό, για να επιστρέψουν χρόνια μετά, αλλά μακριά από τον φυσικό τους χώρο.

Το Περιβόλι της Παναγίας

Κανένας τόπος δεν συμπυκνώνει καλύτερα τη σχέση Ελληνισμού και Παναγίας από το Άγιο Όρος, που η παράδοση αποκαλεί «Περιβόλι της Παναγίας». Σύμφωνα με τον αγιορείτικο θρύλο, η Παναγία ταξίδευε με πλοίο από την Παλαιστίνη προς την Κύπρο, συνοδεία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, για να επισκεφθεί τον αναστημένο Λάζαρο. Τρικυμία ανάγκασε το πλοίο να καταπλεύσει στον Άθω, στο λιμάνι του Κλήμεντος, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η Μονή Ιβήρων και από εκεί προέκυψε, λέει η παράδοση, ο χαρακτηρισμός της χερσονήσου ως «κλήρου» της Θεοτόκου.

Από τον θρύλο αυτό πηγάζει και το «άβατο», η απαγόρευση εισόδου κάθε γυναίκας στη χερσόνησο, θεσμοθετημένη με χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού για να διασφαλιστεί η ησυχία της μοναχικής άσκησης.

Η Παναγία η Φιδούσα στην Κεφαλονιά

Ανάμεσα στα πλέον ανεξήγητα φαινόμενα που συνδέονται με τον Δεκαπενταύγουστο είναι αυτό με τα «φιδάκια της Παναγίας» στο Μαρκόπουλο της Κεφαλονιάς. Το φαινόμενο, παρά τις προσπάθειες επιστημόνων από τον 20ό αιώνα και μετά, δεν έχει βρει πειστική εξήγηση. Τα φίδια έχουν ταυτοποιηθεί ως παραλλαγή του είδους Telescopus fallax.
Οι κάτοικοι τα αποκαλούν «αγιόφιδα» και τα αντιμετωπίζουν χωρίς φόβο.
Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι κάποτε πειρατές επιτέθηκαν σε γυναικείο μοναστήρι. Οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία και είτε το μοναστήρι περικυκλώθηκε από φίδια είτε οι ίδιες μεταμορφώθηκαν σε φίδια για να σωθούν.
Άλλος θρύλος εντοπίζει την αφετηρία σε μια φαινομενική πυρκαγιά. Κάτοικοι είδαν φλόγες σε ένα δέντρο και έσπευσαν νομίζοντας ότι κινδύνευε το δάσος. Το δέντρο βρέθηκε καμένο ως τη ρίζα του, όμως πάνω του βρισκόταν ακέραιη μια εικόνα της Παναγίας, χωρίς ίχνος φωτιάς. Η εικόνα μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Κοιμήσεως στο Μαρκόπουλο, κοντά στην τοποθεσία όπου κατά την παράδοση βρισκόταν άλλοτε αρχαία μονή της Παναγίας Λαγκουβάρδας.

Από τότε, κάθε χρόνο, από τις 6 έως τις 15-16 Αυγούστου, εμφανίζονται στην περιοχή μικρά, ακίνδυνα φιδάκια με σχέδιο σταυρού στο κεφάλι. Κρέμονται από εικόνες, καντήλια και στασίδια μέσα κι έξω από τον ναό χωρίς ποτέ να επιτεθούν, και οι πιστοί τα αγγίζουν χωρίς φόβο. Στις 15 Αυγούστου, μετά τη Θεία Λειτουργία, η εικόνα της Παναγίας της Φιδούς λιτανεύεται στο χωριό και τα φιδάκια εξαφανίζονται αμέσως μετά, για να επανεμφανιστούν την επόμενη χρονιά. Οι δύο χρονιές που, σύμφωνα με τις τοπικές μαρτυρίες, τα φιδάκια δεν εμφανίστηκαν καθόλου ήταν το 1940, λίγο πριν την κήρυξη του πολέμου, και το 1953, λίγο πριν τους καταστροφικούς σεισμούς που ισοπέδωσαν την Κεφαλονιά. Και οι δύο χρονιές θεωρήθηκαν εκ των υστέρων προμηνύματα συμφοράς.

Η Παναγία «μπαίνει» στην ελληνική Ιστορία

Η σχέση της Παναγίας με τον Ελληνισμό δεν εξαντλείται στη θρησκευτική λατρεία, αλλά έχει περάσει, στην εθνική αφήγηση.
Η σχέση της Παναγίας με τον Ελληνισμό διαμορφώθηκε μέσα σε αιώνες πολέμων, μετακινήσεων, προσφυγιάς και θαλασσινών ταξιδιών.

Στη βυζαντινή παράδοση θεωρήθηκε προστάτιδα της Κωνσταντινούπολης. Η σωτηρία της πόλης κατά την πολιορκία του 626 αποδόθηκε στη δική της παρέμβαση και συνδέθηκε με τον Ακάθιστο Ύμνο και το «Τη Υπερμάχω».

Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 – 41, στρατιώτες κατέθεσαν (ορισμένες μαρτυρίες υποβλήθηκαν επίσημα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού) ότι είδαν οράματα μιας γυναικείας μορφής να προπορεύεται στα χαρακώματα της Πίνδου. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του 51ου ανεξάρτητου Τάγματος, υπό τον ταγματάρχη Πετράκη, στην κορυφογραμμή του Ροντένη κοντά στην Κλεισούρα. Ένα φωτεινό σύννεφο σχημάτισε φωτοστέφανο πάνω από φαράγγι όπου έδρευε το ιταλικό πυροβολικό. Οι Έλληνες στρατιώτες κατεύθυναν εκεί τα πυρά τους και σίγησαν οι αντίπαλες θέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τις σημαντικότερες εθνικές γιορτές του Ελληνισμού, η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου, συμπίπτουν με γιορτές της Παναγίας, τον Ευαγγελισμό και την Αγία Σκέπη.

Δεύτερος θρύλος, στην Τήνο. Το 1822 – 23, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η επανάσταση κατά των Τούρκων, η μοναχή Πελαγία από τη Μονή Κεχροβουνίου είδε κατ’ επανάληψη όραμα που της υπέδειξε μια θαυματουργή εικόνα θαμμένη επί αιώνες. Η εικόνα βρέθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1823 και ερμηνεύτηκε αμέσως ως σημάδι για την επικείμενη ελευθερία του Έθνους. Πάνω της χτίστηκε ο ναός της Ευαγγελίστριας, από τα πρώτα αξιόλογα αρχιτεκτονικά μνημεία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η σύνδεση της Τήνου με τον Δεκαπενταύγουστο βαθαίνει λόγω ενός τραγικού συμβάντος 117 χρόνια αργότερα. Στις 15 Αυγούστου 1940, το καταδρομικό «Έλλη», αγκυροβολημένο στο λιμάνι για τις τιμές της εορτής, τορπιλίστηκε από ιταλικό υποβρύχιο εν καιρώ ειρήνης που αποτέλεσε το γεγονός που σηματοδότησε την ουσιαστική είσοδο της Ελλάδας στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, λίγους μήνες πριν το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου.

Στην Πάρο, η Παναγία η Εκατονταπυλιανή είναι από τους αρχαιότερους και σημαντικότερους χριστιανικούς ναούς του Αιγαίου. Η παράδοση μιλά για ενενήντα εννέα φανερές πύλες και μία εκατοστή κρυφή, η οποία θα ανοίξει όταν οι Έλληνες επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη. Η ιστορική ακρίβεια του θρύλου δεν μπορεί να αποδειχθεί, η επιμονή του, όμως, δείχνει πώς ένα προσκύνημα μπορεί να μετατραπεί σε φορέα εθνικών προσδοκιών.

Η Παναγία η Εκατονταπυλιανή στην Πάρο

443979c4 C884 4759 A569 032137a4ee74

Στο Βέρμιο, η Παναγία Σουμελά αποτελεί σημείο αναφοράς για τον ποντιακό Ελληνισμό. Η ιστορική εικόνα μεταφέρθηκε από τη Μονή Σουμελά του Πόντου και ανακτήθηκε το 1931, ύστερα από συνεννόηση Ελλάδας και Τουρκίας. Το νέο προσκύνημα δημιουργήθηκε στο Βέρμιο το 1952. Για τους πρόσφυγες και τους απογόνους τους δεν ήταν απλώς μια εικόνα. Ήταν ένα κομμάτι της χαμένης πατρίδας που μπορούσε να μεταφερθεί και να επιβιώσει.

Ένα πέλαγος εθίμων

Σε πολλά νησιά του Αιγαίου (Τήνο, Πάρο, Πάτμο) στολίζεται και περιφέρεται «Επιτάφιος» της Παναγίας, ακριβώς όπως ο Επιτάφιος του Χριστού τη Μεγάλη Παρασκευή. Σε πόλεις και χωριά σε όλη την Ελλάδα, γύρω από ναούς αφιερωμένους στην Κοίμηση, οργανώνονται πανηγύρια με μουσική, χορό και κρασί. Στη Νίσυρο, το πανηγύρι της Παναγίας της Σπηλιανής διαρκεί εννέα μέρες (το «Νιάμερο της Παναγιάς») ξεκινώντας στις 6 Αυγούστου και κορυφώνεται τον Δεκαπενταύγουστο με τον παραδοσιακό χορό της «κούπας» κατά τον οποίο οι χορευτές ενισχύουν οικονομικά τη γιορτή ρίχνοντας χρήματα σε κύπελλο.. Στην Αγιάσο της Λέσβου, γύρω από τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Αγίας Σιών, η προετοιμασία ξεκινά νωρίς τον Αύγουστο με νηστεία από λάδι και κρέας.
Στη Βίτσα Ζαγορίου το πανηγύρι διαρκεί τρεις ημέρες. Στην Ικαρία οι χοροί μπορούν να συνεχιστούν έως το επόμενο πρωί. Στα Κουφονήσια οι πιστοί μεταφέρονται με καΐκια στην εκκλησία της Παναγίας και η επιστροφή παίρνει τη μορφή αυτοσχέδιου θαλάσσιου αγώνα. Στην Κάρπαθο, στην Κάσο και σε άλλα νησιά οι παραδοσιακές φορεσιές, οι μαντινάδες και οι τοπικοί χοροί αποτελούν μέρος της τελετουργίας.

Σε πολλά μέρη πραγματοποιείται λιτανεία της εικόνας στους δρόμους, συνήθως με μουσική και κανονιοβολισμούς. Χαρακτηριστικό στοιχείο, ιδιαίτερα στην Τήνο, είναι η εκπλήρωση ταμάτων μέσω πεζοπορίας ή ανέβασμα με τα γόνατα πιστών από το λιμάνι μέχρι τον ναό της Ευαγγελίστριας.

Δεν γίνεται γλέντι χωρίς τραπέζι

Μετά τη δεκαπενθήμερη νηστεία, κατά την οποία αποκλείονται κρέας, ψάρι (πλην της 6ης Αυγούστου), γαλακτοκομικά και αυγά, με λάδι να επιτρέπεται μόνο Σάββατο και Κυριακή, το τραπέζι της 15ης Αυγούστου λειτουργεί σχεδόν σαν απάντηση στην εγκράτεια των προηγούμενων ημερών, όπως ακριβώς και το Πάσχα μετά τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Κάθε περιοχή έχει τα δικά της «σήματα κατατεθέντα». Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ιδιαίτερα στην Κέρκυρα, παραδοσιακό πιάτο είναι ο κόκορας κοκκινιστός με μακαρόνια (η γνωστή παστιτσάδα) συνήθεια που έχει διαδοθεί πλέον πολύ πέρα από τα Επτάνησα.

Στην Αστυπάλαια μαγειρεύεται ο λαμπριανός, κατσίκι ή αρνί γεμιστό με ρύζι και εντόσθια. Στην Αμοργό το πατατάτο συνδυάζει κατσίκι με πατάτες σε πυκνή σάλτσα. Στη Λέσβο συναντάται το κισκέκ, σιτάρι που μαγειρεύεται για πολλές ώρες μαζί με κρέας. Στην Κρήτη προσφέρονται γαμοπίλαφο και αντικριστό, στην Κεφαλονιά κρεατόπιτα και στη Μεσσηνία ψητό γουρουνόπουλο.
Στην Εύβοια, το πανηγύρι της Παναγίας στον Οξύλιθο είναι γνωστό για το μεγάλο στιφάδο που ετοιμάζεται σε καζάνια και μοιράζεται στους προσκυνητές.
Σε άλλες περιοχές κυριαρχεί το λεμονάτο κατσικάκι φούρνου, το χοιρινό με κοκκινιστές πατάτες ή το κλέφτικο. Κοινός παρονομαστής παραμένει η αφθονία μετά από δύο εβδομάδες λιτής διατροφής. Το φαγητό δεν λειτουργεί απλώς ως κέρασμα, αλλά είναι συνέχεια της γιορτής και πρακτική έκφραση κοινότητας.

Η πολυτραγουδισμένη Παναγία

Το πρόσωπο της Παναγίας δεν έμεινε εγκλωβισμένο στους βυζαντινούς ύμνους, αλλά πέρασε και στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, λαϊκό και έντεχνο, συχνά με πολιτικές ή εθνικές προεκτάσεις.
Η πιο εμβληματική περίπτωση είναι ίσως το «Παναγιά μου, Παναγιά μου» της Μαρίζας Κωχ, η ελληνική συμμετοχή στη Eurovision του 1976, σε στίχους Μιχάλη Φωτιάδη. Το τραγούδι δεν ήταν τυχαία επιλογή εκείνη τη χρονιά. Η Ελλάδα απείχε από τον διαγωνισμό το 1975 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το ντεμπούτο της Τουρκίας, έναν χρόνο μετά την εισβολή στην Κύπρο, κι έτσι η επιστροφή της χώρας στη Eurovision μέσα από ένα τραγούδι αφιερωμένο στην Παναγία απέκτησε συμβολικό βάρος πέρα από τη μουσική.

Ανάλογο πολιτικό φορτίο έχει η «Κυρά Παναγιά» της Χάρις Αλεξίου, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Βαγγέλη Γούφα, από το άλμπουμ «Προδομένος Λαός» του 1974. Η Παναγία εδώ παρουσιάζεται ως «καραβοκύρισσα» και «Παντάνασσα της λευτεριάς», εικόνα δανεισμένη από τη ναυτική παράδοση του Αιγαίου. Στην έντεχνη σκηνή ξεχωρίζει το «Μια Παναγιά» του Μάνου Χατζιδάκι σε στίχους Νίκου Γκάτσου, γραμμένο το 1964 και ερμηνευμένο τότε από τον Λάκη Παππά, με μεταγενέστερες εκτελέσεις από τον Γιώργο Μούτσιο και τον Κώστα Χατζή.

Το 1982 και πάλι ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Νίκος Γκάτσος παρουσίασαν την «Παναγία των Πατησίων», με τη Γιάννα Κατσαγιώργη. Εδώ η αναφορά απομακρύνεται από τον ύμνο και γίνεται αστικό σχόλιο, με χιούμορ και κοινωνική ειρωνεία. Η Παναγία μετατρέπεται σε μεταφορά για μια καθημερινή γυναίκα της λαϊκής Αθήνας.
Ο Μάριος Τόκας συνέθεσε το «Θεογεννήτωρ Μαρία», ενώ ο «Επιτάφιος» του Θεοδωράκη σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, γραμμένος για τη μάχη των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης το 1936, αντλεί δομικά από την παράδοση του μοιρολογιού της Παναγίας πάνω από το σώμα του Χριστού, μεταφέροντας το σε σύγχρονο πολιτικό πλαίσιο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η Βίκυ Μοσχολιού ερμήνευσε το «Παναγιά μου Γρηγορούσα», σε μουσική Δήμου Μούτση και στίχους Μάνου Ελευθερίου. Η Παναγία εμφανίζεται εδώ ως θαλασσινή προστάτιδα και αποδέκτης ενός βαθιά προσωπικού παραπόνου.

Στη λαϊκή και δημοτική παράδοση η Παναγία εμφανίζεται ακόμα πιο συχνά, σε τραγούδια χωρίς γνωστό δημιουργό, δεμένα με συγκεκριμένους τόπους. Στην Τήνο τραγουδιέται το «Ω Παναγιά μου Τηνιακιά», αφιερωμένο στη Μεγαλόχαρη του νησιού, ενώ σε πολλά νησιά του Αιγαίου κυκλοφορούν δίστιχα και σκοποί με κοινό επωδό «Αγιά μου Παναγιά μου», όπου το όνομα λειτουργεί σχεδόν σαν επίκληση προστασίας μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων, στη θάλασσα, στον έρωτα, στην αρρώστια.
Βεβαίως, υπάρχουν και δεκάδες άλλα τραγούδια με αναφορές στην Παναγία, τα οποία έχουν γίνει εμπορικές επιτυχίες, αλλά δεν αποτελούν και «διαμάντια» τέχνης.

Μια γιορτή με πολλά πρόσωπα

Ο Δεκαπενταύγουστος αντιστέκεται σε κάθε μονοδιάστατη ερμηνεία. Είναι ταυτόχρονα εκκλησιαστική εορτή και λαϊκό πανηγύρι, εθνική μνήμη και τοπική ταυτότητα, μουσική παράδοση και ανεξήγητο φυσικό φαινόμενο σε ένα χωριό της Κεφαλονιάς. Από το Περιβόλι της Παναγίας στο Άγιο Όρος μέχρι το Θρονί της στο Τρόοδος, από τα φιδάκια του Μαρκόπουλου μέχρι τους γονυπετείς προσκυνητές της Τήνου, ο Ελληνισμός, εντός και εκτός των συνόρων του ελληνικού και κυπριακού κράτους, έχει επενδύσει στο πρόσωπο της Παναγίας κάτι περισσότερο από θρησκευτική λατρεία. Πρόκειται για μια συλλογική αφήγηση επιβίωσης και συνέχειας, που ανανεώνεται κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου.