Τραμπ: Απειλές σε συμμάχους, φλερτ με δικτάτορες, χάος vs στρατηγική

Οι «ιστορικές» συμφωνίες του ξεφτίζουν, οι σύμμαχοί του αμφισβητούν την αξιοπιστία του και ο «deal maker» Τραμπ αναζητεί ακόμη το μεγάλο deal

Ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) έχει οικοδομήσει την εξωτερική του πολιτική πάνω στην πεποίθηση ότι το απρόβλεπτο τρομάζει τους αντιπάλους και επιβάλλει σεβασμό. Μόνο που, όσο περνά ο καιρός, εκείνοι που δείχνουν περισσότερο αποσυντονισμένοι δεν είναι τόσο οι αντίπαλοι των ΗΠΑ όσο οι ίδιοι οι σύμμαχοί τους.

Κάθε μέρα που περνά, οι «ιστορικές» συμφωνίες που διατυμπανίζει ο Αμερικανός πρόεδρος ξεθωριάζουν, απειλές εκτοξεύονται προς κάθε κατεύθυνση, ενώ αυταρχικοί ηγέτες απολαμβάνουν την εύνοιά του – και η Ουάσιγκτον καλείται κάθε τόσο να διαχειριστεί τα συντρίμμια μιας ακόμη «μεγάλης επιτυχίας». Το χάος μπορεί να βαφτίζεται σχέδιο· δεν παύει, όμως, να είναι χάος.

Το μνημόνιο κατανόησης με την Τεχεράνη, που είχε ουσιαστικά καταρρεύσει εδώ και καιρό, έφτασε τη Δευτέρα στο τέλος της 60ήμερης διάρκειάς του. Αντί, όμως, ο Τραμπ να πανηγυρίζει μια πυρηνική συμφωνία που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον πόλεμό του με το Ιράν, βρέθηκε να στρέφεται εναντίον φίλων της Ουάσιγκτον και, ταυτόχρονα, να αναθερμαίνει τη σχέση του με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν.

Μία ημέρα νωρίτερα, είχε ανακοινώσει περιορισμό των αμερικανικών στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα, έναν από τους παλαιότερους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία. Επικαλέστηκε το κόστος, την άρνηση της Σεούλ να εμπλακεί στον πόλεμο με το Ιράν και -κυρίως- την επιθυμία του να μην ενοχλήσει τον Κιμ.

Και σαν να μην ήταν αρκετή αυτή η ανατροπή, τη Δευτέρα απείλησε να βομβαρδίσει το Ομάν επειδή η χώρα διαπραγματεύεται με το Ιράν για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ. Δηλαδή για έναν στόχο που περιλαμβανόταν και στο μνημόνιο κατανόησης, το οποίο ο ίδιος είχε κάποτε διακηρύξει ως τη μεγαλύτερη ειρηνευτική συμφωνία στην ιστορία της Μέσης Ανατολής.

Η αντίφαση δεν αποτελεί πλέον λεπτομέρεια. Έχει εξελιχθεί σε μέθοδο.

Ο Τραμπ ανατρέπει όσα θεωρούνταν επί δεκαετίες αυτονόητα για την αμερικανική ισχύ και τις συμμαχίες της Ουάσιγκτον, χωρίς να είναι πάντοτε σαφές τι ακριβώς «χτίζει» στη θέση τους – πέρα από μια διαρκή κατάσταση αβεβαιότητας.

«Δεν καταλαβαίνω αυτή την προσέγγιση προς τον Κιμ Γιονγκ Ουν», δήλωσε στην Κέισι Χαντ του CNN ο απόστρατος ναύαρχος Τζέιμς Σταυρίδης. «Δεν καταλαβαίνω την απειλή να βομβαρδιστεί το Ομάν. Αυτές είναι ενέργειες ακριβώς αντίθετες από εκείνες που θα έπρεπε να κάνουμε αυτή τη στιγμή», πρόσθεσε.

Και το πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο είναι ότι το Ομάν και η Νότια Κορέα δεν μοιάζουν πλέον με εξαιρέσεις. Μοιάζουν με συμπτώματα μιας εξωτερικής πολιτικής που παραμερίζει τη συμβατική διπλωματία, υποβαθμίζει τον ρόλο των ειδικών και ποντάρει ολοένα και περισσότερο στο προσωπικό ένστικτο του προέδρου.

«Ιστορικές» συμφωνίες …στα λόγια

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και σε άλλα μέτωπα.

Στη Μέση Ανατολή, ο Τζάρεντ Κούσνερ κινείται πυρετωδώς προσπαθώντας να διασώσει τη συμφωνία που ο Τραμπ μόλις τον περασμένο μήνα χαρακτήριζε «μνημειώδη»: τον αφοπλισμό της Χαμάς και την αποχώρηση του Ισραήλ από τη Γάζα.

Μόνο που η «μνημειώδης» συμφωνία σκοντάφτει σε έναν παράγοντα που αποδεικνύεται διαχρονικά ενοχλητικός για τις μεγάλες διακηρύξεις: την πραγματικότητα.

Η βαθιά και διαρκής εχθρότητα ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Χαμάς δεν μπορεί να εκτονωθεί επειδή μια συμφωνία συνοδεύτηκε από εντυπωσιακούς χαρακτηρισμούς.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι διαπραγματευτές των ΗΠΑ δεν έχουν ακόμη καταφέρει να αποτρέψουν τους δασμούς 50% που απειλεί να επιβάλει ο Τραμπ στον Καναδά.

Κι εδώ η ειρωνεία είναι προφανής: ο ίδιος είχε υπογράψει στην πρώτη του θητεία την εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Καναδά-Μεξικού και μάλιστα τότε τη διαφήμιζε ως τη «σημαντικότερη εμπορική συμφωνία που έγινε ποτέ».

Στον κόσμο του Τραμπ, φαίνεται ότι μια συμφωνία μπορεί να είναι «η σημαντικότερη στην ιστορία» μέχρι τη στιγμή που παύει να εξυπηρετεί την πολιτική συγκυρία.

MAGA διπλωματία: Πρώτα απειλείς, μετά σχεδιάζεις

Αυτή η διαρκής διπλωματική αναστάτωση δεν είναι τυχαία. Αποτελεί τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής MAGA.

Ο Τραμπ επενδύει συστηματικά στο απρόβλεπτο. Χρησιμοποιεί τις απειλές ως βασικό εργαλείο πίεσης και συχνά κρίνει τους ξένους ηγέτες με βάση το πώς συμπεριφέρονται στον ίδιο προσωπικά – ακόμη κι όταν πρόκειται για αντιπάλους των ΗΠΑ ή για αυταρχικούς ηγέτες.

Πιστεύει άλλωστε ότι οι προσωπικές σχέσεις με ισχυρούς και αυταρχικούς ηγέτες μπορούν να αποφέρουν όσα δεν πέτυχαν οι προκάτοχοί του.

Την ίδια στιγμή, οι παραδοσιακές συμμαχίες των ΗΠΑ -όπως αυτή με τη Σεούλ- αντιμετωπίζονται όλο και λιγότερο ως στρατηγικά πλεονεκτήματα και όλο και περισσότερο σαν συμβόλαια παροχής υπηρεσιών: πληρώνεις και ελπίζεις ότι το συμβόλαιο θα εξακολουθεί να ισχύει όταν το χρειαστείς.

Επιπλέον, με βάση τη λογική του Τραμπ, δεν αρκεί να πληρώνεις. Πρέπει να λες και σε όλα «ναι».

Ο Αμερικανός πρόεδρος περιμένει από τους συμμάχους του να στοιχίζονται πίσω από την Ουάσιγκτον όποτε αυτός αποφασίζει να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στο εξωτερικό.

«Η Αμερική γίνεται ξανά σεβαστή σε όλο τον κόσμο. Μας σέβονται όσο ποτέ άλλοτε», δήλωσε ο Τραμπ την Παρασκευή σε συγκέντρωση στο Λονγκ Άιλαντ.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι αν πρόκειται πράγματι για σεβασμό ή για αβεβαιότητα απέναντι σε μια υπερδύναμη που μπορεί να αλλάξει γραμμή από τη μία στιγμή στην άλλη.

«Στην πρώτη του θητεία δημιούργησε τη φήμη ότι είναι αρκετά απρόβλεπτος. Στη δεύτερη βρίσκεται ήδη σε πορεία να αποκτήσει τη φήμη ότι είναι εξαιρετικά αναξιόπιστος. Και όλος ο κόσμος παρακολουθεί αυτήν την εξέλιξη», σημειώνει ο Κρίστοφερ Χιλ, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και πρέσβης των ΗΠΑ επί προεδρίας τόσο Ρεπουμπλικανών όσο και Δημοκρατικών προέδρων.

Κλειστό το Ορμούζ, παρά τις θριαμβολογίες

Πουθενά δεν αποτυπώνεται πιο ξεκάθαρα το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και στο αποτέλεσμα όσο στο Ιράν.

Παρά τους ισχυρισμούς της αμερικανικής κυβέρνησης ότι έχει εξαλείψει τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης, ο Τραμπ παλεύει να επαναφέρει ακόμη και το αυτονόητο της προπολεμικής περιόδου: ένα ανοιχτό και ασφαλές για τη ναυσιπλοΐα Στενό του Ορμούζ.

Την ίδια ώρα, το Ιράν φαίνεται να προετοιμάζεται για τον επόμενο γύρο της σύγκρουσης. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Τεχεράνη αξιοποίησε την ανάπαυλα από τις μεγάλης κλίμακας συγκρούσεις για να επιταχύνει την παραγωγή πυραύλων και drones.

Με άλλα λόγια, οι πανηγυρισμοί περί αποφασιστικής στρατιωτικής νίκης των ΗΠΑ συνυπάρχουν με μια μάλλον άβολη πραγματικότητα: ο βασικός στρατηγικός στόχος παραμένει άπιαστος και ο αντίπαλος εξοπλίζεται εκ νέου.

Νότια Κορέα: Σύμμαχος με αστερίσκο

Παρότι δε η επίθεση του Τραμπ στη Νότια Κορέα μοιάζει εκ πρώτης όψεως με ένα ξεχωριστό ζήτημα ασφάλειας στην Ανατολική Ασία, στην πραγματικότητα συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο στο Ιράν.

Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι η οργή του προκλήθηκε από την απόφαση της Σεούλ να μην εμπλακεί στη σύγκρουση. Παρότι χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες σταθμεύουν στη Νότια Κορέα, ο πρόεδρος Λι Τζε Μιουνγκ επέλεξε να μείνει εκτός πολέμου.

Ο Τραμπ δεν έκρυψε την ενόχλησή του. «Τότε γιατί εμείς εμπλεκόμαστε για να βοηθήσουμε εσάς;», είπε ότι απάντησε στον Νοτιοκορεάτη πρόεδρο.

Το μήνυμα δύσκολα παρερμηνεύεται: η συμμαχία παρουσιάζεται περίπου ως ανταλλακτική σχέση. Αν η Σεούλ δεν ακολουθεί την Ουάσιγκτον σε έναν πόλεμο που δεν επέλεξε, τότε γιατί να θεωρεί δεδομένη την αμερικανική προστασία;

Τα πυρά του Τραμπ προκαλούν έκπληξη πάντως, δεδομένου ότι η Νότια Κορέα αναμένεται να καταβάλει περισσότερα από 1 δισ. δολάρια φέτος για τη στήριξη της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, ενώ ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ την είχε πρόσφατα παρουσιάσει ως πρότυπο δίκαιης κατανομής των αμυντικών βαρών.

Προφανώς, όμως, το να πληρώνεις δεν αρκεί για τον Τραμπ. Απαιτείται και πολιτική ευθυγράμμιση.

Κιμ Γιονγκ Ουν: Εκπληκτική «χημεία», μηδαμινά αποτελέσματα

Την ίδια ώρα, ο Τραμπ επιστρέφει στην αγαπημένη του αφήγηση περί προσωπικής «χημείας» με τον Κιμ Γιονγκ Ουν.

Μόνο που η ιστορία των προηγούμενων συναντήσεών τους δείχνει ότι η χημεία αυτή δεν υπήρξε παραγωγική.

Οι σύνοδοι κορυφής μεταξύ των δύο ηγετών κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ σίγουρα προσέφεραν ιστορικές φωτογραφίες, χειραψίες και πρωτοσέλιδα. Τα απτά αποτελέσματα όμως ήταν αισθητά λιγότερα.

Έκτοτε, η Βόρεια Κορέα επιτάχυνε τα πυρηνικά και πυραυλικά της προγράμματα που αποτελούν απειλή για την Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της, ενίσχυσε δραστικά τις σχέσεις της με τους δύο ισχυρότερους αντιπάλους των ΗΠΑ -τη Ρωσία και την Κίνα-, έστειλε μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών στη Μόσχα για τον πόλεμο στην Ουκρανία καθώς και περισσότερους από 10.000 στρατιώτες.

Για τον Τραμπ, ωστόσο, η προσωπική σχέση του με τον Κιμ εξακολουθεί να υπερτερεί όλων αυτών.

«Ο Κιμ Γιονγκ Ουν πάντα μου συμπεριφερόταν με μεγάλο σεβασμό», δήλωσε. «Τον καταλαβαίνω. Με καταλαβαίνει… Τα πηγαίνω καλά μαζί του», ανέφερε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Στην τραμπική διπλωματία, το «με σέβεται» μοιάζει συχνά να ζυγίζει περισσότερο από το «τι ακριβώς κέρδισαν οι ΗΠΑ».

Και ο Κιμ δεν είναι ο μόνος δικτάτορας στον οποίο ο Τραμπ επένδυσε προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο χωρίς ανάλογη απόδοση.

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν αγνόησε το σχέδιό του για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ ο Σι Τζινπίνγκ φαίνεται να τον έπιασε στον ύπνο στον εμπορικό πόλεμο.

Απειλή, τελεσίγραφο, υπαναχώρηση – και ξανά από την αρχή

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον όμως, δεν αποτελεί μια ενδεχομένως αποτυχημένη πρωτοβουλία. Αλλά το επαναλαμβανόμενο μοτίβο: Βαρύγδουπες απειλές, μαξιμαλιστικές απαιτήσεις, διακηρύξεις περί ιστορικών επιτυχιών· και, όταν η πραγματικότητα δεν «υπακούει», απότομες υπαναχωρήσεις.

Η αξιοπιστία μιας υπερδύναμης δεν φθείρεται επειδή αλλάζει πολιτική. Φθείρεται όταν σύμμαχοι και αντίπαλοι δεν μπορούν να γνωρίζουν ποια από τις σημερινές απειλές θα εξακολουθεί να ισχύει αύριο.

Οι διατλαντικές σχέσεις των ΗΠΑ βρίσκονται στη χειρότερη κατάσταση από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η επίθεση του Τραμπ στη Νότια Κορέα εγείρει ερωτήματα ακόμη και για το πόσο σταθερές παραμένουν οι αμερικανικές δεσμεύσεις στην Ανατολική Ασία.

Για τους επικριτές του Αμερικανού προέδρου, αυτό συνιστά αποτυχία.

Για τον ίδιο και τους υποστηρικτές του, όμως, η αποδόμηση του παλιού συστήματος είναι ακριβώς ο στόχος.

America First ή America Alone;

Η κατεδάφιση των πυλώνων της παραδοσιακής αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής βρίσκεται, άλλωστε, στην καρδιά του τραμπισμού.

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένως υποστηρίξει ότι οι σύμμαχοι εκμεταλλεύονται τις ΗΠΑ, ότι οι διεθνείς θεσμοί περιορίζουν την αμερικανική ισχύ και ότι το ελεύθερο εμπόριο, αντί να ευνοήσει τους πάντες, μετέφερε αμερικανικές θέσεις εργασίας σε χώρες χαμηλού κόστους.

Υπό αυτή την έννοια, η διατάραξη της παγκόσμιας τάξης δεν αποτελεί αποτυχία εφαρμογής αλλά μέρος του ίδιου του σχεδίου.

Και, με βάση τα κριτήρια του Τραμπ, υπάρχουν τομείς στους οποίους μπορεί πράγματι να επικαλεστεί αποτελέσματα.

Ο ίδιος εξακολουθεί να εξυμνεί την επιχείρηση των ειδικών δυνάμεων που οδήγησε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από το οχυρό του στη Βενεζουέλα, παρότι η επιχείρηση δεν αποκατέστησε τη δημοκρατία στη χώρα και, σύμφωνα με τους επικριτές του Αμερικανικού προέδρου, τροφοδότησε την υπερβολική αυτοπεποίθηση που συνέβαλε στην υποτίμηση του Ιράν.

Ο Τραμπ έχει επίσης συμβάλει στην εκλογή ομοϊδεατών λαϊκιστών εθνικιστών στο Δυτικό Ημισφαίριο, σε μια εξέλιξη που συνιστά σαφή νίκη για την ιδεολογία MAGA. Παράλληλα, η κυβέρνησή του ασκεί ασφυκτική πίεση στην κομμουνιστική Κούβα.

Ωστόσο, οι επικριτές του καταγγέλλουν ότι οι αυθαίρετες, εξωδικαστικές, δολοφονίες ανθρώπων που η κυβέρνηση χαρακτηρίζει «ναρκοτρομοκράτες» στην Καραϊβική και τον Ειρηνικό παραβιάζουν τον νόμο και το Σύνταγμα.

Επίσης, η διπλωματική προσπάθειά του για τη Γάζα, όσο αβέβαιη κι αν μοιάζει, θα μπορούσε να σώσει πολλές ζωές εάν τελικά πετύχει.

Ο επικεφαλής πολιτικής του Πενταγώνου Έλμπριτζ Κόλμπι θεωρεί μάλιστα ότι οι επικριτές του Τραμπ βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος.

«Κυκλοφορεί ένας μύθος ότι η Αμερική σήμερα είναι υπερβολικά αναξιόπιστη για να μπορεί πλέον κανείς να συνεργαστεί μαζί της», δήλωσε σε πρόσφατη ομιλία του στη Μανίλα.

Κατά τον Κόλμπι, η νέα προσέγγιση της Ουάσιγκτον «υπό το όραμα του Προέδρου Τραμπ, ορίζεται από την κοινή λογική», είναι πιο σκληρή, περισσότερο συναλλακτική και απόλυτα προσανατολισμένη στο «America First».

Και υπάρχει ένας τομέας όπου δύσκολα αμφισβητείται ότι η πίεση του Τραμπ απέδωσε: το ΝΑΤΟ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανάγκασε τους συμμάχους να δεσμευτούν να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες τους, δημιουργώντας ενδεχομένως τις προϋποθέσεις για μια ισχυρότερη δυτική συμμαχία στο μέλλον.

Υπό αυτήν την έννοια, το ερώτημα που θέτει δεν στερείται βάσης: επτά δεκαετίες μετά τον Πόλεμο της Κορέας και οκτώ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έως πότε θα πρέπει οι ΗΠΑ να σηκώνουν δυσανάλογο μέρος του κόστους της άμυνας των συμμάχων τους;

Προκύπτει ωστόσο και ένα άλλο ερώτημα, εξίσου κρίσιμο: πόσο αξίζει μια συμμαχία όταν οι εταίροι αρχίζουν να αμφιβάλλουν για το αν μπορούν ακόμη να βασίζονται σε αυτήν.

Ιράν: Ο μεγάλος «deal maker» περιμένει ακόμη το deal

Ωστόσο, το μεγαλύτερο πολιτικό ρίσκο που έχει αναλάβει ο Τραμπ σχετίζεται με το Ιράν.

Η αδυναμία του να τερματίσει τον πόλεμο με τους δικούς του όρους δεν είναι απλώς μία ακόμη διπλωματική εκκρεμότητα.

Απειλεί να εξελιχθεί στην πιο ουσιαστική δοκιμασία ολόκληρου του τραμπικού μοντέλου εξωτερικής πολιτικής: πίεση μέχρι τέλους, προσωπικές σχέσεις αντί θεσμικής συνέχειας και πεποίθηση ότι η απρόβλεπτη συμπεριφορά ισοδυναμεί αυτομάτως με ισχύ.

Όσο, όμως, οι απειλές πληθαίνουν, οι σύμμαχοι αμφιβάλλουν και οι «ιστορικές» συμφωνίες λήγουν πριν προλάβουν να γίνουν Ιστορία, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τον Λευκό Οίκο να παρουσιάζει την αστάθεια ως τόλμη, τις υπαναχωρήσεις ως τακτικούς ελιγμούς, τις αντιφάσεις ως ευελιξία και κάθε νέο αδιέξοδο ως μία ακόμη απόδειξη της στρατηγικής ιδιοφυΐας του Τραμπ.

Και για έναν πρόεδρο που έχτισε ολόκληρο το πολιτικό του brand πάνω στην εικόνα του αλάνθαστου «deal maker», υπάρχει ίσως μόνο ένα πράγμα πιο επικίνδυνο από μια κακή συμφωνία: να μείνει τελικά χωρίς συμφωνία.

Πηγή: skai.gr