Φωτιές στα δάση: Η μάχη κρίνεται πριν από την πυρκαγιά – «Η καταστολή δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική γραμμή άμυνας»

Το 42% των δασών της Αττικής έχει χαθεί την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με τα τελευταία επικαιροποιημένα αποκαρδιωτικά στοιχεία. Περιοχές παραδόθηκαν στις φλόγες όχι μία, αλλά επανειλημμένα, πριν προλάβουν καν να αναγεννηθούν. Ένας εφιαλτικός απολογισμός που αποτυπώνει μία σκληρή πραγματικότητα. Ακόμη και όταν υπάρχει έγκαιρη προειδοποίηση για μία φωτιά από τα drones, ακόμη και όταν τα σύγχρονα πυροσβεστικά μέσα είναι διαθέσιμα και οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα, η μάχη μέσα σε ένα δάσος, μπορεί να χαθεί μέσα σε λίγες ώρες.

Μία πυρκαγιά που ξεκινά σε δάσος με ισχυρούς ανέμους που αγγίζουν τα 10-11 μποφόρ, μπορεί να εξελιχθεί με τέτοια ταχύτητα, ώστε να σαρώσει ό,τι βρεθεί μπροστά της. Η φωτιά δεν αφήνει πίσω της μόνο στάχτη. Ολόκληρα τοπία αλλάζουν μορφή, υπενθυμίζοντας με τον πιο σκληρό τρόπο, πόσο εύκολα μπορεί ένα πύρινο μέτωπο, να μετατρέψει μία δασική έκταση σε μία απέραντη μαύρη έκταση.

Η πρόληψη διαφέρει ανάλογα με το τοπίο

Μετά από κάθε καταστροφική φωτιά, η συζήτηση στρέφεται ήδη στην επόμενη ημέρα, αλλά και στην επόμενη πυρκαγιά. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, καλούνται να μετατοπίσουν το βάρος από την καταστολή, στην πρόληψη, όπου παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες, το αποτέλεσμα δείχνει ότι έχουν γίνει ελάχιστα βήματα. Τα σύγχρονα μέσα έγκαιρου εντοπισμού και πυρόσβεσης φαίνεται πως δεν αρκούν από μόνα τους για να θωρακίσουν τη χώρα απέναντι σε ένα ολοένα πιο επιθετικό κλιματικό περιβάλλον.

Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα δάσος πριν από την εκδήλωση μιας πυρκαγιάς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την ένταση με την οποία θα εξελιχθεί, αλλά και την ικανότητα του οικοσυστήματος να ανακάμψει στη συνέχεια. Η πρόκληση, επομένως, δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση μιας πυρκαγιάς όταν αυτή ξεσπάσει. Αφορά και τη μετάβαση σε ένα μοντέλο πρόληψης και ανθεκτικότητας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

«Η καταστολή θα παραμείνει απαραίτητη. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελεί τη μοναδική γραμμή άμυνας» αναφέρει στα «ΝΕΑ» ο Marc Jessel, ανώτατο στέλεχος του Forest Stewardship Council (FSC), του διεθνούς μη κερδοσκοπικού οργανισμού, που θέτει πρότυπα για την υπεύθυνη διαχείριση των δασών και ένα σύστημα πιστοποίησης για την εφαρμογή τους.

Marc Jessel – Chief Engagement Officer

«Στην Ελλάδα, όπου την πλειονότητα της διαχείρισης των δασών την έχει το Δημόσιο, η πρόληψη απαιτεί αρχικά ισχυρή ηγεσία, αλλά και σαφή πρότυπα, αξιόπιστη διαχείριση και αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ των διαχειριστών των δασών, των τοπικών αρχών, των επιστημόνων, των κοινοτήτων και συστημάτων όπως το FSC, που υποστηρίζουν την υπεύθυνη διαχείριση στην πράξη» προσθέτει ο Marc Jessel, εξηγώντας πως η πρόληψη διαφέρει ανάλογα με το τοπίο, τον τύπο του δάσους και τις τοπικές συνθήκες.

«Μπορεί, όμως, να περιλαμβάνει τη μείωση της υπερβολικής ποσότητας καύσιμης ύλης, τη συντήρηση των οδών πρόσβασης, την αποκατάσταση πιο ανθεκτικής βλάστησης, τη δημιουργία ζωνών προστασίας γύρω από οικισμούς και υποδομές, την ενίσχυση της φυσικής αναγέννησης και τη συστηματική παρακολούθηση των δασών σε βάθος χρόνου».

Η εγκατάλειψη της υπαίθρου

Σύμφωνα με τον ίδιο, κανένα δάσος δεν μπορεί να θωρακιστεί απόλυτα απέναντι σε μία πυρκαγιά, ιδιαίτερα σε ένα θερμότερο και ξηρότερο κλίμα. Ωστόσο, τα πιο υγιή και καλύτερα διαχειριζόμενα δάση, μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου και στον περιορισμό της πιθανότητας μεγάλων καταστροφών.

Στην εξίσωση προστίθεται και ένας ακόμη παράγοντας. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, που έχει ως αποτέλεσμα να χάνονται πρακτικές που λειτουργούσαν ως φυσική γραμμή άμυνας απέναντι στις πυρκαγιές. «Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να δημιουργήσει τοπία με μεγαλύτερη καύσιμη ύλη, επιτρέποντας στις φωτιές να εξαπλώνονται ταχύτερα και να ελέγχονται πιο δύσκολα. Η κλιματική αλλαγή καθιστά τις συνθήκες για την εκδήλωση πυρκαγιών πιο ακραίες, όμως τα εγκαταλελειμμένα τοπία μπορούν να εντείνουν τους κινδύνους. Η υπεύθυνη διαχείριση των δασών συμβάλλει στην αντιμετώπιση αυτών των ευάλωτων σημείων, διατηρώντας τα δάση πιο υγιή και ικανά να ανακάμψουν».

Όπως εξηγεί ο Marc Jessel, δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο και μοναδικό μοντέλο διαχείρισης των δασών, που θα μπορούσε απλώς να εφαρμοστεί αυτούσιο από τη μία χώρα στην άλλη.

«Οι τύποι των δασών, τα ιδιοκτησιακά καθεστώτα, οι κλιματικές συνθήκες, και οι ανάγκες των κοινοτήτων διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Οι πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις είναι εκείνες που προσαρμόζονται στις τοπικές συνθήκες. Ωστόσο, οι επιτυχημένες στρατηγικές για την ανθεκτικότητα απέναντι στις πυρκαγιές έχουν συνήθως κοινά χαρακτηριστικά: Μακροπρόθεσμη πρόληψη, ενεργή διαχείριση των δασών, επένδυση στις τοπικές δυνατότητες και συνδυασμό της επιστημονικής γνώσης με την πρακτική εμπειρία στο πεδίο. Ο ρόλος του FSC είναι να υποστηρίζει αυτού του είδους την υπεύθυνη διαχείριση μέσω ενός συστήματος πιστοποίησης που προσαρμόζεται στα εθνικά και τοπικά δεδομένα».

«Η προστασία των δασών δεν σημαίνει ότι κάθε τοπίο παραμένει ανέγγιχτο»

Ερωτηθείς ποια θα ήταν η πιο σημαντική αλλαγή που θα μπορούσε να γίνει στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα διαχειρίζεται τις πυρκαγιές, ο ίδιος απαντά πως θα έπρεπε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη και στη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα των δασών, παράλληλα με την αντιμετώπιση των έκτακτων περιστατικών.

«Η καταστολή θα παραμείνει απαραίτητη, όμως αποτελεί μόνο ένα μέρος της διαχείρισης των πυρκαγιών. Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση επενδύει πριν από την εκδήλωση των πυρκαγιών – στην υγεία των δασών, στη μείωση της καύσιμης ύλης, στη διατήρηση της πρόσβασης, στην παρακολούθηση και στην αποκατάσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνεται η σημασία της πυρόσβεσης. Σημαίνει ότι διασφαλίζεται πως η αντιμετώπιση των έκτακτων περιστατικών υποστηρίζεται από πιο υγιή και καλύτερα προετοιμασμένα τοπία. Η συμβολή του FSC είναι να παρέχει ένα αξιόπιστο, διεθνώς αναγνωρισμένο πλαίσιο για την υπεύθυνη διαχείριση των δασών».

Όπως λέει, μία από τις παρανοήσεις του κοινού σχετικά με την διαχείριση των δασών, είναι ότι η διαχείριση και η προστασία τους, αποτελούν αντίθετες έννοιες. «Η προστασία των δασών δεν σημαίνει ότι κάθε τοπίο πρέπει να παραμένει ανέγγιχτο. Σημαίνει ότι τα δάση πρέπει να διαχειρίζονται υπεύθυνα, με ισχυρές δικλίδες προστασίας για τη βιοποικιλότητα, το έδαφος, το νερό, τη φυσική αναγέννηση και τις τοπικές οικολογικές συνθήκες», σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του FSC.

«Το μέλλον των δασών θα εξαρτηθεί από τις επιλογές που γίνονται σήμερα»

Επιδίωξη, σύμφωνα με τον Marc Jessel, δεν είναι να υποστηρίξουμε ότι οι μεγάλες πυρκαγιές μπορούν να αποτραπούν. «Στόχος είναι να μειωθεί η πιθανότητα οι πυρκαγιές να εξελιχθούν σε καταστροφικές, δημιουργώντας δάση και τοπία πιο υγιή, με λιγότερη συσσωρευμένη καύσιμη ύλη και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η υπεύθυνη διαχείριση των δασών δεν αποτελεί εγγύηση απέναντι στις πυρκαγιές. Είναι ένας τρόπος να μειωθεί ο κίνδυνος, να βελτιωθεί η ετοιμότητα και, όπου είναι δυνατόν, να περιοριστεί η έκταση των ζημιών. Και υπάρχουν περιπτώσεις όπου έχει φανεί ότι η υπεύθυνη διαχείριση των δασών μπορεί να κάνει τη διαφορά. Εκεί θα πρέπει να επικεντρωθούμε. Στο τι μπορούμε να κάνουμε για να περιορίσουμε αυτούς τους κινδύνους».

Πόσο κοντά όμως, βρισκόμαστε στο σημείο, που τα ελληνικά δάση δεν θα μπορούν πλέον να αναγεννηθούν φυσικά, μετά από επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές;

«Όταν οι πυρκαγιές εκδηλώνονται πολύ συχνά, τα νεαρά δέντρα μπορεί να μην προλαβαίνουν να ωριμάσουν και να παράγουν σπόρους, τα εδάφη μπορεί να υποβαθμιστούν και το γύρω τοπίο να μην προσφέρει πλέον τις απαραίτητες συνθήκες για την ανάκαμψη» απαντά ο ίδιος, και προσθέτει πως: «Προτεραιότητα θα πρέπει να είναι να δράσουμε πριν τα τοπία φτάσουν σε αυτό το σημείο».

Τις επόμενες δεκαετίες, όπως εξηγεί ο Marc Jessel, τα δάση σε ολόκληρη τη Μεσόγειο αναμένεται να αντιμετωπίσουν ακόμη πιο δύσκολες συνθήκες, δηλαδή υψηλότερες θερμοκρασίες, μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας και αυξημένο κίνδυνο σοβαρών πυρκαγιών.

«Σε αυτό το περιβάλλον, τα δάση που δεν διαχειρίζονται ενεργά και υπεύθυνα θα γίνονται ακόμη πιο ευάλωτα. Το μέλλον τους, θα εξαρτηθεί από τις επιλογές που γίνονται σήμερα. Εάν η διαχείριση θα επικεντρώνεται μόνο στην αντιμετώπιση των έκτακτων περιστατικών ή εάν θα επενδύει στην πρόληψη και την υπεύθυνη διαχείριση πριν από την εκδήλωση των πυρκαγιών. Ο ρόλος μας είναι να υποστηρίζουμε την αξιόπιστη και υπεύθυνη διαχείριση των δασών μέσω ενός συστήματος πιστοποίησης που συμβάλλει στην προστασία των οικολογικών αξιών, στην υποστήριξη της φυσικής αναγέννησης και στην ενίσχυση της μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας, με τρόπους προσαρμοσμένους στις τοπικές συνθήκες».