Ψυχοθεραπεία: Προσωπική υπόθεση ή ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης;

Η ψυχική υγεία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα στον δημόσιο διάλογο, με όλο και περισσότερους ανθρώπους —και ιδιαίτερα τη Gen Z— να μιλούν ανοιχτά για την ψυχοθεραπεία. Η απόφαση να αναζητήσει κανείς ψυχοθεραπευτική υποστήριξη δεν είναι πια το δυσκολότερο βήμα. Το δύσκολο είναι να την στηρίξει οικονομικά σε βάθος χρόνου.

Μια συνεδρία κοστίζει κατά μέσο όρο 40 ευρώ και πραγματοποιείται, συνήθως, σε εβδομαδιαία βάση. Τι γίνεται όταν το κόστος είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό και ο μισθός δεν επαρκεί; Υπάρχουν αποτελεσματικοί δημόσιοι φορείς που μπορούν να καλύψουν την ανάγκη των πολιτών, ή το βάρος της ψυχικής φροντίδας καλείται να το υποστεί ο καθένας μας ως ατομική ευθύνη;

Μαρτυρίες θεραπευόμενων και απόψεις ειδικών αναδεικνύουν την άνιση προσβασιμότητα στην ψυχική φροντίδα

Όταν η ψυχική υγεία εξαρτάται από το εισόδημα

Η 33χρονη Άννα Γ. κάνει ιδιωτική ψυχοθεραπεία και, όπως λέει, το κόστος αυτή την περίοδο είναι οριακά διαχειρίσιμο. Δεν θεωρεί, όμως, ότι είναι βιώσιμο για όλους. «Με τους μισθούς που παίζουν τώρα σίγουρα δεν είναι βιώσιμο. Πέρυσι είχα αναγκαστεί να διακόψω συνεδρίες και να αναβάλω ραντεβού λόγω οικονομικής δυσκολίας.»

Για τον Χρήστο Ξ. η δυνατότητα για θεραπεία συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι δεν πληρώνει ενοίκιο. «Αν δεν είχα το σπίτι των γονιών μου, δεν θα μπορούσα να πηγαίνω, τόσο απλά. Η κάθε συνεδρία κοστίζει 50 ευρώ και σε περιόδους που η θεραπεία γινόταν εβδομαδιαία, το μηνιαίο κόστος έφτανε περίπου τα 200 ευρώ», δηλώνει.

Πώς αντιλαμβάνονται το κόστος οι ίδιοι οι θεραπευτές

Το κόστος της ψυχοθεραπείας αποτελεί ένα δύσκολο ζήτημα και για τους ίδιους τους επαγγελματίες. Η ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια Σοφία Σβορώνου αναγνωρίζει ότι η θεραπεία χρειάζεται χρόνο και ότι η πρόσβαση σε αυτήν δεν είναι ίδια για όλους.

Όπως εξηγεί, φοιτητές, άνεργοι και νέοι επαγγελματίες συχνά ρωτούν ήδη από την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία για το κόστος της συνεδρίας και για τη συχνότητα που απαιτείται. «Το κόστος αποτελεί εμπόδιο για αρκετούς υποψηφίους θεραπευόμενους», σημειώνει, προσθέτοντας ότι έχει παραπέμψει ανθρώπους τόσο σε κέντρα χαμηλού κόστους όσο και σε δημόσιους φορείς. Έχει, επίσης, δει θεραπευόμενους να διακόπτουν τη θεραπεία τους επειδή δεν μπορούσαν πλέον να ανταποκριθούν οικονομικά. Η κ. Σβορώνου αναφέρεται και σε πρακτικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δημόσιες δομές. Όπως εξηγεί, «η διαδικασία των ραντεβού μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, καθώς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πάντα τις ειδικότητες ή τη σύνθεση της θεραπευτικής ομάδας. Στο συγκεκριμένο κέντρο οι συνεδρίες πραγματοποιούνται κατά κανόνα ανά δεκαπενθήμερο και διαρκούν μία ώρα.»

Ο ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής Αντώνης Οικονομόπουλος έχει σταθερή τιμή για τις συνεδρίες του. Παράλληλα,χρησιμοποιεί μια αναλογική κλίμακα χρέωσης (sliding scale), ώστε να μπορεί να διαθέτει κάποιες θέσεις σε χαμηλότερο κόστος. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλό.

Όπως επισημαίνει ο κ. Οικονομόπουλος, «όταν ένας θεραπευτής αντιλαμβάνεται ότι ένας άνθρωπος χρειάζεται περισσότερες συνεδρίες, αλλά γνωρίζει ότι το οικονομικό κόστος μπορεί να μην του επιτρέπει να συνεχίσει, προκύπτει ένα δύσκολο ηθικό και επαγγελματικό δίλημμα. Η δωρεάν παροχή συνεδριών δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μεγαλοψυχία ή την προσωπική οικονομική άνεση του θεραπευτή. Χρειάζεται ένα ουδέτερο και επαγγελματικό πλαίσιο συνεργασίας. Οι μεμονωμένες πρωτοβουλίες μπορούν να βοηθήσουν κάποιους ανθρώπους, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λύση.»

Δημόσια Θεραπεία με όρια

Όταν η ιδιωτική θεραπεία είναι οικονομικά απρόσιτη, η δημόσια ψυχική φροντίδα μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική; Η πρόσβαση στις δημόσιες δομές, όπως αποτυπώνεται από τις δηλώσεις θεραπευόμενων δεν είναι πάντα ευφικτή, ενώ αρκετοί δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξη τους.

Η Άννα Τ. είχε προσπαθήσει να απευθυνθεί σε δημόσια υπηρεσία, χωρίς αποτέλεσμα. «Είχα πάρει τηλέφωνο αρκετές φορές να κλείσω ραντεβού, δεν το σήκωσαν ποτέ και δεν ξανασχολήθηκα», λέει. Αντίστοιχα, ο Χρήστος Ξ. δεν είχε εμπιστοσύνη ότι μια δημόσια δομή θα μπορούσε να του προσφέρει τη φροντίδα που χρειαζόταν. «Νιώθω ότι μόνο αν πληρώνω θα έχω την προσοχή και τη βοήθεια που έχω ανάγκη», ήταν η πεποίθηση που επηρέασε και τη δική του επιλογή.

Η 30χρονη Βάλια, από την άλλη, βρέθηκε για πρώτη φορά σε δημόσια δομή όταν ήταν άνεργη και η εμπειρία της ήταν ιδιαίτερα θετική. «Είχα κρίσεις πανικού, έντονο άχγος και απευθύνθηκα σε ψυχίατρο σε Κέντρο Υγείας στην Αττική. Οι δημόσιες δομές έχουν τεράστιες αναμονές και αναγκάστηκα να αλλάξω τρία διαφορετικά κέντρα. Έστω κι έτσι, όμως, αποτελούν τεράστια βοήθεια αν είσαι τυχερός.» Παράλληλα, διαπιστώνει ότι υπάρχει μεγάλη άγνοια. «Όταν έλεγα σε φίλους μου ότι έκανα δωρεάν θεραπεία σε Κέντρο Υγείας, συχνά με κοιτούσαν με απορία.»

Η εικόνα της πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη, όταν κάποιος επιχειρήσει να κλείσει ένα ραντεβού. Χρησιμοποιήσαμε την εφαρμογή και αναζητήσαμε το πιο άμεσο διαθέσιμο ραντεβού με ψυχίατρο σε Κέντρο Υγείας στην Αττική. Η πρώτη διαθέσιμη ημερομηνία που εμφανίστηκε στην πλατφόρμα ήταν η 28η Σεπτεμβρίου, ενώ για τα υπόλοιπα κέντρα Υγείας Αττικής τα διαθέσιμα ραντεβού έφταναν έως και τις 2 Οκτωβρίου.

Η Δανάη Σ. ακολουθεί δημόσια θεραπεία στο Κοινοτικό Κέντρο Ψυχικής Υγείας Παγκρατίου. Ήξερε ότι υπήρχαν διαθέσιμες δομές και αποφάσισε να απευθυνθεί σε μία από αυτές, παρά την κακή εμπειρία που είχε στο παρελθόν. Το βασικό πρόβλημα για εκείνη είναι η εριορισμένη διάρκεια της θεραπείας. « Στο παρελθόν έχω αναβάλλει συνεδρία εξαιτίας χρημάτων. Το κόστος της ιδιωτικής θεραπείας είναι δυσβάσταχτο όταν η ανάγκη είναι μεγάλη. Tώρα έχω συνολικά μόνο δώδεκα συνεδρίες και ήδη αναρωτιέμαι, πού να απευθυνθώ μετά για να συνεχίσω.»