
Αναγκασμένος να περιμένει λίγο ακόμα για να βρει τον καλό του εαυτό είναι ο Μάνου Γκαρθία, όπως και ο Άρης που επένδυσε αρκετά στην επιστφοφή του παίκτη στη Θεσσαλονίκη μετά από 1,5 χρόνο. Τόσο αγωνιστικά όσο και οικονομικά.
Ο 28χρονος άσσος περίμενε τη διακοπή του πρωταθλήματος σαν… δώρο για να δουλέψει πάνω στη φυσική του κατάσταση και να καλύψει το χαμένο έδαφος μετά την επιστροφή του από τις ΗΠΑ. Να αξιοποιήσει αυτές τις ημέρες, ώστε να προσεγγίσει τα επίπεδα ετοιμότητας που απαιτεί ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο οποίος επίσης περίμενε αυτές τις μέρες για να… τρέξει τον Ισπανό.
Ωστόσο, οι ενοχλήσεις που παρουσίασε τις τελευταίες ημέρες δεν θα του επιτρέψουν να ακολουθήσει το πρόγραμμα των επόμενων εβδομάδων. Οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε επιβεβαίωσαν το σύνδρομο κοιλιακών προσαγωγών για το οποίο υπήρχε φόβος.
Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προβλέπει περίπου δύο εβδομάδες θεραπειών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο Γκαρθία δεν θα είναι διαθέσιμος για την αναμέτρηση του Αρη με τον ΝΠΣ Βόλο στις 11 Οκτωβρίου και ο Γρηγορίου θα αναγκαστεί να καταστρώσει τα πλάνα του χωρίς αυτόν. Προς τα τέλη της επόμενης εβδομάδας, το ιατρικό επιτελείο θα επανεκτιμήσει εκ νέου την κατάστασή του και, ανάλογα με την εξέλιξη της αποθεραπείας, θα αποφασιστεί η διαχείρισή του.
Το συγκεκριμένο πρόβλημα, πάντως, δεν έχει την ίδια διάρκεια αποκατάστασης σε όλες τις περιπτώσεις. Ανάλογα με τη σοβαρότητα και την ανταπόκριση στη θεραπεία, ένας ποδοσφαιριστής μπορεί να χρειαστεί από περίπου έναν έως και τρεις μήνες για να επανέλθει πλήρως. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση του Γκαρθία είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή εκτίμηση σχετικά με την ημερομηνία επιστροφής του.
Η αποθεραπεία του έχει ήδη ξεκινήσει και, προς το παρόν, η αντιμετώπιση γίνεται χωρίς να τίθεται θέμα χειρουργικής επέμβασης. Η πιθανότητα ενός τέτοιου ενδεχομένου αποτελεί την πιο δυσμενή εξέλιξη, όμως δεν είναι κάτι που βρίσκεται στην παρούσα φάση στο πλάνο.
Στον Αρη υπάρχει, άλλωστε, και το προηγούμενο του Φαμπιάνο. Ο Βραζιλιάνος είχε αντιμετωπίσει ανάλογο ζήτημα την περασμένη σεζόν και κατάφερε να το διαχειριστεί με συντηρητική θεραπεία και σταδιακή επανένταξη, χωρίς να χρειαστεί να υποβληθεί σε επέμβαση.