
Νέες έμμεσες πλην σαφείς απειλές κατά της Ελλάδας και της Κύπρου εξαπέλυσε ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας (AKP), Ομέρ Τσελίκ.
Σε μια μακροσκελή τοποθέτηση που ενδύεται τον μανδύα της «διπλωματίας», ο Τούρκος αξιωματούχος χρησιμοποίησε σκληρή ρητορική, προειδοποιώντας την Αθήνα να μην προχωρά σε «προκλητικές ενέργειες» στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ ξεκαθάρισε πως η Άγκυρα είναι έτοιμη να επιβάλει τις θέσεις της και «στο πεδίο». Η τοποθέτηση αυτή, αν και παρουσιάζεται προσχηματικά ως έκκληση για «σύνεση και λογική», αποτελεί στην πραγματικότητα μια ευθεία προσπάθεια εκφοβισμού και περιορισμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.
Αναλύοντας τις δηλώσεις του Ομέρ Τσελίκ, γίνεται σαφές ότι η Τουρκία επιχειρεί για ακόμα μια φορά να αντιστρέψει την πραγματικότητα, βαπτίζοντας τη δική της αναθεωρητική πολιτική ως «έκκληση για ειρήνη». Ο Τσελίκ έσπευσε να διευκρινίσει ότι η τουρκική έμφαση στη διπλωματία «δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας». Αντιθέτως, υπογράμμισε με νόημα ότι η Άγκυρα έχει πλήρη επίγνωση της ισχύος της «τόσο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όσο και στο πεδίο». Η αναφορά αυτή στο «πεδίο» αποτελεί μια συγκαλυμμένη απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας ή δημιουργίας τετελεσμένων, εάν η Ελλάδα ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο, φωτογραφίζοντας την Αθήνα όταν τονίζει ότι «το τελευταίο που επιθυμούμε εν μέσω μιας τέτοιας αστάθειας είναι η εκδήλωση προκλητικών ενεργειών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο».
Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του AKP κατηγόρησε την ελληνική πλευρά ότι μετατρέπει τα ζητήματα του Αιγαίου σε θέμα «εσωτερικής πολιτικής», ισχυριζόμενος ότι αυτό δημιουργεί έναν «τοξικό φαύλο κύκλο». Με τη ρητορική αυτή, η Άγκυρα επιχειρεί να απονομιμοποιήσει τις πάγιες, εθνικές θέσεις της Αθήνας και να τις παρουσιάσει ως επικοινωνιακά τεχνάσματα, αποσείοντας τις δικές της ευθύνες για την ένταση στην περιοχή και προειδοποιώντας με νόημα πως «κανείς δεν πρέπει να υιοθετεί μια προσέγγιση που μετατρέπει τα προβλήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο σε ζήτημα εσωτερικής πολιτικής».
Επιπλέον, η δήλωση ότι η Τουρκία «δεν θα αναγνωρίσει ούτε θα αποδεχτεί —με κανέναν τρόπο— οποιοδήποτε μήνυμα μεταφέρεται μέσω τέτοιων διαύλων» αποτελεί μια σαφή προειδοποίηση ότι η Άγκυρα απορρίπτει τις παρεμβάσεις τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών (όπως η ΕΕ) υπέρ της Ελλάδας, επιδιώκοντας να σύρει την Αθήνα σε έναν διμερή διάλογο υπό τη σκιά της τουρκικής υπεροπλίας.
Η οργή του Ομέρ Τσελίκ στράφηκε με σφοδρότητα και κατά της απόφασης των Ηνωμένων Πολιτειών να ανανεώσουν την άρση του εμπάργκο όπλων προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Τούρκος αξιωματούχος χαρακτήρισε την κίνηση αυτή ως «λανθασμένη» και ως παράγοντα που «διαβρώνει την εμπιστοσύνη». Πίσω από αυτή τη δυσφορία κρύβεται η ανησυχία της Άγκυρας για τη συνεχιζόμενη γεωστρατηγική αναβάθμιση της Λευκωσίας και της Αθήνας στα μάτια της Ουάσιγκτον. Ο Τσελίκ δεν δίστασε να επαναλάβει τις απειλητικές δεσμεύσεις της Τουρκίας ως «εγγυήτριας δύναμης», τονίζοντας ότι η αποφασιστική στάση της χώρας του υπέρ του ψευδοκράτους «θα συνεχιστεί, καθιστάμενη ακόμη πιο ισχυρή στο μέλλον», προαναγγέλλοντας ουσιαστικά τη διατήρηση της κατοχικής στρατιωτικής παρουσίας και την περαιτέρω στρατιωτικοποίηση του νησιού.
Συμπερασματικά, οι δηλώσεις του Ομέρ Τσελίκ επιβεβαιώνουν ότι η Τουρκία δεν έχει μετακινήσει σπιθαμή από τις αναθεωρητικές της βλέψεις. Το «μανιφέστο» αυτό, παρά το διπλωματικό του περιτύλιγμα, αποτελεί μια ξεκάθαρη προειδοποίηση προς την Ελλάδα και την Κύπρο. Η Άγκυρα ζητά ουσιαστικά τη σιωπή και τη συμμόρφωση της Αθήνας στις δικές της αξιώσεις, χρησιμοποιώντας την απειλή του «πεδίου» ως το απόλυτο εργαλείο πίεσης στην Ανατολική Μεσόγειο, καθιστώντας σαφές ότι η Τουρκία θα επιβάλει τις κόκκινες γραμμές της αν θεωρήσει ότι παραβιάζονται.