Από τον Μάο στη γνώση: η νέα πρόκληση της Κίνας

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1976, πριν από 50 χρόνια, πέθανε ο Μάο Τσετούνγκ. Ο θάνατός του σηματοδότησε μία από τις σημαντικότερες καμπές στη σύγχρονη κινεζική ιστορία. Ο Μάο είχε επιχειρήσει να μεταμορφώσει την κινεζική κοινωνία μέσα από την ιδεολογία, την επανάσταση και τη μαζική πολιτική κινητοποίηση. Μόλις δύο χρόνια αργότερα, όμως, η Κίνα άρχισε να ακολουθεί μια διαφορετική πορεία. Υπό τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ, η έμφαση μετατοπίστηκε από την ιδεολογική κινητοποίηση στην οικονομική μεταρρύθμιση, το άνοιγμα προς τον κόσμο και την υλική ανάπτυξη.

Μετά το 1978, η Κίνα έπρεπε, αναγκαστικά, να ξεκινήσει από την υλική ανάπτυξη. Μια φτωχή χώρα χρειαζόταν εργοστάσια, υποδομές, κατοικίες, εκπαίδευση, τεχνολογία και υψηλότερα εισοδήματα. Οι μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ δημιούργησαν τις βάσεις πάνω στις οποίες μπορούσαν να αναπτυχθούν ευρύτερες ανθρώπινες ικανότητες.

Ο μετασχηματισμός, όμως, δεν στηρίχθηκε μόνο σε εργοστάσια και κεφάλαια. Στηρίχθηκε και σε κάτι λιγότερο απτό: την εμπιστοσύνη.

Πρόσφατες έρευνες, βασισμένες σε κινεζικές κοινωνικές έρευνες και στο World Values Survey, καταγράφουν σχετικά υψηλά και σταθερά επίπεδα κοινωνικής εμπιστοσύνης στην Κίνα επί αρκετές δεκαετίες. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι επίσης σχετικά υψηλή. Το Edelman Trust Barometer του 2026 κατατάσσει την Κίνα πολύ ψηλά, με δείκτη εμπιστοσύνης 80.

Η κοινωνική και η θεσμική εμπιστοσύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα, ούτε η εμπιστοσύνη σημαίνει απλώς αποδοχή ή υπακοή. Η οικονομική της σημασία βρίσκεται στην ικανότητά της να διευκολύνει τη συνεργασία: όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι άλλοι θα ανταποδώσουν και ότι οι θεσμοί μπορούν να συντονίσουν αποτελεσματικά τη συλλογική προσπάθεια.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια χώρα που αναπτύσσεται με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Οι οικογένειες επενδύουν στην εκπαίδευση, οι μαθητές αποδέχονται απαιτητικές διαδρομές, οι επιχειρήσεις επενδύουν στο μέλλον και οι θεσμοί συντονίζουν τεράστιους πόρους.

Στην Κίνα, η συνεργασία αυτή διαμορφώνεται επίσης από το guanxi — τα δίκτυα σχέσεων, αμοιβαιότητας και αμοιβαίων υποχρεώσεων. Στην καλύτερη εκδοχή του, το guanxi λειτουργεί ως κοινωνική υποδομή: μετατρέπει την εμπιστοσύνη σε διαρκείς σχέσεις και συνεργασία.

Τα αποτελέσματα είναι πλέον ορατά όχι μόνο στον υλικό μετασχηματισμό της χώρας, αλλά και στην ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων της.

Τα πρόσφατα αποτελέσματα του PISA 2025 του ΟΟΣΑ κατέταξαν το Πεκίνο, τη Σαγκάη, το Τζιανγκσού και το Ζετζιάνγκ μεταξύ των εκπαιδευτικών συστημάτων με τις υψηλότερες επιδόσεις στον κόσμο. Οι μαθητές τους πέτυχαν 597 μονάδες στις φυσικές επιστήμες και 612 στα μαθηματικά, έναντι 482 και 463, αντίστοιχα, των μέσων όρων του ΟΟΣΑ. Τα αποτελέσματα δεν αντιπροσωπεύουν ολόκληρη την Κίνα. Δείχνουν, όμως, τη μετατροπή της οικονομικής ανάπτυξης σε εκπαιδευτική ικανότητα.

Το επόμενο βήμα είναι η παραγωγή γνώσης.

Στις παγκόσμιες κατατάξεις του 2026, το Tsinghua και το Peking University βρίσκονται μεταξύ των κορυφαίων πανεπιστημίων του κόσμου, ενώ όλο και περισσότερα κινεζικά πανεπιστήμια ενισχύουν την παρουσία τους στην παγκόσμια ερευνητική ελίτ. Οι κατατάξεις δεν αποτελούν τέλειο μέτρο της παραγωγής γνώσης. Η κατεύθυνση, όμως, είναι δύσκολο να αγνοηθεί: η Κίνα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη ικανότητα παραγωγής διεθνώς αναγνωρισμένης έρευνας και προηγμένης γνώσης.

Η πορεία αυτή μπορεί να συνοψιστεί απλά.

Ο Ντενγκ δημιούργησε τις υλικές βάσεις της ανάπτυξης. Η εμπιστοσύνη και τα κοινωνικά δίκτυα διευκόλυναν τον συντονισμό. Η εκπαίδευση διεύρυνε το ανθρώπινο δυναμικό. Και τα πανεπιστήμια μετατρέπουν σταδιακά αυτό το δυναμικό σε γνώση.

Εδώ βρίσκεται, όμως, το βαθύτερο ερώτημα: τι σκοπό υπηρετεί όλη αυτή η συσσωρευμένη ικανότητα;

Το επίσημο κινεζικό όραμα του εκσυγχρονισμού δεν περιορίζεται πλέον στην οικονομική μεγέθυνση. Μιλά για κοινή ευημερία, πολιτιστική και ηθική ανάπτυξη, αρμονία με τη φύση και έναν εκσυγχρονισμό προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας. Το κατά πόσο αυτές οι φιλοδοξίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα είναι ένα διαφορετικό και πιο δύσκολο ερώτημα. Σημασία έχει, όμως, ότι η ίδια η έννοια της προόδου στην Κίνα διευρύνεται: δεν αφορά πλέον μόνο το πόσο περισσότερο μπορεί να παράγει μια κοινωνία, αλλά και το τι είδους κοινωνία θέλει να οικοδομήσει με τις δυνατότητες που απέκτησε.

Υπάρχει εδώ ένας ενδιαφέρων ιστορικός απόηχος.

Γράφοντας το 1922 στο Το Πρόβλημα της Κίνας, ο Μπέρτραντ Ράσελ παρατηρούσε ότι οι Κινέζοι φοιτητές ήταν πρόθυμοι να αποκτήσουν τη δυτική γνώση χωρίς κατ’ ανάγκην να αντιγράψουν τη δυτική κοινωνία. Ήθελαν να μάθουν από τη δυτική επιστήμη και εκπαίδευση χωρίς να εισαγάγουν απλώς ό,τι θεωρούσαν ελαττώματά της. Ο Ράσελ διέκρινε σε αυτή τη στάση μια διαφορετική ιεράρχηση αξιών: την προθυμία να θεωρηθεί η σοφία σημαντικότερη από τον πλούτο ή την ισχύ.

Έναν αιώνα αργότερα, η παρατήρηση αυτή αποκτά νέα σημασία.

Η Κίνα έχει αποκτήσει μεγάλο μέρος της υλικής και τεχνολογικής ικανότητας που ο Ράσελ θεωρούσε απαραίτητη για την εθνική της ανεξαρτησία. Έχει επίσης αναπτύξει εντυπωσιακές εκπαιδευτικές και ερευνητικές δυνατότητες. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν μπορεί να αποκτήσει τις ικανότητες της νεωτερικότητας, αλλά τι είδους νεωτερικότητα θα οικοδομήσει με αυτές.

Οι κομφουκιανές ιδέες αποτελούν μέρος του πνευματικού υπόβαθρου αυτού του ερωτήματος. Η εκπαίδευση, η καλλιέργεια του εαυτού, η ευθύνη και η κοινωνική αρμονία υπήρξαν διαχρονικά κεντρικές έννοιες της κινεζικής σκέψης. Υποδηλώνουν ότι η ανάπτυξη δεν αφορά μόνο το τι παράγει μια κοινωνία, αλλά και τις ικανότητες, τις ευθύνες και τις σχέσεις που η ανάπτυξη καθιστά δυνατές.

Ίσως έτσι μπορεί να κατανοηθεί η μακρά κινεζική πορεία.

Ο Μάο έθεσε το ζήτημα του μετασχηματισμού της κοινωνίας. Ο Ντενγκ έθεσε το ζήτημα της δημιουργίας πλούτου και της διατήρησης της ανάπτυξης. Η σημερινή Κίνα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό ερώτημα: τι σημαίνει πρόοδος όταν μια κοινωνία έχει αποκτήσει τις υλικές, ανθρώπινες και τεχνολογικές δυνατότητες να διαμορφώσει το μέλλον της;

Η Κίνα πέρασε δεκαετίες μαθαίνοντας πώς να δημιουργεί πλούτο. Οι επιδόσεις της στο PISA δείχνουν το ανθρώπινο δυναμικό που οικοδομήθηκε μέσα από αυτή την πορεία, ενώ η άνοδος των πανεπιστημίων της δείχνει ότι το ανθρώπινο αυτό κεφάλαιο μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε γνώση.

Το ιστορικό επίτευγμα της Κίνας ήταν να οικοδομήσει, σε πρωτοφανή κλίμακα, τις υλικές και ανθρώπινες προϋποθέσεις μιας σύγχρονης κοινωνίας.

Η επόμενη πρόκλησή της δεν είναι απλώς να αποκτήσει περισσότερη ισχύ, αλλά να αποφασίσει τι αξίζει να κάνει με την ισχύ που απέκτησε.

The post Από τον Μάο στη γνώση: η νέα πρόκληση της Κίνας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.