Αυστραλιανό Ινστιτούτο Μακεδονικών Σπουδών: 40 χρόνια αδιάλειπτης προσφοράς στον Ελληνισμό

Υπάρχουν οργανισμοί που δημιουργούνται για να υπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό και υπάρχουν και εκείνοι που, με το πέρασμα του χρόνου, μετατρέπονται οι ίδιοι σε κομμάτι της ιστορίας μιας κοινότητας.

Το Αυστραλιανό Ινστιτούτο Μακεδονικών Σπουδών (Australian Institute of Macedonian Studies – AIMS) ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Τον Αύγουστο του 2026 συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την ίδρυσή του στη Μελβούρνη.

Σαράντα χρόνια γεμάτα συνέδρια, έρευνα, εκδόσεις, διαλέξεις, εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες, πολιτιστικές δράσεις, αλλά και έντονες αντιπαραθέσεις γύρω από ένα ζήτημα που εξακολουθεί να αγγίζει βαθιά την ελληνική παροικία: την ιστορία, την ταυτότητα και την κληρονομιά της Μακεδονίας.

Η ιστορία του AIMS δεν είναι, επομένως, απλώς η ιστορία ενός ακαδημαϊκού ιδρύματος. Είναι σε μεγάλο βαθμό η ιστορία ανθρώπων της ελληνικής παροικίας που πίστεψαν ότι η υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στο συναίσθημα, αλλά χρειάζεται γνώση, έρευνα, τεκμηρίωση και συνεχή παρουσία.

ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΤΟ 1986

Η 10η Αυγούστου 1986 θα μείνει ως η ημέρα κατά την οποία μπήκαν τα θεμέλια του AIMS.

Αφορμή ήταν μια διάλεξη του ακαδημαϊκού Αναστάσιου Μ. Τάμη με θέμα «Recent Developments on the Macedonian Issue», που είχε οργανώσει η Ένωση Θεσσαλονικέων.

Η προσέλευση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Περίπου 400 άνθρωποι βρέθηκαν στην εκδήλωση. Στο τέλος της ομιλίας, ο Τάμης απηύθυνε έκκληση προς το κοινό να στηρίξει την ίδρυση ενός οργανωμένου Ινστιτούτου και τη δημιουργία μόνιμης γραμματείας.

Η ανταπόκριση ήταν άμεση.

Μέσα σε μία βραδιά συγκεντρώθηκαν 11.000 δολάρια – ένα ποσό σημαντικό για τα δεδομένα της εποχής – και ο Χρήστος Κοσμίδης ανέλαβε ειδικός γραμματέας.

Το AIMS είχε γεννηθεί.

Πρώτος πρόεδρος εξελέγη ο Αναστάσιος Μ. Τάμης, ενώ στην ιδρυτική διοίκηση συμμετείχαν άνθρωποι της επιστήμης, των επαγγελμάτων και της παροικίας: ο Π. Λιβεριάδης, ο Δημήτρης Ιακωβίδης, ο Peter Iasonidis, ο Nicholas Halatzoukas, ο Θεοφάνης Καραμπάτσης, ο Nicholas Katris, ο Παναγιώτης Γογγίδης, ο Μάκης Κασνάξης, ο Χρήστος Μάντσιος, ο Κ. Χατζησταύρου και άλλοι.

Οι στόχοι ήταν ξεκάθαροι: να μελετηθούν και να αναδειχθούν η ιστορία, ο πολιτισμός, η γλώσσα και η πνευματική κληρονομιά της ελληνικής Μακεδονίας.

Κανείς, ίσως, δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι εκείνη η πρωτοβουλία θα άντεχε τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες.

ΤΟ AIMS ΣΥΣΤΗΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΔΙΕΘΝΗ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΚΟΣΜΟ

Μόλις δύο χρόνια μετά την ίδρυσή του, το Ινστιτούτο έκανε ένα βήμα που θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την πορεία του.

Τον Φεβρουάριο του 1988 διοργάνωσε το Πρώτο Διεθνές Συνέδριο Μακεδονικών Σπουδών.

Περισσότεροι από 200 ακαδημαϊκοί από 35 πανεπιστήμια της Ευρώπης, της Αμερικής και της Αυστραλίας έφτασαν στη Μελβούρνη. Συνολικά 63 επιστήμονες παρουσίασαν εργασίες, εξετάζοντας διαφορετικές πτυχές της ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς της Μακεδονίας.

Το συνέδριο άνοιξε ο τότε αντιπρόεδρος της αυστραλιανής κυβέρνησης και προσέλκυσε πολιτικούς, πανεπιστημιακούς, ερευνητές και φοιτητές.

Δεν πέρασε, όμως, απαρατήρητο.

Τμήματα της μακεδονοσλαβικής κοινότητας αντέδρασαν έντονα, χαρακτηρίζοντας τη διοργάνωση «πολιτική» και υποστηρίζοντας ότι είχε ως στόχο να αμφισβητήσει τη δική τους ιστορική αφήγηση.

Το AIMS απάντησε κυρίως με τον τρόπο που γνώριζε: με συνέδρια, έρευνα και βιβλία.

Οι εργασίες του συνεδρίου εκδόθηκαν στον τόμο «Macedonian Hellenism», δημιουργώντας μια σημαντική βιβλιογραφική παρακαταθήκη.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΗ ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ

Το 1991 ήρθε η δεύτερη μεγάλη διοργάνωση.

Το Δεύτερο Διεθνές Συνέδριο για την Αρχαία Μακεδονία πραγματοποιήθηκε τότε στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, συγκεντρώνοντας περισσότερους από 30 αρχαιολόγους, ιστορικούς, ανθρωπολόγους, εθνογράφους και μελετητές της λογοτεχνίας.

Πρόεδρος της ακαδημαϊκής επιτροπής ήταν ο Peter Connor, επικεφαλής του Τμήματος Κλασικών και Εγγύς Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης.

Στη διοργάνωση συμμετείχαν σημαντικοί επιστήμονες από την Αυστραλία, την Ελλάδα και άλλες χώρες.

Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο διακεκριμένος Βρετανός ιστορικός Nicholas Hammond, ενώ κεντρικές ομιλίες έδωσαν οι καθηγητές E. Borza, R. M. Errington και Δημήτριος Παντερμαλής.

Η έναρξη πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη της Βικτώριας, μπροστά σε κατάμεστη αίθουσα.

Αλλά ίσως ακόμη πιο σημαντικό ήταν αυτό που συνέβη έξω από τις ακαδημαϊκές αίθουσες.

Το κοινό της Μελβούρνης ανταποκρίθηκε μαζικά. Οι αίθουσες γέμισαν και οι δημόσιες διαλέξεις έδειξαν ότι η ιστορία της Μακεδονίας μπορούσε να ενδιαφέρει πολύ πέρα από τα στενά όρια της ελληνικής παροικίας.

Οι εργασίες εκδόθηκαν στον τόμο «Ancient Macedonia: An Australian Symposium».

Ο Nicholas Hammond, ένας από τους κορυφαίους μελετητές της Μακεδονίας, αναγνώρισε τη σημασία της διοργάνωσης και της ευκαιρίας που δόθηκε σε ερευνητές από διαφορετικές χώρες να παρουσιάσουν τη δουλειά τους και να ανταλλάξουν απόψεις.

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Το AIMS δεν σταμάτησε στην αρχαιότητα.

Το 1995 διοργάνωσε στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης το Τρίτο Διεθνές Συνέδριο, αυτή τη φορά αφιερωμένο στη Βυζαντινή Μακεδονία.

Η διοργάνωση πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Australian Association for Byzantine Studies, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο Μελβούρνης και το La Trobe University.

Και πάλι, το επίπεδο ήταν διεθνές.

Οι εργασίες των συνέδρων οδήγησαν στην έκδοση δύο σημαντικών τόμων, «Byzantine Macedonia – Identity, Image and History» και «Byzantine Macedonia – Art, Architecture, Music and Hagiography».

Οι διοργανωτές έθεσαν έναν ακόμη σημαντικό στόχο: η συζήτηση για τη Μακεδονία να μην παραμείνει υπόθεση μόνο των Ελλήνων.

Να φτάσει στο αυστραλιανό κοινό.

Αυτή η εξωστρέφεια αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικά της πορείας του Ινστιτούτου.

ΕΡΕΥΝΑ, ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ LA TROBE

Παράλληλα με τα συνέδρια, το AIMS δημιούργησε μια σημαντική εκδοτική και ερευνητική δραστηριότητα.

Το «Makedonikos Logos» πρωτοκυκλοφόρησε το 1988, ενώ ακολούθησαν το μηνιαίο «Macedonian Bulletin» και η «Publication Series on Macedonia».

Πίσω από αυτές τις εκδόσεις υπήρχαν άνθρωποι που εργάζονταν συστηματικά, συχνά αθόρυβα και εθελοντικά.

Ο Παναγιώτης Γογίδης είχε κεντρικό ρόλο στην εκδοτική προσπάθεια, ενώ σημαντική ήταν η συμβολή ανθρώπων όπως η Θεοφίλα Κοκοβίτη, η Ρούσσα Ρομπόλα, η Ελένη Μπαχτσεβάνος, η Μάγδα Σίμωνις και ο Paul Kosmidis.

Το 1997 ήρθε ένας ακόμη σημαντικός σταθμός: το AIMS εντάχθηκε στο National Centre for Hellenic Studies and Research του La Trobe University ως ακαδημαϊκή οντότητα.

Η περίοδος αυτή ενίσχυσε την παρουσία του Ινστιτούτου στον πανεπιστημιακό χώρο και συνέβαλε στην παραγωγή επιστημονικών μελετών και δημοσιεύσεων σε διεθνή περιοδικά.

Η συνεργασία αυτή αποτέλεσε σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του AIMS – ιδιαίτερα σήμερα, καθώς η συζήτηση για το μέλλον των Ελληνικών Σπουδών και της ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία παραμένει επίκαιρη.

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Για πολλούς, το AIMS είναι συνδεδεμένο κυρίως με τα μεγάλα διεθνή συνέδρια.

Η δράση του, όμως, ήταν πολύ ευρύτερη.

Το Ινστιτούτο διοργάνωσε επισκέψεις νέων στη Μακεδονία και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, συναυλίες, λογοτεχνικές βραδιές, φεστιβάλ, μουσικές και θεατρικές εκδηλώσεις.

Οργάνωσε φωτογραφικές εκθέσεις για την ελληνική μετανάστευση και εγκατάσταση στη Μακεδονία, ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στους μαθητές και στη νέα γενιά.

Μαθητικοί διαγωνισμοί που πραγματοποιήθηκαν σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία έφεραν σε επαφή περισσότερους από 3.000 μαθητές από περίπου 400 σχολεία με την ιστορία και τον πολιτισμό της Μακεδονίας.

Παράλληλα, το AIMS προσέφερε υποτροφίες και οικονομική στήριξη σε προγράμματα Ελληνικών Σπουδών, ελληνικά ημερήσια σχολεία, μαθητικές δραστηριότητες, αθλητικούς φορείς και κοινωφελείς οργανισμούς.

Με άλλα λόγια, προσπάθησε να μετατρέψει την ιστορική μνήμη σε ζωντανή παιδεία.

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Καμία ιστορία σαράντα ετών δεν είναι χωρίς συγκρούσεις.

Και η ιστορία του AIMS έχει πολλές.

Υπήρχαν ομογενείς από τη Μακεδονία που θεωρούσαν ότι το Ινστιτούτο δεν ήταν αρκετά δυναμικό στις θέσεις του. Άλλοι θεωρούσαν ορισμένες πρωτοβουλίες του υπερβολικά ακαδημαϊκές ή περιορισμένες.

Από την άλλη πλευρά, το AIMS βρέθηκε επανειλημμένα στο στόχαστρο της μακεδονοσλαβικής κοινότητας της Αυστραλίας.

Οι μεγάλες επιστημονικές διοργανώσεις του 1988 και του 1991 προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, ενώ υπήρξαν διαμαρτυρίες και δημόσιες αντιπαραθέσεις.

Το Ινστιτούτο, ωστόσο, συνέχισε.

Η επιλογή του ήταν να απαντά στην αντιπαράθεση με ιστορικά τεκμήρια και επιστημονική έρευνα.

ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ

Από το 1992 και για περίπου δύο δεκαετίες, το AIMS ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα σε σχέση με τις διεθνείς εξελίξεις γύρω από το Μακεδονικό.

Υπομνήματα, επιστολές, αναφορές και προτάσεις στάλθηκαν σε ελληνικές κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμούς, πολιτικούς και κυβερνητικούς φορείς.

Το Ινστιτούτο παρενέβη επίσης σε συζητήσεις και διαδικασίες που αφορούσαν τη χρήση των όρων «Macedonia» και «Macedonian» και τη θέση του Ελληνισμού της Μακεδονίας.

Το 1992 πρότεινε τη χρήση των όρων «Μακεδοσλαβία» και «Μακεδοσλάβοι» ως συμβιβαστική ορολογία μεταξύ των δύο πλευρών.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1994, υπέβαλε αναφορά στις αυστραλιανές αρχές σχετικά με τη χρήση του όρου «Slavonic» για τη γλώσσα των Σλαβομακεδόνων, υποστηρίζοντας ότι ήταν απαραίτητος ένας σαφής διαχωρισμός από την ελληνική πολιτιστική και γλωσσική κληρονομιά.

Η τότε κυβέρνηση της Βικτώριας υιοθέτησε αρχικά σχετική ορολογία σε κυβερνητικά εκπαιδευτικά κείμενα και δημοσιεύσεις. Η απόφαση προκάλεσε νέες αντιδράσεις και αργότερα αμφισβητήθηκε μέσω της Αυστραλιανής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Η ιστορία αυτή δείχνει πόσο έντονα ήταν τα ζητήματα ταυτότητας στην Αυστραλία εκείνη την περίοδο.

Η ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ

Κατά καιρούς το AIMS βρέθηκε σε δύσκολη σχέση με τμήματα της ελληνικής διπλωματικής και εκκλησιαστικής παρουσίας στην Αυστραλία.

Οι διαφωνίες ήταν τόσο έντονες ώστε ορισμένες υποθέσεις έφτασαν μέχρι το Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Το 1991, δύο βουλευτές της αντιπολίτευσης, ο Στέλιος Παπαθεμελής και ο Χρήστος Πάχτας, έφεραν στη Βουλή το ζήτημα της σχέσης του AIMS με τους Έλληνες διπλωματικούς εκπροσώπους στην Αυστραλία.

Η επίσημη απάντηση του τότε υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά ήταν σαφής ως προς τη συμβολή του Ινστιτούτου: οι δραστηριότητές του για τη μελέτη των εθνικών ζητημάτων και την ενίσχυση της ελληνικής κοινότητας στην Αυστραλία δεν τίθεντο υπό αμφισβήτηση και το AIMS είχε την υποστήριξη του ελληνικού κράτους.

Ήταν μια σημαντική στιγμή για έναν οργανισμό που είχε ήδη μάθει ότι η πορεία του δεν θα ήταν χωρίς εμπόδια.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ

Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σημαντικό στοιχείο της ιστορίας του AIMS.

Η συνέχεια.

Άνθρωποι ήρθαν και έφυγαν. Διοικήσεις άλλαξαν. Οι πολιτικές συνθήκες μεταβλήθηκαν. Το Μακεδονικό πέρασε από διαφορετικές φάσεις. Η ελληνική παροικία της Αυστραλίας άλλαξε και αυτή.

Το AIMS όμως παρέμεινε.

Από το 2014 μέχρι το 2026, μια νέα γενιά ακαδημαϊκών, επαγγελματιών και υποστηρικτών ανέλαβε θέσεις ευθύνης στο Διοικητικό Συμβούλιο.

Ανάμεσά τους βρίσκονται ο Π. Λιβεριάδης, ο Θεοφάνης Καραμπάτσας, ο Α. Μ. Τάμης, ο Παναγιώτης Γογίδης, ο Nicholas Katris, η Dr Helen Kalamboukas, η Christina Kotsifaki-Sarris, ο C. Mantsios, ο George Lioukas, ο καθηγητής Anastasios Panagiotelis, ο Sam Liveriadis, ο Nikolaos Papakonstantinou, η Dimitra Flessas, ο D. Kontoleon, η Christina Despoteris OAM, ο Petros Patisteas OAM, ο Terry Stavridis, ο Zissis Kozlakidis, ο Ch. Smyrneos, ο καθηγητής Vassilis Sarafidis και άλλοι.

Η παρουσία νεότερων ανθρώπων δείχνει ότι η ιστορία δεν έχει ολοκληρωθεί.

Τι σημαίνουν 40 χρόνια;

Σήμερα, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκανε το AIMS τα τελευταία 40 χρόνια.

Το σημαντικότερο ερώτημα είναι τι σημαίνουν όλα αυτά για το μέλλον.

Η ελληνική παροικία της Αυστραλίας βρίσκεται μπροστά σε μια νέα εποχή. Η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη γενιά Ελλήνων μεγαλώνει σε ένα διαφορετικό κοινωνικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον.

The post Αυστραλιανό Ινστιτούτο Μακεδονικών Σπουδών: 40 χρόνια αδιάλειπτης προσφοράς στον Ελληνισμό appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.