Το κείμενο που ακολουθεί αποτελείται από τα βασικά σημεία της ομιλίας της Βαρβάρας Αθανασίου Ιωάννου στο συνέδριο του Θερινού Πανεπιστημίου που πραγματοποιήθηκε στο Σίδνεϊ:
Τι είναι αυτό που μας κάνει να αισθανόμαστε Έλληνες όταν ζούμε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα;
Είναι η γλώσσα; Οι αναμνήσεις, η οικογένεια, οι παραδόσεις, οι αξίες; Ή μήπως είναι κάτι βαθύτερο – το αίσθημα ότι κάπου ανήκουμε;
Η ομιλία μου είναι βιωματική και όχι ακαδημαϊκή. Σας μιλώ ως εκπαιδευτικός, συγγραφέας, μετανάστρια και εθελόντρια, αλλά κυρίως ως ιδρύτρια του Food For Thought Network, ενός δικτύου που εδώ και 25 χρόνια αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ζωής μου.
Ήρθα στην Αυστραλία από την Ελλάδα ως νέα γυναίκα, κουβαλώντας μαζί μου μια γλώσσα, έναν πολιτισμό και μια βαθιά αίσθηση του πού ανήκω. Όπως πολλοί μετανάστες, έμαθα να ζω ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Μέσα από αυτή τη διαδρομή, αλλά και μέσα από 25 χρόνια επαφής με γυναίκες της ελληνικής διασποράς, άρχισα να βλέπω διαφορετικά τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, την ταυτότητα και το ανήκειν.
Ίσως η γλώσσα να μη δημιουργεί πάντοτε πρώτη το αίσθημα του ανήκειν. Ίσως, πολλές φορές, το ανήκειν να δημιουργεί την επιθυμία να επιστρέψουμε στη γλώσσα.
ΑΠΟ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΗΚΕΙΝ
Σε όλη μου τη ζωή, μέσα από την εκπαίδευση, τη συγγραφή και τον εθελοντισμό, υπηρέτησα με αφοσίωση την προώθηση του Ελληνισμού, της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού.
Όταν ίδρυσα το Food For Thought Network πριν από 25 χρόνια, δεν ήθελα απλώς να δημιουργήσω έναν ακόμη ελληνικό οργανισμό.
Ήθελα να δημιουργήσω έναν χώρο όπου γυναίκες ελληνικής καταγωγής και οι φίλες τους θα μπορούσαν να συναντηθούν, να ανταλλάξουν ιδέες και εμπειρίες, να δημιουργήσουν σχέσεις και, κυρίως, να αισθανθούν ότι ανήκουν.
Στα 25 χρόνια της πορείας του, το FFTN έχει οργανώσει περισσότερες από 160 εκδηλώσεις.
Μέσα από αυτή τη διαδρομή δημιουργήθηκε και το βιβλίο μου, «Η Φωνή της: Ελληνίδες και οι φίλες τους», με 42 προσωπικές ιστορίες γυναικών. Το 2024, στα Ιωάννινα, διοργανώσαμε επίσης το πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο «Γυναίκες και Ελληνισμός», φέρνοντας κοντά γυναίκες από την Ελλάδα και την παγκόσμια ελληνική διασπορά.
Μέσα από όλες αυτές τις εμπειρίες άρχισα να παρατηρώ κάτι σημαντικό:
Πολλές φορές η γλώσσα δεν ήταν η αφετηρία. Ήταν το αποτέλεσμα της σύνδεσης.
Για εμάς που ζούμε στη Διασπορά, η σχέση με τη γλώσσα και την ταυτότητα δεν είναι πάντα απλή.
Πολλές γυναίκες δεύτερης και τρίτης γενιάς μεγάλωσαν σε μια εποχή όπου η αφομοίωση θεωρούνταν συχνά δρόμος προς την επιτυχία. Κάποιες είχαν αρνητικές εμπειρίες στο ελληνικό σχολείο. Άλλες καταλάβαιναν Ελληνικά, αλλά δεν αισθάνονταν άνετα να τα μιλήσουν. Κάποιες πίστευαν ότι τα Ελληνικά τους δεν ήταν «αρκετά καλά».
Και τότε γεννήθηκε μέσα μου ένα ερώτημα:
Πρέπει να μετράμε τη σχέση κάποιου με την ελληνική του ταυτότητα από το πόσο καλά μιλάει Ελληνικά;
Πιστεύω πως όχι.
Στο Food For Thought Network οι συναντήσεις μας γίνονταν κυρίως στα Αγγλικά, γιατί αυτή ήταν η γλώσσα στην οποία πολλές γυναίκες αισθάνονταν μεγαλύτερη άνεση. Μιλούσαμε για τη ζωή, την ηγεσία, την υγεία, τις σχέσεις, την επαγγελματική ανάπτυξη και τον πολιτισμό.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν είχα σχεδιάσει.
Όσο οι γυναίκες γνωρίζονταν καλύτερα και δημιουργούνταν φιλίες και εμπιστοσύνη, άρχισαν σιγά σιγά να επιστρέφουν στα Ελληνικά.
Μια ελληνική λέξη. Μια παιδική ανάμνηση. Μια ιστορία από τη γιαγιά. Μια γνώριμη έκφραση.
Όχι πάντα τέλεια Ελληνικά.
Αλλά αυθεντικά Ελληνικά.
Και τότε κατάλαβα: δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε τους ανθρώπους να επιστρέψουν σε μια γλώσσα. Μπορούμε, όμως, να δημιουργήσουμε έναν χώρο όπου θα θέλουν να επιστρέψουν σε αυτήν.
Αυτό έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν δημιουργήσαμε το Greek Women and Friends Global Forum. Ξαφνικά, η κοινότητά μας έγινε παγκόσμια.
Γυναίκες από την Αυστραλία, την Ελλάδα και άλλες χώρες συναντιούνταν διαδικτυακά. Οι συζητήσεις κινούνταν φυσικά ανάμεσα στα Ελληνικά και τα Αγγλικά – στα λεγόμενα Greeklish.
Κάποιες μιλούσαν Ελληνικά, άλλες Αγγλικά και πολλές περνούσαν φυσικά από τη μία γλώσσα στην άλλη.
Σταδιακά, ορισμένες ομιλήτριες άρχισαν να επιλέγουν μόνες τους να παρουσιάζουν στα Ελληνικά, ιδιαίτερα όταν μοιράζονταν προσωπικές ιστορίες.
Και για μένα υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο:
«Πρέπει να μιλήσω Ελληνικά» και στο «Θέλω να μιλήσω Ελληνικά».
Το πρώτο πηγάζει από την υποχρέωση. Το δεύτερο από τη σύνδεση.
Μετά από 25 χρόνια, λοιπόν, κρατώ ένα απλό συμπέρασμα:
Η γλώσσα είναι ένας από τους ισχυρότερους φορείς μνήμης, πολιτισμού και ταυτότητας. Αλλά η ταυτότητα δεν επιβάλλεται. Καλλιεργείται μέσα από τη σχέση.
Συχνά το σκέφτομαι έτσι:
Το ανήκειν είναι το χώμα.
Η γλώσσα είναι το λουλούδι.
Δεν μπορούμε να κάνουμε ένα λουλούδι να μεγαλώσει τραβώντας το. Πρέπει να φροντίσουμε το χώμα – να δημιουργήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορεί να ριζώσει, να μεγαλώσει και να ανθίσει.
Ίσως, λοιπόν, όταν μιλάμε για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας στη Διασπορά, να μην πρέπει να ρωτάμε μόνο:
«Πώς θα κάνουμε τα παιδιά μας να μιλούν Ελληνικά;».
Αλλά πρώτα:
«Νιώθουν ότι ανήκουν; Νιώθουν συνδεδεμένα με την ελληνική τους κληρονομιά; Τους έχουμε δώσει έναν λόγο να θέλουν να επιστρέψουν στη γλώσσα;».
The post Γλώσσα, ταυτότητακαι το αίσθηματου ανήκειν appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.