Η Γερμανία βρήκε τον τρόπο

Γερμανία και Ολυμπιακοί Αγώνες είναι μια… πονεμένη ιστορία καθώς δύο φορές που η συγκεκριμένη χώρα φιλοξένησε τη μεγαλύτερη διοργάνωση του κόσμου, έμειναν στην Ιστορία για αρνητικούς λόγους.

Το 1936 στο Βερολίνο ο Αδόλφος Χίτλερ επιχείρησε (και δυστυχώς το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό) να μετατρέψει τους αγώνες σε μία προσωπική προπαγάνδα για τον ίδιο και το ναζιστικό κίνημα, ενώ το 1972 στο Μόναχο η δολοφονία των 11 ισραηλινών αθλητών από την τρομοκρατική οργάνωση Μαύρος Σεπτέμβρης (σε συνδυασμό και με την αποτυχημένη επιχείρηση της γερμανικής αστυνομίας) αμαύρωσε τους αγώνες που όλοι τούς θυμούνται για αυτό το τραγικό συμβάν.

Οι ίδιοι οι Γερμανοί (σε υψηλό επίπεδο), θέλοντας να μη θυμούνται όλοι τη χώρα τους με αρνητικό τρόπο όσον αφορά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, προσπάθησαν να φέρουν και για τρίτη φορά τη διοργάνωση στην πατρίδα τους, αλλά οι υποψηφιότητες (Μόναχο 2018, Αμβούργο 2024) «έσβησαν» πριν καν καλά καλά υποβληθούν, καθώς ήταν συντριπτική (άνω του 70%) η άρνηση των ίδιων των γερμανών πολιτών σε μια τέτοια προοπτική και δεν είχε να κάνει μόνο με τις αρνητικές αναμνήσεις των περισσοτέρων.

Αυτή τη στιγμή το κλίμα όχι μόνο έχει αντιστραφεί θεαματικά, αλλά η Γερμανία θεωρείται το μεγάλο φαβορί (αν θα είναι το Μόναχο, το Βερολίνο ή η Στουτγάρδη, αυτό θα αποφασιστεί αργότερα) για να διαδεχθεί την Αυστραλία και το Μπρίσμπεϊν (έχει τους αγώνες του 2032) για το 2036.

Την υποψηφιότητα θα την ανακοινώνει στις 26 Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής ομοσπονδίας της χώρας Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάγερ.

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι το πώς κατάφεραν οι αξιωματούχοι της χώρας να αλλάξουν την αύρα της κοινής γνώμης και να την πάρουν αυτή τη φορά με το μέρος τους, καθώς πρόσφατες πανεθνικές δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι έως και το 72% των Γερμανών θα έβλεπε πλέον θετικά τη φιλοξενία των Ολυμπιακών Αγώνων!

Η θεαματική αυτή αλλαγή στην κοινή γνώμη οφείλεται κυρίως σε μια ριζικά νέα στρατηγική προσέγγισης των πολιτών με βάση το μοντέλο της βιωσιμότητας. Καθώς η νέα γερμανική υποψηφιότητα βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη χρήση ήδη υπαρχουσών υποδομών.

Για παράδειγμα, το Μόναχο προτείνει τη χρήση των εγκαταστάσεων των αγώνων του 1972 που λειτουργούν ακόμη, καθώς και σύγχρονων γηπέδων (όπως η Allianz Arena της Μπάγερν Μονάχου), εκμηδενίζοντας το κόστος, αποφεύγοντας μεγαλόπνοες νέες κατασκευές. Οι πολίτες σε ποσοστό πάνω από 65% δήλωσαν ότι μια τέτοια διοργάνωση θα βελτίωνε τη γενικότερη ψυχολογία και τη διάθεση στη χώρα, σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας.