
Ο ΠΑΟΚ νίκησε την Αρμάνι Μιλάνο μέσα στο σπίτι της με διαφορά 12 πόντων, ενώ στη διάρκεια του αγώνα την κέρδιζε και με 20. Νίκησε επίσης την Παρτιζάν, ενώ κοίταξε στα μάτια και τον Παναθηναϊκό πριν υποκύψει στο τέλος στις λεπτομέρειες.
Ο Αρης έχασε για λίγο στην Κύπρο από τη Μακάμπι και διέλυσε με 24 πόντους διαφορά τον Ερυθρό Αστέρα, από τον οποίον ηττήθηκε πριν από λίγες μέρες στο Βελιγράδι πολύ δύσκολα.
Τι δείχνουν όλα αυτά; Κατ’ αρχάς ότι και ο ΠΑΟΚ και ο Αρης είναι ομάδες Ευρωλίγκας. Εχουν προπονητές επιπέδου Ευρωλίγκας και ρόστερ τόσο γεμάτα με παίκτες από το πάνω ράφι, που θα μπορούσαν να σταθούν άνετα στην κορυφαία ευρωπαϊκή διασυλλογική διοργάνωση. Και φυσικά είναι από τα φαβορί για την κατάκτηση του Eurocup.
Δείχνουν όμως και κάτι άλλο. Οτι το ελληνικό πρωτάθλημα θα βγάλει φέτος… γούστα ασυνήθιστα για το μπάσκετ στην Ελλάδα εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες.
Με τη Θεσσαλονίκη τόσο δυναμωμένη, η κυριαρχία Αθήνας και Πειραιά δεν θα πρέπει να θεωρείται τόσο δεδομένη. Κι αυτό είναι κάτι που έχει να συμβεί πολλά χρόνια.
Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός παραμένουν φαβορί. Εξακολουθούν να είναι πιο έμπειρες και ποιοτικές ομάδες, όμως το αδιαμφισβήτητο σε επίπεδο Ευρωλίγκας βάθος του ρόστερ τους περιορίζεται σημαντικά στο ελληνικό πρωτάθλημα, όπου μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο τους έξι από τους εννέα (στην περίπτωση του Ολυμπιακού) ή δέκα (στην περίπτωση του Παναθηναϊκού) ξένους τους.
Ποιοι θα μένουν κάθε φορά έξω; Και ποιες ανισορροπίες, σε σχέση με όσα βλέπουμε στην Ευρωλίγκα, θα δημιουργούν με την απουσία τους αυτοί που αναγκαστικά δεν θα παίζουν;
ΠΑΟΚ και Αρης αντίθετα έχουν λιγότερους ξένους, άρα και τη δυνατότητα να εμφανίζονται πιο πλήρεις στους αγώνες του ελληνικού πρωταθλήματος. Και ως εκ τούτου να κάνουν ζημιές.
Ειδικά στις έδρες τους, που φέτος, λόγω και του ενθουσιασμού από τη μεταγραφική ενίσχυση, λογικά θα θυμίζουν την ένδοξη για τη Θεσσαλονίκη δεκαετία του 1980. Και όχι μόνο στην κανονική περίοδο, αλλά και στα πλέι οφ, όπου κρίνονται τα πάντα.