Η ψήφος της Ομογένειας και η πρόκληση της «σωρευτικής» δημοκρατίας

Η καθιέρωση της επιστολικής ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού στις βουλευτικές εκλογές είναι κάτι περισσότερο από μια διοικητική διευκόλυνση. Για τον Ελληνισμό της Αυστραλίας, που βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, αποτελεί μια νέα δυνατότητα πολιτικής συμμετοχής — και, μαζί, μια νέα ευθύνη.

Όπως έχει επισημανθεί πρόσφατα στον «Νέο Κόσμο», η ψήφος μπορεί να ενισχύσει το πολιτικό βάρος της Ομογένειας και να καταστήσει τη φωνή της πιο δύσκολο να αγνοηθεί. Αυτό, όμως, οδηγεί σε ένα βαθύτερο ερώτημα: όχι μόνο πόσοι θα ψηφίσουν, αλλά και με ποια κριτήρια θα ψηφίσουν.

Οι Ελληνοαυστραλοί ζούμε σε μια δημοκρατία με διαφορετική θεσμική εμπειρία από εκείνη που γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Η Αυστραλία δεν είναι, βέβαια, χωρίς προβλήματα, αλλά η V-Dem, στην έκθεσή της για το 2026, εξακολουθεί να την κατατάσσει στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, ενώ η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλότερα στην κατηγορία των εκλογικών δημοκρατιών.

Η διαφορά δεν αφορά απλώς την ύπαρξη εκλογών. Αφορά την ποιότητα των θεσμικών ελέγχων, το κράτος δικαίου, τις ελευθερίες και την ικανότητα των θεσμών να περιορίζουν και να ελέγχουν την πολιτική εξουσία.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ομογένεια. Ζούμε σε μια «σωρευτική» δημοκρατία, αλλά καλούμαστε να ψηφίσουμε σε μια δημοκρατία που, σε σημαντικό βαθμό, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την πολιτική αλλαγή περισσότερο κυκλικά.

Στη «σωρευτική» δημοκρατία, οι κυβερνήσεις αλλάζουν χωρίς το κράτος να ξεκινά από την αρχή: οι θεσμοί διατηρούν τη γνώση, η διοίκηση συσσωρεύει εμπειρία και οι επόμενες κυβερνήσεις οικοδομούν πάνω σε όσα προηγήθηκαν.

Στην «κυκλική» δημοκρατία, αντίθετα, η πολιτική αλλαγή μπορεί να σημαίνει θεσμική και μεταρρυθμιστική επανεκκίνηση, καθώς κάθε νέα κυβέρνηση επιχειρεί να αναδιαμορφώσει το κράτος σύμφωνα με τη δική της πολιτική και ιδεολογική αντίληψη.

Γι’ αυτό η ψήφος των Ελληνοαυστραλών έχει μια ιδιαίτερη διάσταση. Δεν χρειάζεται να μεταφέρουμε στην Ελλάδα απλώς την κομματική μας προτίμηση. Μπορούμε να μεταφέρουμε και τις προσδοκίες που έχουμε αποκτήσει ως πολίτες μιας διαφορετικής θεσμικής πραγματικότητας: ότι οι πολιτικές πρέπει να κρίνονται από τα αποτελέσματά τους, ότι οι θεσμοί πρέπει να έχουν συνέχεια, ότι η διοίκηση πρέπει να διαθέτει επάρκεια και ότι μια κυβέρνηση δεν αρκεί να εξηγεί τι θέλει να κάνει· πρέπει να μπορεί να εξηγεί και πώς θα το κάνει.

Η δημοκρατία, ασφαλώς, είναι ελεύθερη επιλογή μεταξύ διαφορετικών πολιτικών ιδεών και κομμάτων. Δεν υπάρχει μία «σωστή» ψήφος. Υπάρχει, όμως, ένα κριτήριο που αξίζει να είναι κοινό για όλους: όχι μόνο τι υπόσχεται ένας πολιτικός, αλλά αν μπορεί να εξηγήσει πώς θα το πραγματοποιήσει, μέσα από ποιους θεσμούς και με ποια συνέχεια.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αξία της συμμετοχής της Ομογένειας. Η ψήφος δεν είναι μόνο ένας τρόπος να αποκτήσει η Ομογένεια μεγαλύτερο πολιτικό βάρος στην Αθήνα. Μπορεί να γίνει και ένας τρόπος να μεταφερθεί στην ελληνική πολιτική η απαίτηση για περισσότερη θεσμική συνέχεια, λογοδοσία, αξιολόγηση και αποτελεσματικότητα.

Όμως η ψήφος δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της το μέτρο της σχέσης της Ελλάδας με τον Ελληνισμό της Αυστραλίας.

Η σημερινή Ομογένεια είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό δεύτερης και τρίτης γενιάς. Πολλοί Ελληνοαυστραλοί δεν διαθέτουν ελληνική υπηκοότητα και, επομένως, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στις ελληνικές εκλογές. Η σχέση της Ελλάδας με την αυστραλιανή Ομογένεια δεν μπορεί, συνεπώς, να εξαρτάται από το ποιος έχει τη δυνατότητα να ψηφίσει και ποιος όχι.

Η σύγχρονη σχέση πρέπει να είναι ευρύτερη: να περιλαμβάνει την ελληνική γλώσσα και παιδεία, τον πολιτισμό, την ιθαγένεια, τις προξενικές υπηρεσίες, την οικονομική και ακαδημαϊκή συνεργασία και, κυρίως, μια σταθερή και θεσμικά οργανωμένη σχέση μεταξύ του ελληνικού κράτους και μιας διασποράς που έχει πλέον τη δική της κοινωνική πραγματικότητα.

Η ψήφος είναι ένα σημαντικό δικαίωμα. Δεν είναι, όμως, ολόκληρη η σχέση.

Ούτε πρέπει η πολιτική εγγύτητα προς την Ελλάδα να μετριέται μόνο με την εκλογική συμμετοχή. Μια σύγχρονη διασπορά μπορεί να είναι βαθιά συνδεδεμένη με την Ελλάδα χωρίς να είναι εκλογικά ενεργή — και μπορεί να είναι εκλογικά ενεργή χωρίς αυτό να εξαντλεί τη σχέση της με την πατρίδα.

Γι’ αυτό η επιστολική ψήφος πρέπει να ιδωθεί ως αρχή και όχι ως τελικός προορισμός. Δίνει στους Έλληνες πολίτες της Αυστραλίας ένα νέο δημοκρατικό εργαλείο. Το ζητούμενο είναι να το χρησιμοποιήσουν με ενημέρωση, κρίση και απαιτήσεις — και, παράλληλα, να διεκδικήσουν μια ευρύτερη σχέση με την Ελλάδα, που να αφορά και εκείνους που δεν έχουν δικαίωμα ψήφου.

Η Ελλάδα χρειάζεται μια Ομογένεια που δεν περιορίζεται στο να ψηφίζει. Χρειάζεται μια Ομογένεια που συμμετέχει, συγκρίνει, κρίνει και απαιτεί.

Γιατί ίσως αυτό είναι το ιδιαίτερο πλεονέκτημα των Ελληνοαυστραλών: γνωρίζουμε δύο διαφορετικές δημοκρατικές πραγματικότητες. Μπορούμε να κρατήσουμε την πολιτιστική και ιστορική σχέση με την Ελλάδα, χωρίς να παραιτηθούμε από τις θεσμικές προσδοκίες που έχουμε αποκτήσει στην Αυστραλία.

Η επιστολική ψήφος ανοίγει την πόρτα.

Το τι θα κάνουμε με αυτήν — και τι θα ζητήσουμε πέρα από αυτήν — είναι η πραγματική πρόκληση.

The post Η ψήφος της Ομογένειας και η πρόκληση της «σωρευτικής» δημοκρατίας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.