Ιμανόλ Αλγκουαθίλ: «Ο άνθρωπος που έμαθε το ποδόσφαιρο να αναπνέει»

Υπάρχει ένας τρόπος να κρίνεις έναν προπονητή χωρίς να κοιτάξεις την τροπαιοθήκη του. Να μη μετρήσεις νίκες, βαθμούς, προκρίσεις και τελικούς.

Να κοιτάξεις τους ποδοσφαιριστές που αφήνει πίσω του. Να τους ακούσεις όταν εκείνος φεύγει. Και αν θέλεις πραγματικά να καταλάβεις ποιος είναι ο Ιμανόλ Αλγκουαθίλ, ίσως δεν χρειάζεται να τον ρωτήσεις. Αρκεί να ακούσεις τον Μαρτίν Θουμπιμέντι.

Ο «ποδοσφαιρικός πατέρας» του Θουμπιμέντι

«Ποδοσφαιρικός πατέρας μου». Έτσι περιέγραψε ο Θουμπιμέντι τον άνθρωπο που τώρα έρχεται στον Ολυμπιακό. Όχι απλώς προπονητής. Όχι απλώς ένας άνθρωπος του πάγκου. Πατέρας ποδοσφαιρικός. Ένας άνθρωπος που συνόδευσε την εξέλιξή του από τη Ρεάλ Σοσιεδάδ Β’ μέχρι την πρώτη ομάδα και τον είδε να μετατρέπεται από παιδί της Θουμπιέτα σε έναν από τους σημαντικότερους μέσους της ευρωπαϊκής σκηνής. Και όταν έφτασε η στιγμή να αποχαιρετήσει τον Αλγκουαθίλ, ο Θουμπιμέντι δεν μίλησε για συστήματα. Μίλησε για άνθρωπο. Είπε ότι ήθελαν να του χαρίσουν την καλύτερη δυνατή αποχαιρετιστήρια βραδιά.

Ο Ιμανόλ δεν φτιάχνει μόνο ομάδες. Φτιάχνει ποδοσφαιριστές. Και αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι η ιστορία του.

Ο Μαρτίν Θουμπιμέντι είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα. Ένα παιδί από την ακαδημία της Σοσιεδάδ, που μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη προς τους γηγενείς ποδοσφαιριστές δεν ήταν σύνθημα αλλά τρόπος λειτουργίας. Ο Αλγκουαθίλ τον πήρε μαζί του, τον έβαλε στο δύσκολο ποδόσφαιρο της πρώτης ομάδας, του έδωσε ευθύνες και τελικά τον έκανε βασικό κομμάτι μιας ομάδας που έφτασε στην Ευρώπη και κατέκτησε το Copa del Rey.

Ο Θουμπιμέντι δεν είναι η μοναδική ιστορία. Είναι απλώς η πιο χαρακτηριστική.

Γιατί πίσω του υπάρχει ο Μίκελ Ογιαρθάμπαλ. Ο αρχηγός. Το παιδί της Σοσιεδάδ που έγινε σύμβολο της. Ο ποδοσφαιριστής που μεγάλωσε μέσα στην εποχή Αλγκουαθίλ και έγινε η προσωποποίηση μιας ομάδας που ήθελε να έχει δική της ταυτότητα. Ο Αλγκουαθίλ μιλούσε για τον Ογιαρθάμπαλ με τρόπο που ξεπερνούσε την απλή αξιολόγηση ενός παίκτη. Τον θεωρούσε κομβικό για την ομάδα και δεν έκρυβε την εμπιστοσύνη του. Και μετά ήρθε ο Άλεξ Ρεμίρο.

Ο τερματοφύλακας που έζησε την εποχή του Αλγκουαθίλ από μέσα. Όταν ανακοινώθηκε ότι ο προπονητής θα αποχωρούσε, ο Ρεμίρο δεν έκρυψε την απογοήτευσή του. Τον χαρακτήρισε προπονητή «τεράστιου επιπέδου» και είπε ότι ήταν τύχη για τους ποδοσφαιριστές της Ρεάλ Σοσιεδάδ να τον έχουν όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα φράση του ήταν άλλη: ο Αλγκουαθίλ, σύμφωνα με τον Ρεμίρο, ήξερε να βγάζει το καλύτερο από τους ποδοσφαιριστές του. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο συναντιούνται οι διαφορετικές μαρτυρίες.

Το χάρισμα να δημιουργεί ποδοσφαιριστές

Ο Θουμπιμέντι μιλά για «ποδοσφαιρικό πατέρα». Ο Ρεμίρο μιλά για έναν προπονητή που «βγάζει το καλύτερο» από τους παίκτες του. Και ο Μπράις Μέντες, ένας ακόμη ποδοσφαιριστής που άνθισε στην ομάδα του Σαν Σεμπαστιάν, δήλωσε λίγο πριν από την αποχώρηση του Αλγκουαθίλ ότι θα του λείψει πολύ. Ο Μέντες είχε φτάσει στη Σαν Σεμπαστιάν έχοντας περάσει δύσκολες στιγμές στη Βίγο και βρήκε στη Real έναν προπονητή που τον μετέτρεψε σε βασικό και σημαντικό κομμάτι της ομάδας. Δεν είναι τυχαίο. Ο Αλγκουαθίλ έχει αυτό το περίεργο χάρισμα: να κάνει τον ποδοσφαιριστή να αισθάνεται ότι ο προπονητής τον βλέπει. Όχι μόνο το πόδι του. Όχι μόνο τη θέση του στον αγωνιστικό χώρο. Τον ίδιο.

Και αυτό είναι κάτι που δεν διδάσκεται. Ούτε βρίσκεται στα βιβλία της προπονητικής. Ίσως να ξεκινάει από το Oρίο. Ένα μικρό βασκικό χωριό, εκεί όπου γεννήθηκε ο Αλγκουαθίλ. Ένας τόπος που έχει μεγαλώσει γενιές ανθρώπων με τη θάλασσα και την κωπηλασία. Εκεί όπου οι περίφημες traineras δεν κερδίζουν επειδή ένας κωπηλάτης είναι καλύτερος από τους άλλους. Κερδίζουν επειδή όλοι τραβούν μαζί. Είναι σχεδόν αδύνατο να μη σκεφτείς τον Αλγκουαθίλ όταν βλέπεις αυτή την εικόνα.

Ένας προπονητής που δεν μεγάλωσε μέσα στη λογική του «εγώ», αλλά μέσα στη λογική του «εμείς».

Η κληρονομιά που αφήνει πίσω του

Και ίσως γι’ αυτό η μεγαλύτερη επιτυχία του στη Σοσιεδάδ δεν ήταν μόνο το Κύπελλο του 2020.

Ήταν η ομάδα που δημιούργησε. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο πήρε ποδοσφαιριστές της ακαδημίας και τους έδωσε ρόλο. Ήταν η εμπιστοσύνη στον Θουμπιμέντι, στον Ογιαρθάμπαλ και σε μια ολόκληρη γενιά παικτών. Ήταν η ικανότητά του να συνδυάσει τους νεαρούς με έμπειρους ποδοσφαιριστές και να δημιουργήσει μια ομάδα που δεν ήταν απλώς ανταγωνιστική, αλλά αναγνωρίσιμη. Το ίδιο το ισπανικό ποδόσφαιρο αναγνωρίζει αυτή την κληρονομιά, με την εποχή Αλγκουαθίλ να συνδέεται άμεσα με την ανάδειξη παικτών όπως οι Θουμπιμέντι, Ογιαρθάμπαλ, Λε Νορμάν, Μερίνο, Ισάκ, Κούμπο και Μπράις Μέντες. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σημαντικό.

Ο Αλγκουαθίλ δεν ήταν πάντα ένας προπονητής που έλεγε στους παίκτες του αυτό που ήθελαν να ακούσουν.

Το απέδειξε και η σχέση του με τον Ογιαρθάμπαλ. Υπήρξαν στιγμές μεγάλης πίεσης, στιγμές στις οποίες ο προπονητής άσκησε κριτική στην ομάδα και οι ποδοσφαιριστές απάντησαν. Σε ένα ντέρμπι του 2024, μετά από ήττα από την Ατλέτικ Μπιλμπάο, ο Ογιαρθάμπαλ ζήτησε αυτοκριτική όχι μόνο από τους παίκτες αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο είχε προετοιμαστεί η ομάδα. Αυτό είναι επίσης κομμάτι του Αλγκουαθίλ. Δεν είναι ο προπονητής που χαϊδεύει συνεχώς τους παίκτες του.

Είναι ο προπονητής που θέλει να τους κάνει καλύτερους. Και ίσως γι’ αυτό η σχέση του μαζί τους ήταν τόσο έντονη.

Στο τελευταίο παιχνίδι του στο Anoeta, τον Μάιο του 2025, η Σοσιεδάδ νίκησε την Τζιρόνα με 3-2. Τα τρία γκολ της ομάδας τα πέτυχαν τρεις ποδοσφαιριστές που είχαν περάσει από την ακαδημία. Και μετά από κάθε γκολ, οι παίκτες έτρεξαν προς τον Αλγκουαθίλ. Ήταν σαν να του επέστρεφαν, σε μία βραδιά, όλα όσα τους είχε δώσει. Σαν να του έλεγαν:

«Αυτά που μας έμαθες, τα παίρνουμε μαζί μας.»

Λίγο αργότερα, ο Ρεμίρο είπε πως οι παίκτες ήθελαν να του χαρίσουν την αποχαιρετιστήρια βραδιά που του άξιζε. Και δεν ήταν μια τυπική δήλωση. Ήταν η εικόνα μιας ομάδας που είχε δεθεί με τον προπονητή της. Και όταν ο Αλγκουαθίλ έφυγε, είπε κάτι που ίσως αποκαλύπτει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την ψυχολογία του. Ήθελε να τον θυμούνται «σαν έναν ακόμη οπαδό της Ρεάλ Σοσιεδάδ».

«Να με θυμούνται σαν έναν ακόμη οπαδό»

Είναι μια φράση που μοιάζει απλή, αλλά δεν είναι. Γιατί ένας προπονητής που πέρασε έξι και πλέον χρόνια στον πάγκο μιας ομάδας, που κέρδισε τίτλο, που έζησε ευρωπαϊκές βραδιές, που γνώρισε αποθέωση και κριτική, στο τέλος δεν ζήτησε να τον θυμούνται ως μεγάλο προπονητή.

Ζήτησε να τον θυμούνται ως οπαδό. Εδώ πια στον Πειραιά η θάλασσα είναι διαφορετική. Εδώ η βάρκα πρέπει να τρέχει γρήγορα. Εδώ ο κόσμος δεν περιμένει να δει αν ο κωπηλάτης θα βρει τον ρυθμό του. Θέλει να τον βρει από την πρώτη ημέρα. Κι όμως, ο Ολυμπιακός ίσως να παίρνει ακριβώς τον άνθρωπο που χρειάζεται για να ξαναβρεί ρυθμό. Γιατί ο Ιμανόλ Αλγκουαθίλ δεν έρχεται με την υπόσχεση ότι θα δημιουργήσει μια ομάδα γεμάτη αστέρια. Έρχεται με κάτι πιο δύσκολο.

Να κάνει τους υπάρχοντες ποδοσφαιριστές καλύτερους. Να δώσει ρόλο στους νέους. Να απαιτήσει ένταση. Να κάνει την ομάδα να πιέζει, να τρέχει, να αντιδρά. Και πάνω απ’ όλα, να δημιουργήσει εκείνη την αίσθηση που φαίνεται να περιγράφουν όλοι όσοι έζησαν μαζί του στη Σοσιεδάδ: ότι ο προπονητής και ο ποδοσφαιριστής βρίσκονται στην ίδια βάρκα. Ο Ιμανόλ Αλγκουαθίλ αλλάζει χώρα, αλλά όχι ποδόσφαιρο. Από μια βάρκα όπου όλοι πρέπει να τραβούν μαζί, σε μια ομάδα όπου όλοι πρέπει να μάθουν ξανά τον ίδιο ρυθμό. Έναν ρυθμό που ο ίδιος ξέρει καλά…