Κακοποίηση ηλικιωμένων: Μια σιωπηλή κρίση

Η κακοποίηση, η κακομεταχείριση και η εκμετάλλευση ηλικιωμένων αυξάνονται στην Αυστραλία. Μια σιωπηλή κρίση είναι σε εξέλιξη, ενώ για πολλούς ανθρώπους η αναζήτηση βοήθειας παραμένει δύσκολη υπόθεση.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι δράστες είναι μέλη της οικογένειας, με τα ενήλικα παιδιά να αποτελούν την πιο συχνή κατηγορία, ακολουθούμενα από εγγόνια και συντρόφους. Ένα φαινόμενο που, δυστυχώς, δεν είναι άγνωστο και στην παροικία μας.

Ειδικότερα, ένας στους έξι ηλικιωμένους υπέστη κάποια μορφή κακοποίησης κατά το τελευταίο έτος, σύμφωνα με το Australian Institute of Health and Welfare, ενώ νέα έρευνα του Monash University καταγράφει τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα θύματα στην προσπάθειά τους να ζητήσουν βοήθεια.

Ανθρώπινες τραγωδίες εκτυλίσσονται κάθε μέρα. Πριν από τρία χρόνια, ένα κέντρο κατά της σεξουαλικής κακοποίησης έλαβε παραπομπή για μια 65χρονη γυναίκα που ζούσε σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων.

«Είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και η αφήγηση γύρω από αυτό ήταν ‘έχει άνοια, επομένως δεν θα θυμάται’», δήλωσε στο AAP η διευθύντρια του South East Centre Against Sexual Assault, Amanda Parkinson.

«Και ‘η υπηρεσία σας έτσι κι αλλιώς δεν θα την εξυπηρετήσει, επειδή δεν μπορούμε να τη φέρουμε στο κέντρο’. Αυτό με έβαλε σε μια δίνη σκέψης».

Η κα Parkinson μελέτησε τα διαθέσιμα στοιχεία και διαπίστωσε ότι υπήρχε έλλειψη υπηρεσιών για ηλικιωμένους που υφίστανται σεξουαλική κακοποίηση και ενδοοικογενειακή βία. Άρχισε η ίδια να δημιουργεί μία.

Προσέλαβε έναν κλινικό υπεύθυνο για την αλλαγή των πρακτικών, εκπαίδευσε υπαλλήλους σε θεραπείες για άτομα άνω των 65 ετών και πλέον προσφέρει υπηρεσίες προσέγγισης, ώστε η υποστήριξη να φτάνει στους ηλικιωμένους.

«Γνωρίζουμε ότι ο πληθυσμός ηλικιωμένων αυξάνεται ραγδαία, η κακοποίηση ηλικιωμένων πρόκειται να αυξηθεί ραγδαία μαζί του και απλώς πρέπει να κάνουμε κάτι γι’ αυτό», είπε.

Η κανονικοποίηση της βίας μεταξύ των ηλικιωμένων ενδέχεται να τους εμποδίζει να αναζητήσουν βοήθεια, σύμφωνα με την έρευνα του Monash University, η οποία επικεντρώθηκε στην κακοποίηση ηλικιωμένων σε περιφερειακές περιοχές.

«Ένα σημαντικό εύρημα ήταν ότι πολλoί ηλικιωμένοι που απευθύνθηκαν στις υπηρεσίες, ιδιαίτερα οι γυναίκες, είχαν ιστορικό ή ‘ολόκληρες ζωές’ κατά τις οποίες βίωναν DFV (ενδοοικογενειακή βία), συχνά ξεκινώντας με βία από σύντροφο και επεκτεινόμενο σε κακοποίηση από ενήλικα παιδιά ή εγγόνια».

«Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, ως δράστες αναγνωρίστηκαν μέλη της οικογένειας, συχνότερα ενήλικα παιδιά, ακολουθούμενα από εγγόνια και συντρόφους».

Οι άνθρωποι που ζουν σε αγροτικές και απομακρυσμένες κοινότητες είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι.

Η ντροπή και το στίγμα, ο φόβος για τις συνέπειες που θα αντιμετωπίσουν οι δράστες, η επιθυμία διατήρησης των οικογενειακών σχέσεων και η περιορισμένη πρόσβαση σε μεταφορικά μέσα ή υπηρεσίες αναγνωρίστηκαν ως βασικά εμπόδια στην αναζήτηση βοήθειας.

«Η γεωγραφική και κοινωνική απομόνωση μπορεί συχνά να αυξήσει την ευαλωτότητα», δήλωσε η Naomi Pfitzner, συν-συγγραφέας της μελέτης.

Η οικονομική κακοποίηση ήταν η συχνότερη μορφή, κάτι που, σύμφωνα με την ίδια, πιθανότατα οφείλεται στις οικονομικές πιέσεις που αναγκάζουν παιδιά και εγγόνια να μετακομίσουν μαζί με ηλικιωμένους συγγενείς.

«Η οικονομική κακοποίηση συχνά πήγαινε χέρι-χέρι με την ψυχολογική κακοποίηση», είπε.

«Οι δράστες συχνά έκαναν σκόπιμα τους ηλικιωμένους να αμφιβάλλουν για την ψυχική τους κατάσταση ή την ικανότητά τους να λαμβάνουν αποφάσεις, με στόχο να μπορέσουν να αποκτήσουν τον έλεγχο των οικονομικών τους».

Η κοινωνική απομόνωση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τους ηλικιωμένους που ζουν σε αγροτικές ή απομακρυσμένες περιοχές. Μπορεί να υπάρχει και μέσα στις μεγάλες πόλεις. Αυτό μπορεί να αφορά και ηλικιωμένους της παροικίας μας.

Ανθρώπους που έφτασαν στη χώρα πριν από δεκαετίες, δημιούργησαν οικογένειες και εργάστηκαν για μια ολόκληρη ζωή μπορεί σήμερα να βιώνουν μοναξιά, καθώς τα παιδιά τους έχουν τη δική τους ζωή, οι φίλοι τους έχουν φύγει από τη ζωή ή ζουν μονάχοι και αυτοί, ενώ οι δεσμοί με την ελληνοαυστραλιανή κοινότητα εν γένει έχουν αδυνατίσει.

Για έναν ηλικιωμένο που βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, η πρόσβαση σε βοήθεια δεν είναι αυτονόητη. Το εμπόδιο της γλώσσας, η άγνοια των διαθέσιμων υπηρεσιών, η εξάρτηση από συγγενείς για τις μετακινήσεις ή τις καθημερινές ανάγκες, αλλά και η ντροπή να μιλήσει για κακοποίηση μέσα στην ίδια του την οικογένεια μπορούν να δημιουργήσουν ένα αόρατο τείχος γύρω του.

Και σε μια παροικία όπου οι οικογενειακοί δεσμοί και η προστασία της οικογένειας έχουν ιδιαίτερη σημασία, ο φόβος ότι μια καταγγελία θα διαλύσει τις σχέσεις με τα παιδιά ή τα εγγόνια μπορεί να κάνει ακόμη δυσκολότερη την απόφαση να ζητήσει βοήθεια.

«Η ρίζα όλων αυτών των κακών: Τα λεφτά και η εξουσία» έγραφε πριν λίγα χρόνια στον «Νέο Κόσμο» ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός:

«Δεν περνάει εβδομάδα όπου να μην με συμβουλευτεί κάποιος συμπάροικος για τις ανησυχίες που τρέφει σχετικά με την κακοποίηση ενός ηλικιωμένου προσώπου. Τις περισσότερες φορές, το άτομο που με συμβουλεύεται είναι μέλος της ευρύτερης οικογένειας ή φίλος. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι οι ίδιοι οι ηλικιωμένοι που έρχονται σε επαφή μαζί μου, δειλά, μέσω τηλεφώνου ή κατά τη διάρκεια κατ’ οίκον επισκέψεως όταν γνωρίζουν ότι οι βασανιστές τους βρίσκονται μακριά».

«Σχεδόν πάντα είναι απελπισμένοι. Νιώθουν πληγωμένοι, προδομένοι και σαστισμένοι από την κακομεταχείρισή τους από τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Όσοι πέφτουν θύματα σωματικής βίας το αναφέρουν πάντα με έμμεσο τρόπο, παρακαλώντας όπως αποκαλύψουν την κατάστασή τους υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα παραμένει μυστική διότι όσο κι αν ζουν με φόβο και υποφέρουν τα πάνδεινα, δεν επιθυμούν να συμβεί κανένα κακό στους θύτες. Σε γενικές γραμμές, όμως, αδυνατούν να υπομένουν, τη ψυχολογική πίεση, την επιβεβλημένη μοναξιά, τη στοχευμένη απομόνωση από τα εγγόνια, την έκδηλη περιφρόνηση που συνοδεύει κάθε επικοινωνία…».

Η Δρ Pfitzner είπε ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός της κακοποίησης ηλικιωμένων σε ολόκληρη την Αυστραλία, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την αναγνώριση και την καταγγελία της. Περισσότερη υποστήριξη θα πρέπει να ενσωματωθεί σε έμπιστους τοπικούς οργανισμούς, όπως υπηρεσίες υγείας, τοπικές βιβλιοθήκες ή τράπεζες, καθώς οι ηλικιωμένοι τις χρησιμοποιούν τακτικά, είπε.

*Αν αντιμετωπίζετε εκμετάλλευση ή κακοποίηση, εσείς προσωπικά ή κάποιος που γνωρίζετε, μπορείτε να έρθετε σε επικοινωνία, εμπιστευτικά και δωρεάν:

1800 ELDERHelp: 1800 353 374

1800 RESPECT: 1800 737 732

Men’s Referral Service: 1300 766 491

Η PRONIA επίσης παρέχει υπηρεσία ειδικών κοινωνικών λειτουργών που ειδικεύονται στον τομέα της Ενδοοικογενειακής Βίας. Περισσότερες πληροφορίες στο τηλέφωνο 039388 9998, ή στο www.pronia.com.au.

The post Κακοποίηση ηλικιωμένων: Μια σιωπηλή κρίση appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.